Αναγνώστες

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Άγχουσα η κυανή ( Άγχουσα η ιταλική)


Anchusa azurea Mill.=Anchusa italica Retzius

Boraginaceae
Κύθηρα, Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Πολυετές φυτό από τα ψηλότερα του γένους Άγχουσα, μπορεί να φτάσει ακόμα και 150 εκ ύψος, κοινό σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στις κεντρικές και νότιες περιοχές. Απαντάται ακόμα στη Δυτική Ασία και μέχρι τον Καύκασο και το Πακιστάν. Πάντως η προέλευσή του θεωρείται μεσογειακή. 
Στην Ελλάδα απαντώνται 11 είδη του γένους Άγχουσα. Σε πολλές περιοχές της Μεσογείου τα λουλούδια και οι τρυφερές κορυφές τρώγονται ωμά ή βρασμένα σε σαλάτες και πίτες.


Από τη ρίζα του φυτού παράγεται κόκκινη βαφή όπως και από άλλα είδη της οικογένειας. (βλ. παλαιότερες σχετικές αναρτήσεις) Τα υπέροχα μπλέ λουλούδια του πραγματικά στολίδια όσο είναι πάνω στο φυτό μαραίνονται και πεθαίνουν σε λιγότερο από 10 ώρες αν κοπούν. Το κοινό όνομα με το οποίο είναι γνωστό το φυτό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας “ βοϊδόγλωσσα” είναι συνέχεια του αρχαίου ελληνικού “βούγλωσσον” το οποίο χρησιμοποίησε ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Ασπάλαθος


Calycotome villosa (Poiret) Link
Καλυκοτόμη η τραχύμαλλλη

Leguminosae/Fabaceae
Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Το φυτό, πολύ κοινό σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, θεωρείται στην Ελλάδα είδος που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας σαν δασικό φυτό και η εκχέρσωση παλιών καλλιεργήσιμων χωραφιών που το περιέχουν τιμωρείται αυστηρά. Αυτό έχει οδηγήσει σε μεγάλη εξάπλωση του σε όλο το νησί των Κυθήρων με αποτέλεσμα μαζί με άλλους πολλούς παράγοντες βέβαια, άλλα φυτά και βότανα που είναι λιγότερο ισχυρά να μην βρίσκουν ζωτικό χώρο για να αναπτυχθούν, και να κινδυνεύουν με εξαφάνιση.
Το όνομα 'ασπάλαθος' χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα (Θεόφραστος, Διοσκουρίδης) και μέχρι σήμερα, όμοιο ή με κάποιες παραλαγγές σε όλη την Ελλάδα.
Το επιστημονικό όνομα του προέρχεται ίσως από το αρχαίο ελληνικό κάλυξ+τομή αναφορά στο σχήμα του, ενώ το επίθετο του είδους από το λατινικό villosa, villosus = τραχύμαλλος, φουντωτός, ακατάστατος.

Ο πανέμορφος θάμνος που γεμίζει με άρωμα και χρώμα την άνοιξη κρύβει επιμελώς τα αγκάθια του όταν είναι ανθισμένος και μόνον αν κατά λάθος μπλεχτείς στα φουντωτά κλαδιά του καταλαβαίνεις γιατί στην Αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως τον χρησιμοποιούσαν για να τιμωρήσουν τους τυράννους στον 'Αδη. Το ποίημα του Σεφέρη “Επι ασπαλάθων...” αναφέρεται στην τιμωρία του τυράννου Αρδιαίου, που καθώς φαίνεται την άξιζε για τα καλά! Το ποίημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στη γαλλική Monde μεταφρασμένο από τον ίδιο τον Σεφέρη και στη συνέχεια σε δύο ελληνικές εφημερίδες (Βήμα και Νέα) την επομένη της κηδείας του ποιητή στις 23-9-71, αξίζει να ξαναδιαβαστεί στις δύσκολες εποχές που ζούμε. Χάρη στον ασπάλαθο ας το θυμηθούμε μαζί !

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες,
χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ΄ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.


Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος


Κυριακή, 15 Μαΐου 2011

Αναγαλλίς η αγρωστώδης


Anagallis arvensis L.

