Αναγνώστες

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Αρμυρήθρα


Medicago marina L.

Fabaceae

Κύθηρα, Φεβρουάριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές αμμόφιλο φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο και αρκετά διαδεδομένο στις ακτές όλης της Ευρώπης και του υπόλοιπου κόσμου. Απλώνεται έρπωντας πάνω στην άμμο με τα γκριζοπράσινα φύλλα του γεμάτα ασημένιες τριχούλες που του δίνουν όψη βελούδου. Το άνθος λαμπερό κίτρινο με τη χαρακτηριστική μορφή των ψυχανθών ανοίγει στις αρχές της άνοιξης.


Στα Κύθηρα αρχίζει να ανθίζει από τον Ιανουάριο.
Το όνομα του γένους medicago<medica που χρησιμοποιούσε ο Θεόφραστος για το ήμερο τριφύλλι προέρχεται από την ελληνική λέξη μηδική. Το είδος εισήχθη στην Ελλάδα την εποχή των Μηδικών Πολέμων και έτσι θεωρήθηκε ότι προέρχεται από τη Μηδία, περιοχή βορειοδυτικά του Ιραν. Στράβωνας (ΙΙ, 560).




Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Μαυρόκρινος, ο βελούδινος αγγελιαφόρος


Iris tuberosa L.
Hermodactylus tuberosus (L.) Mill.


Iridaceae

Ερμοδάκτυλος ο κονδυλόριζος

Κύθηρα, Φεβρουάριος 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Πολυετές αρωματικό φυτό, ενδημικό της Μεσογείου. Τα όμορφα ωχροκίτρινα πέταλα καταλήγουν σε βαθιές μαβιές ή μαύρες και σπανιότερα σε χρυσοκίτρινες αποχρώσεις. Ανθίζει στα τέλη του χειμώνα σχηματίζοντας αρκετά μεγάλες συστάδες σε χέρσα χωράφια, πετρώδεις τοποθεσίες, στις άκρες των δρόμων.


Το όνομα ερμοδάκτυλος αρχικά δόθηκε στο συγκεκριμένο φυτό από τον βοτανολόγο Mattioli το 1565, ενώ χρησιμοποιείται από τον 6ο αιώνα π.Χ για κάποιο είδος κολχικού (Αλέξανδρος εκ Τράλλεων) που εθεωρείτο εξαιρετικό φάρμακο κατά της αρθρίτιδας.
Στη συνέχεια ο Λινναίος το περιέγραψε σαν Iris tuberosa τον 18ο αιώνα.


Στα τέλη του 18ου αιώνα διαχωρίστηκε από το γένος Iris και ταξινομήθηκε σαν ξεχωριστό γένος. Μετά από μοριακές αναλύσεις όμως, που έγιναν στην Αγγλία (Jordell labs, Kew) τον 20ο αιώνα θεωρείται πιο σωστό να περιγραφεί με το όνομα Iris tuberosa, που είχε δώσει ο Λινναίος. Τελικά το αρχαίο όνομα φαίνεται να υπερισχύει. Η ετυμολόγησή του από το Ερμής + δάκτυλος αναφέρεται στα κονδυλώδη ριζώματα του φυτού που μοιάζουν με δάκτυλα. Οι βοτανολόγοι που επέλεξαν αυτό το όνομα για το φυτό έκαναν ίσως ένα έξυπνο τέχνασμα αφού και ο Ερμής ήταν αγγελιαφόρος των θεών όπως και η Ιρις.


Οι κοινές ονομασίες στα Αγγλικά, widow iris και snake's head iris αναφέρονται η πρώτη στο κάπως πένθιμο χρώμα του widow=χήρα και η δεύτερη στην ομοιότητα των πετάλων με κεφάλι φιδιού.
Στα Κύθηρα σε κάποιες περιοχές το λένε μαυρόκρινο, ενώ σε άλλες περιοχές της Ελλάδας είναι γνωστό σαν “αυτί του λαγού”. 

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Η σπάνια οφρύς της Μεσαράς


Ophrys mesaritica Paulus &Alibertis

Orchidaceae



Κύθηρα, Ιανουάριος Φεβρουάριος 2012. Φωτογραφίες - κείμενο :Σταυρούλα Φατσέα


Η Οφρύς της Μεσαράς θεωρείται αρκετά σπάνια και αρχικά είχε καταγραφεί σαν στενότοπο ενδημικό της Κρήτης εξ ου και το όνομα. Το 1993 o P. Delforges,  βέλγος ειδικός στις ορχιδέες, τη βρίσκει στη Μάλτα. Ο ίδιος θεωρεί πιθανό να βρίσκεται και στη Λέσβο. Ο H.F Paulus αργότερα ανακοινώνει ότι η συγκεκριμένη οφρύς υπάρχει στα Κύθηρα και άλλα νησιά του Ιονίου. Οι τεράστιες αποστάσεις μεταξύ των τοποθεσιών, δημιουργούν κάποιες αμφιβολίες σχετικά με την ταξινόμηση της Μαλτέζικης. Κάποιοι ειδικοί την θεωρούν υποείδος της Ophrys fusca, κάποιοι άλλοι της Οphrys Iricolor.