Primulaceae


Μονοετής ή διετής πόα πολύ κοινή σε όλο το βόρειο ημισφαίριο. Τα πανέμορφα μικρά λουλούδια της που είναι μπλε ή πορτοκαλιά ή κόκκινα ανοίγουν μόνον όσο ο ήλιος λάμπει ψηλά, και κλείνουν στη συννεφιά ή όταν ο ήλιος χαμηλώνει προς τη δύση. Γι αυτό στα αγγλικά ονομάζεται και το βαρόμετρο του φτωχού, “poorman's barometer”, ή κλεψύδρα του βοσκού , “shepherds hourglass” μεταξύ άλλων.

Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το λατινικό όνομα προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ανα +αγάλλομαι= αισθάνομαι μεγάλη χαρά. Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το φυτό μπορούσε να θεραπεύσει τη μελαγχολία και την κατάθλιψη που είχαν αιτία σε διαταραχές του ήπατος. Το επίθετο arvensis από το λατινικό arvus = αγρός. Ο Διοσκουρίδης θεωρεί ότι τα μπλε άνθη είναι “αρσενικά” ενώ τα κόκκινα “θηλυκά”, και τους αποδίδει αρκετές θεραπευτικές ιδιότητες. Στη Ναβάρα της Ισπανίας το χρησιμοποιούσαν από παλιά σαν επουλωτικό πληγών. Σύγχρονες έρευνες στο τοπικό πανεπιστήμιο δείχνουν ότι εκχύλισμα των φύλλων του φυτού έχει αντιφλεγμονώδεις και αντιμικροβιακές ιδιότητες.( V. Lopez, University of Navara). Το φυτό είναι τοξικό και αρκετά επικίνδυνο ιδιαίτερα για μικρόσωμα ζώα και πουλιά που αν φάνε μεγάλες ποσότητες παθαίνουν διάφορες εντερικές διαταραχές.


Άλλα ονόματα του στην Ελλάδα: περδικούλι κογχήστρα, φελλόχορτο, τ' ουρανού τα λουλούδια.  

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Η Καστανιόλα των Κυθήρων

Tulipa goulimyi Sealy&Turrill


Η τουλίπα του Γουλιμή

Liliaceae
Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Η υπέροχη αυτή τουλίπα εντοπίστηκε από τον δικηγόρο και ερασιτέχνη βοτανολόγο Κωνταντίνο Γουλιμή τον Απρίλιο του 1954. Οι J.Robert Sealy και William Turill βοτανολόγοι στους Βασιλικούς Βοτανικούς Κήπους Kew του Λονδίνου, περιέγραψαν επίσημα το φυτό το 1955 από υλικό που συνέλεξαν στα Κύθηρα. Πρόκειται για στενό ενδημικό της περιοχής μας, με κύριους πληθυσμούς στο νησί των Κυθήρων.


Στη συνέχεια αρκετοί βοτανολόγοι ενδιαφέρθηκαν και μελέτησαν το φυτό, καταγράφοντας διάφορες τοποθεσίες εμφάνισης του στα Κύθηρα. (Γιαννίτσαρος 1978,1998, Ιατρού 1986, Αθανασίου 1988, Briggs 1990, Τζαννουδάκης 1991). Διαφέρει από την πολύ συγγενική της τουλίπα του Ορφανίδη κυρίως στο ότι ο βολβός της περιβάλλεται από πυκνό χνουδωτό μανδύα.(Μοιάζει με κάστανο, εξ ου και το όνομα). Θεωρείται πολύ σπάνια και έχει εντοπιστεί εκτός Κυθήρων μόνο σε λίγες περιοχές της Νότιας Πελοποννήσου,όπου σήμερα τείνει να εκλείψει λόγω της υπερσυλλογής, των πυρκαγιών και της υποβάθμισης του βιότοπου και στη δυτική Κρήτη.


Αν σας αρέσει μην τη κόβετε! Φωτογραφήστε την, να σας κρατήσει και περισσότερο!

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Αλκάνα η βαφική


Alkanna tinctoria (L.) Tausch
Βαφόριζα, Ριζάρι


Boraginaceae


Το όνομα της προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό alchanna που με τη σειρά του προέρχεται από το αραβικό al-hanna η χένα (Lawsonia inermis, Lythraceae) το επίθετο από το tinctus= αυτός που βάφει.
Η αλκάνη η βαφική είναι αυτοφυής σε παραθαλάσσια μέρη σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τη νότια Γαλλία. Έχει σκουρόχρωμη ρίζα με μαυριδερό φλοιό και σάρκα κόκκινη - μπλε γύρω από λευκωπό πυρήνα από όπου παραδοσιακά εξάγεται η αλκανίνη, μια χρωστική ουσία, που είναι καλά διαλυτή σε λάδι ή οινόπνευμα αλλά όχι στο νερό, και δίνει λαμπερό ρουμπινί χρώμα. Χρησιμοποιήθηκε στο βάψιμο υφασμάτων και σαν χρωστικό σε φυτικά λάδια, κρασιά, βερνίκια καθώς και για χρωματισμό μαρμάρου και ξύλου.

Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το φυτό συχνά συγχέεται με την άγχουσα την ιταλική αφού στην αρχαιότητα πιθανόν περιγραφόταν με τα ονόματα άγχουσα ή βούγλωσσον (Διοσκουρίδης).  
Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της ρίζας της Αλκάνας βρίσκεται στα έργα του Ιπποκράτη που την περιέγραψε σαν φάρμακο για τη θεραπεία ελκών. Ο Θεόφραστος αναφέρει επίσης την εφαρμογή της για βαφή και φάρμακο. Ο Διοσκουρίδης περιέγραψε λεπτομερώς το φυτό στο τέταρτο βιβλίο Περί Ύλης Ιατρικής, αναφέροντας μεταξύ άλλων, ότι θεραπεύει δαγκώματα δηλητηριωδών φιδιών. Ο Πλίνιος την περιγράφει λέγοντας ότι βάφει τα χέρια κατακόκκινα. Την θεωρεί καλό φάρμακο για το δέρμα ιδιαίτερα των ηλικιωμένων. Πάπυρος γραμμένος στα Ελληνικά του 3-4ου μ.Χ αιώνα, που βρέθηκε στην Αίγυπτο αναφέρει την αλκάνα σαν πηγή φυτικής κόκκινης βαφής. Πράγματι, ακόμα και στο Βυζάντιο όπου η πορφύρα (ακριβή και δυσεύρετη) είχε την τιμητική της, η αλκάνα αποτέλεσε ένα φθηνό και καλό φυτικό υποκατάστατο σαν βαφή.
Σήμερα χρησιμοποιείται σαν χρωστική τροφών (Ε103), και καλλυντικών. 
Στα Κύθηρα παλιά χρησιμοποιούσαν τη ρίζα κάποιου φυτού για βάψιμο των υφαντών, (τα περίφημα ρίζινα, με σκούρο καφεκόκκινο χρώμα) δεν είμαι όμως σίγουρη ότι πρόκειται για την αλκάνα αφού οι πληθυσμοί της στο νησί δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλοι. Θα επανέλθω σχετικά.

Μπελάρντια η χνουδωτή


Bellardia trixago (L.) Allioni
Bartsia trixago L.


Scrophulariaceae/ Orobanchaceae


Κύθηρα, Απρίλιος 2011.
Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Ετήσιο φυτό αρκετά κοινό σε όλη τη Μεσόγειο. Τα άνθη του είναι συνήθως λευκά με ροζ άνω χείλος ή κίτρινα. Σε άλλα μέρη του κόσμου Αυστραλία , Νέα Ζηλανδία, Δυτική Αμερική είναι πιθανόν επιγενές και θεωρείται ζιζάνιο.Το φυτό θεωρείται ημιπαράσιτο αφού κάνει μεν φωτοσύνθεση αλλά παίρνει αρκετά θρεπτικά συστατικά από τις ρίζες άλλων φυτών.
Ονομάστηκε έτσι προς τιμή του Ιταλού γιατρού και βοτανολόγου Κάρλο Αντόνιο Μπελλάρντι (1741-1826), από τον καθηγητή του στη Βοτανολογία, στο πανεπιστήμιο του Τορίνο, Κάρλο Αλλιόνι (1728-1804). Το επίθετο trixago προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από το ελληνικό θριξ – τριχός = τρίχα , και το επίθημα -ago που δηλώνει ομοιότητα, αναφορά στη χνουδωτή όψη των φύλλων του φυτού.
Το πρώτο όνομα που δόθηκε στο φυτό από τον Κάρολο Λινναίο ήταν bartsia trixago προς τιμή του φίλου του Johann Bartsch (1709 - 1738) γιατρού και βοτανολόγου της Ανατολικής Πρωσίας που πέθανε σε ηλικία 28 ετών σε αποστολή που τον είχε στείλει ο Λινναίος.  