Στα Κύθηρα βρήκα αρκετά άτομα ανθισμένα από τα μέσα Ιανουαρίου στα ανατολικά του νησιού.

Ποια είναι η σωστή ταξινόμηση;;Το λουλούδι χαμογελάει κομψά και μεταλλάσσεται όπως του αρέσει, αδιάφορο για τις αγωνίες της ανθρώπινης επιστήμης που τα θέλει όλα τακτοποιημένα με καθαρές ετικέτες.  Απολαύστε τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να πάρει ανάλογα με τις δικές της ανάγκες.  

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Ακονιζέα

Dittrichia viscosa (L.)(1758) 
syn.Inula Viscosa (L.) Aiton
Διττριχία η ιξώδης
Asteraceae

Κοντολιάνικα, Νοέμβριος 2010. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα
Αειθαλές φυτό πολύ κοινό σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει στις άκρες των δρόμων, σε εγκαταλειμμένους αγρούς, σε ξηρά και άγονα εδάφη από τα τέλη Αυγούστου ως τις αρχές Δεκεμβρίου και μπορεί να φτάσει ως 1,5 μ ύψος. Έχει όμορφα κίτρινα άνθη σε πυκνές ταξιανθίες. Ο βλαστός και τα φύλλα είναι κολλώδη, κάπως χνουδωτά, με χαρακτηριστική έντονη μυρωδιά. 
Φυτό πολύτιμο στην μελισσοκομία αφού την εποχή της ανθοφορίας του η γύρη, απαραίτητη για την εκτροφή γόνου και την ανανέωση του πληθυσμού των μελισσιών, σπανίζει. Μελισσοκόμοι στο Πήλιο και άλλα μέρη της Ελλάδας το χρησιμοποιούν για να καταπολεμούν ένα παράσιτο που προσβάλλει τις μέλισσες, το βαρρόα, είτε βάζοντας στεφάνια πάνω στις κυψέλες, είτε με υποκαπνισμό.
Θεωρείται από την λαϊκή ιατρική εντομοκτόνο, μαλακτικό, διουρητικό, αποχρεμπτικό και εμμηναγωγό. 
Στα Κύθηρα παλιότερα κοπάνιζαν τα φύλλα και τα έβαζαν πάνω στην ανοικτή πληγή για απολύμανση και γρήγορη επούλωση. Επίσης, από τα φύλλα μπορεί να βγει βαφή σε ωραίες πράσινες αποχρώσεις. 
Μια άλλη χρήση της ακονιζέας που μου ανέφεραν κάποιοι παππούδες είναι για το μάζεμα των φραγκόσυκων.. Το πεντανόστιμο αυτό φρούτο αντιστέκεται σθεναρά με τα λεπτά αγκάθια του, που πετιούνται μέχρι 20 πόντους, όταν προσπαθήσεις να τα κόψεις. Πάντα νωρίς το πρωί, πριν βγει καλά καλά ο ήλιος με ένα μάτσο ακονιζέα οι παλιότεροι κτυπούσαν ελαφρά τα φραγκόσυκα, ώστε τα αγκάθια να αποκολληθούν και να απομακρυνθούν πάνω στα κολλώδη φύλλα της ακονιζέας. Δυστυχώς αν και το φυτό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό και μάλιστα σε πολλά μέρη του κόσμου θεωρείται επιβλαβές ζιζάνιο, στα Κύθηρα παρατηρώ ότι οι πληθυσμοί του ελαττώνονται ιδιαίτερα σε περιοχές που καλύπτονται από τον ασπάλαθο και την αστιβή. 

 To λατινικό όνομα του γένους δόθηκε προς τιμή του Manfred Dittrich βοτανολόγου από τη Γερμανία ενώ το επίθετο του είδους, viscosa = κολλώδης αναφέρεται στη χαρακτηριστική υφή των φύλλων του φυτού.
Κοινά ονόματα σε άλλα μέρη της Ελλάδας : Κόνυζα, Ακονυζία, Κόνυζο, Νεροκόνυζο,Νεροκολλησιά, Ψυλλήθρα, Ψυλλίστρα, Κονισός