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Φασκομηλέα


Salvia fruticosa Mill. ( Salvia triloba) L.

Lamiaceae/ Labiateae


Κύθηρα, Απρίλιος 2011.
Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Το γένος Salvia περιλαμβάνει περίπου 900 είδη φυτών με εξάπλωση στις εύκρατες και τροπικές περιοχές της γης. Αρκετά από αυτά με μεγάλα εντυπωσιακά άνθη, καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη Salvia με κοινά ονόματα όπως φασκομηλιά, χαχομηλιά, αλισφακία, αλιφασκιά, ιεροβότανο, αγιάννης, γοργόγιαννης κ.α. Τα σημαντικότερα αυτοφυή είδη στην Ελλάδα είναι η Salvia officinalis ( σπάνιο ) και η Salvia fruticosa (triloba) (κοινό).Το δεύτερο πιθανόν είναι ο ελελίσφακος του Θεόφραστου. (βλ. παρακάτω)
Το όνομά salvia χρησιμοποίησε πρώτος ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και προέρχεται από το λατινικό ρήμα salvare= σώζω, διασώζω. Η νέα ελληνική λέξη φασκομηλιά προέρχεται με αντιμετάθεση από το μεσν. Σφακομηλέα= σφάκος + μηλέα ( Μπαμπινιώτης 1998) Σφάκος είναι αρχαιότατη λέξη που δήλωνε είτε τη φασκομηλιά είτε ένα είδος λειχήνα με ευχάριστη οσμή αλλά πολύ πικρή γεύση. Η λέξη παραμένει σε πολλές νοελλληνικές διαλέκτους ( Κρήτη, Κύθηρα) και δηλώνει συνήθως κάτι πολύ πικρό. ( σπάκα, αγριόσπακα = η πικροδάφνη στα Κύθηρα)

Είναι πασίγνωστο πια το αραβικό ρητό: “ Γιατί να πεθάνει κάποιος όταν έχει φασκόμηλο στην αυλή του;”. Οι σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητες του φασκόμηλου έχουν περιφραφεί από την αρχαιότητα. Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν “φυτό ιερό”, και πίστευαν ότι αποτρέπει τον θάνατο. Αναφέρεται στον Θεόφραστο,ο οποίος διακρίνει δύο είδη τον “σφάκον” και τον “ελελίφασκον”.

Σφάκος δε και ελελίσφακος διαφέρουσιν ωσάν το μεν ήμερον, το δε άγριον. Λειότερον γαρ το φύλλον του σφάκου και έλαττον και αιχμηρότερον, το δε του ελελίσφακου τραχύτερον”
Θεόφραστος Περί φυτών ιστορίας, 6,2,5

Επίσης αναφέρεται στον Ιπποκράτη, τον Διοσκουρίδη, τον Αέτιο,τον Γαληνό, κ.α
Οι Γάλλοι το έχουν σε μεγάλη εκτίμηση και το χρησιμοποιούν με διάφορους τρόπους στην περίφημη κουζίνα τους, σαν αρωματικό σε τουρσιά και καπνιστά. Οι Κινέζοι το ονομάζουν “τσάι ελληνικό” και συχνά το θεωρούν ανώτερο του δικού τους.


Σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες το είδος Salvia fruticosa αναφέρεται σαν “ελληνικό φασκόμηλο”: sauge grecque, greek sage, graesk salvie, griechischer salbei. Η αφθονία του στην ελληνική φύση και ο συνδυασμός κλίματος και εδαφικών χαρακτηριστικών του προσδίδουν εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες που συγκρίνονται με αυτές του είδους Salvia officinalis. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θεωρείται ανώτερο κυρίως λόγω του λεπτού αρώματος και της μικρότερης τοξικότητας σε περίπτωση υπερβολικής κατανάλωσης. Αναγνωρίζεται σαν θαυμάσιο τονωτικό, αντιρευματικό, εξαιρετικό καλλυντικό για το δέρμα, τα μαλλιά και τα δόντια, στυπτικό, αντισηπτικό, επουλωτικό, αποχρεμπτικό. Κυρίως όσον αφορά το είδος salvia officinalis xρειάζεται προσοχή γιατί υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στον ανθρώπινο οργανισμό.




Στα Κύθηρα συλλέγουμε τις κορυφές της φασκομηλιάς μετά την ανθοφορία και πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια. [Θεωρείται ότι αυτή της Αγίας Μόνης είναι η καλύτερη στο νησί. Μάλλον πρέπει να πω, ήταν αφού η περυσινή φωτιά μείωσε σοβαρά τον πληθυσμό της. Τη δουλειά αποτελειώνουν τα κατσίκια που βόσκουν στην περιοχή ανενόχλητα και μειώνουν τις πιθανότητες να επανέλθει μετά από χρόνια.] Την αποξηραίνουμε σε ξηρό και σκοτεινό μέρος για περίπου ένα μήνα. Υπήρξε το αγαπημένο ρόφημα των παλιότερων. Τα τελευταία χρόνια δεν είναι και τόσο δημοφιλές είτε εξ αιτίας της ιδιαίτερης γεύσης είτε διότι αντικαταστάθηκε από άλλα μοντέρνα ροφήματα. Κρίμα για μας! Θα μπορούσαμε πολλαπλά να ωφεληθούμε αφού εκτός των άλλων συμβάλλει και στην όξυνση των νοητικών λειτουργιών κάτι που μάλλον μας χρειάζεται επειγόντως!


Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Σεμπρεβίβα


Helichrysum orientale (L.) Gaertner

Compositae / Asteraceae

Απρίλιος 2005, Κάστρο Χώρας. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
 Το γένος helichrysum περιλαμβάνει πάνω από 500 είδη με εξάπλωση σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Πολλά καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου δέκα είδη. Ένα από αυτά και η αγαπημένη του Τσιρίγου, σεμπρεβίβα ή σεμπρεβίδα όπως τη λέγαμε παλιότερα, πριν μάθουμε καλά τα ιταλικά. Το κοινό όνομα από το λατινικό semper + vivere= πάντα ζει, αφού το “λουλούδι” της σεμπρεβίβας διατηρεί το χρώμα του για πολλά χρόνια. Βέβαια στην πραγματικότητα τα μικροσκοπικά άνθη της μαραίνονται και πεθαίνουν. Αυτό που διατηρείται είναι τα γυαλιστερά, αχυρώδη κίτρινα φύλλα που περιβάλλουν τα μικροσκοπικά άνθη. Γι αυτό και οι σεμπρεβίβες μαζεύονται πριν ανοίξουν τα βράκτια αυτά και γίνεται ειδική επεξεργασία ώστε τα μπουμπούκια να παραμείνουν λαμπερά κίτρινα για πολύ καιρό. Από τα ελληνικά είδη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το σπάνιο τοπικό ενδημικό της Αμοργού, ( Helichrysum amorginum) με υπόλευκα άνθη.