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

Αρκόβατος


Smilax aspera L.
Σμίλαξ η τραχεία
Smilacaceae
Κύθηρα, 2010.
Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Αναρριχώμενο φυτό ( βάτος ) αρκετά διαδεδομένο σε όλη τη Μεσόγειο. Στα Κύθηρα είναι γνωστό με την ονομασία αρκόβατος. Τα φύλλα του γυαλιστερά σαν δέρμα με μικρά αγκάθια στις άκρες. Ο καρπός μικρή σφαιρική ράγα. Υπάρχουν περιγραφές του στον Θεόφραστο και τον Διοσκουρίδη ο οποίος το θεωρούσε αντίδοτο για όλα τα δηλητήρια:
σμῖλαξ τραχεῖα· [οἱ δὲ ἡπατῖτις, οἱ δὲ καλυκάνθεμον, οἱ δὲ κυνόσβατον, οἱ δὲ ἀνίκητον, οἱ δὲ ἡλιόφυτον, οἱ δὲ ἀνατολικόν, οἱ δὲ δυτικόν, οἱ δὲ ἑλξίνη, οἱ δὲ κλύμενον, Αἰγύπτιοι λυιαθή, οἱ δὲ κόνυσσον, Ῥωμαῖοι μεργίνα, οἱ δὲ βούλουκρουμ λέντουμ, Θοῦσκοι ῥαδία.] τὰ μὲν φύλλα ἔχει περικλυμένῳ ὅμοια καὶ κλήματα πολλά, λεπτά, ἀκανθώδη ὡς παλίουρος ἢ βάτος, ἑλίσσεταί τε περὶ τὰ δένδρα ἄνω καὶ κάτω νεμομένη· καρπὸν δὲ ἔχει βοτρυοειδῆ, πεπανθέντα ἐρυθρόν, ὑποδάκνοντα ἠρέμα τῇ γεύσει, ῥίζαν σκληράν, παχεῖαν· φύεται ἐν τόποις ἑλώδεσι καὶ τραχέσι. ταύτης τὰ φύλλα καὶ ὁ καρπὸς θανασίμων ἐστὶν ἀντίδοτα προπινόμενα καὶ ἐπιπινόμενα. παραδέδοται δ᾽ ὅτι, ἄν τις ἀρτιγενεῖ παιδίῳ τρίψας τι τούτων δῷ καταπιεῖν, ὑπ᾽ οὐδενὸς δηλητηρίου
                                                    Διοσκουρίδης




Άλλα κοινά ονόματα στην Ελλάδα: αρκουδόβατος, ξυλόβατος και σμιλάγγι. Στο γένος Smilax ανήκουν 300-350 είδη πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην φαρμακοβιομηχανία του δυτικού κόσμου επειδή περιέχουν πολύτιμες θεραπευτικές ουσίες. Ο αρκόβατος θεωρείται ότι έχει παρόμοιες ιδιότητες με την Sarsaparilla ή Sarzaparilla όπως ονομάζονται αρκετά είδη της Κεντρικής Αμερικής και της Τζαμάικας. Τα νεαρά βλαστάρια τρώγονται ωμά και μοιάζουν με σπαράγγι ενώ η ρίζα του φυτού θεωρείται ότι θεραπεύει την ψωρίαση ,την βρογχίτιδα ,το άσθμα και τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ο χυμός των ώριμων καρπών θεωρείται θεραπευτικός των δερματοπαθειών.






Η Αρχαία Ελληνική Μυθολογία έχει μια όμορφη ιστορία για την προέλευση του ονόματος.
Η πανέμορφη νύμφη Σμίλαξ ερωτεύτηκε έναν νεαρό Σπαρτιάτη τον Κρόκο με τον  οποίο όμως ήταν ερωτευμένος ο ίδιος ο Ερμής. Η ατυχής ερωτική ιστορία είχε ανάλογη κατάληξη με τον νεαρό να μεταμορφώνεται από τον θεό (ή την Άρτεμη), στο φυτό κρόκος. Η Αφροδίτη μεταμόρφωσε τότε την τραγική νύμφη σε αναρριχώμενο φυτό για να βρίσκεται μαζί με τον αγαπημένο της στην αιωνιότητα. 


Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Πορφυρομάνητας



Russula sanguinaria (Schumach.) Rauschert (1989)

Syn. Russula sanguinea Bull.Fr.

Ρούσσουλα η αιματόχρωμη
Russulaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα


Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι, φυτρώνει σε δάση κωνοφόρων από το φθινόπωρο ως την άνοιξη. Το καπέλλο του μπορεί να φτάσει τα 10 εκ. σε διάμετρο. Αρχικά είναι καμπύλο και καθώς το μανιτάρι ωριμάζει γίνεται επίπεδο έως κοίλο. Το χρώμα του συχνά είναι σκουρότερο στην κορυφή του καπέλλου ενώ τα πυκνά λευκωπά ελάσματά του γίνονται κρεμ ως κιτρινωπά στην ωριμότητα. Εχει ελαφριά μυρωδιά φρούτου και μάλλον πικρή και καφτερή γεύση. Δεν τρώγεται.
Το όνομά του γένους προέρχεται από το λατινικό russus= κόκκινος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο από το sanguis, sanguinis = αίμα, αιματόχρωμος