Απρίλιος 2011. Αγία Ελέσσα.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
Η σεμπρεβίβα των Κυθήρων με σχετικά μεγάλα άνθη και έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα φυτρώνει σε απόκρημνα μέρη στα νοτιοδυτικά του νησιού και στη Χύτρα. Πιστεύω ότι πρόκειται για το είδος Helichrysum orientale, Ελίχρυσον το ανατολικό. Το μπουμπούκι του φυτού, με κύρια προέλευση τη Χύτρα, όπου κάθε αρχή καλοκαιριού γίνεται οργανωμένη συλλογή από ορισμένους ντόπιους, χρησιμοποιείται από χειροτέχνες του νησιού για κατασκευή αναμνηστικών δώρων και διακοσμητικών.
Το είδος Ηelichrysum stoechas (L.) DC, φυτρώνει σχεδόν παντού στο νησί, όπως εξ άλλου και σε όλη την Ελλάδα, είναι αρκετά μικρότερο και δεν έχει το λαμπερό κίτρινο χρώμα του orientale. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κάποια προσπάθεια για καλλιέργεια του φυτού. Η καλλιεργημένη σεμπρεβίβα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την άγρια με έντονο κίτρινο χρώμα χωρίς όμως τις χρυσαφιές αποχρώσεις της αυτοφυούς.

Σε ότι αφορά το επιστημονικό όνομα, που, όπως και στα περισσότερα φυτά προέρχεται κατά βάση από τα αρχαία ελληνικά, υπάρχουν διάφορες απόψεις. Κατά μία εκδοχή ( Αθήναιος 15.681), ο Θεμισταγόρας από την Εφεσο αποδίδει την ονομασία του φυτού στη νύμφη Ελιχρύση, που το αγάπησε και το μάζεψε πρώτη. Αλλη πιθανή ετυμολόγηση είναι από το ελίσσω + χρυσός και το επίθετο orientale = ανατολικός , αναφορά στη γεωγραφική εξάπλωση του φυτού στην ανατολική Μεσόγειο και την Τουρκία.
Στεφάνια από ελίχρυσο πρόσφεραν οι Αρχαίοι Έλληνες στους αθάνατους θεούς. Ο Θεόφραστος το ονόμασε “χρυσάνθεμον” και ελειόχρυσο και το εκτιμούσε ιδιαίτερα για την καταπραυντική επίδραση που είχε στο θυμικό του ανθρώπου. Το φυτό αναφέρεται ακόμα στον Θεόκριτο που θαυμάζει το χρυσοκίτρινο χρώμα του, στον Διοσκορίδη και τον Πλίνιο που το θεωρούν από τα καλύτερα αφιερώματα στα αγάλματα των θεών.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Λιμόδωρο το αποβάλλον


Limodorum abortivum (L.) Schwartz, 1753


Orchidaceae




Πανέμορφη λεπτοκαμωμένη ορχιδέα που βρήκα στα βόρεια του νησιού. Η ομορφιά του άνθους της συγκρίνεται με τις μεγαλοπρεπείς τροπικές συγγενείς της.
Το λιμόδωρο το αποβάλλον, όπως προτιμώ να το λέω, (θεωρώ την μετάφραση του abortivum ως εκτρωτικό κάπως άκομψη βλ.ετυμολ. παρακάτω) είναι σχετικά κοινό σε όλη τη Μεσόγειο ενώ υπάρχει και στην κεντρική Ευρώπη. Το στέλεχος και τα φύλλα, που δεν αναπτύσσονται πλήρως αλλά έχουν μορφή φολίδας είναι σκούρο μωβ γκρί χρώμα και δεν περιέχουν χλωροφύλλη. Το φυτό δεν κάνει φωτοσύνθεση αλλά εξαρτάται από άλλους οργανισμούς για να αναπτυχθεί. Ωστόσο δεν θεωρείται παρασιτικό, αλλά συμβιωτικό με ορισμένους μύκητες (rusella fungus) που εξασφαλίζουν την ανάπτυξή του. Το δυνατό υπόγειο τμήμα του, το ρίζωμα, μπορεί να υπάρχει έως και 10 χρόνια πριν ανθίσει. Γι αυτό ίσως θεωρείται από πολλούς σπάνιο.
Κύθηρα Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το λατινικό όνομα προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από το αρχαίο ελληνικό 
λειμών = λιβάδι και το δώρον ενώ το επίθετο abortivum από το λατινικό aborior που σημαίνει απoβάλλω, και αναφέρεται στα ελλιπή η υποσχηματισμένα φύλλα του φυτού, ή στο ότι τα άνθη μαραίνονται και πεθαίνουν, πριν ανθίσουν πλήρως.