Αναγνώστες

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Ασφόδελος

Asphodelus L.

Asphodelaceae / Liliaceae


Το γένος περιλαμβάνει δεκαεπτά είδη πολυετών φυτών αυτοφυών στη δυτική, κεντρική και νότια Ευρώπη. Πολλά από αυτά έχουν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο σαν επιγενή.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού εκθειάζονται από την αρχαιότητα. Από την εποχή του Ιπποκράτη έως και σήμερα η λαϊκή ιατρική θεωρεί ότι παρασκευάσματα από τις ρίζες και τα φύλλα του φυτού έχουν διουρητική, αποχρεμπτική, καρδιοτονωτική και εμετική δράση ενώ σαν αλοιφή ή κατάπλασμα θεωρείται ότι θεραπεύουν φλεγμονές και έλκη του δέρματος και των βλενογόννων, την τριχόπτωση, τους πόνους στα αυτιά και τα μάτια. Ιδιαίτερα εκτιμάται ο ασφόδελος από τον Διοσκουρίδη που τον θεωρεί κυριολεκτικά πανάκεια για όλες τις ασθένειες.

Asphodelus fistulosus L.




Οι κόνδυλοι του φυτού αφού κορνιοτοποιηθούν και αναμειχθούν με κρύο νερό δίνουν ισχυρή κόλλα που χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία και την υποδηματοποιία (Grieve, A Modern Herbal, Penguin, 1984) καθώς επίσης και κίτρινη βαφή.(Upholf.J.C.Th. Dictionary of Economic Plants, Weinheim, 1959)




Οι Αρχαίοι Ελληνες συνέδεσαν το φυτό με τον Αδη και τους νεκρούς. Ισως το γεγονός ότι το υπόγειο τμήμα του φυτού, οι κονδυλώδεις ρίζες οι οποίες είναι μεν βρώσιμες (λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε άμυλο) αλλά θεωρούνται δεύτερης ποιότητας τροφή, κατάλληλη για τους φτωχούς ή ελάχιστη προσφορά στους νεκρούς οδήγησε τους αρχαίους έλληνες στο να φυτεύουν ασφόδελους κοντά στους τάφους. Η Περσεφόνη εμφανίζεται με στεφάνι από ασφόδελους στα μαλλιά και το φυτό σε πολλές περιπτώσεις συμβολίζει τη λησμονιά του θανάτου.

Στον Όμηρο αναφέρεται..., “Ασφοδελός Λειμών” το λιβάδι με τους ασφόδελους σαν το τελικό καταφύγιο των ψυχών των κοινών θνητών.
Πέρασαν το ρέμα του Ωκεανού και τη Λευκή Πέτρα,
πέρασαν τις πύλες του ήλιου και τον κόσμο των ονείρων, κι έσωσαν
γρήγορα στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι, όπου κατοικούν οι ψυχές...

Ομήρου Οδύσσεια Ω
Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης
Θεωρείται σπουδαίο μελισσοτροφικό φυτό αφού η πρώιμη ανθοφορία του βοηθά τις μέλισσες να δυναμώσουν έως ότου αρχίσουν οι μεγάλες ανθοφορίες της άνοιξης. Η γύρη που παράγεται την εποχή που επικρατεί η ανθοφορία του ασφόδελου έχει έντονο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.


















Από αισθητική άποψη, ενώ το άνθος του φυτού είναι υπέροχο από κοντά, η συνολική εντύπωση που δίνει το φυτό με το ακαθόριστα χλωμό, ωχρόλευκο ως καφετί χρώμα και τα στελέχη που ορθώνονται σαν αποστεωμένα χέρια, δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη.

ἂς μὴ μᾶς ξεχάσουν, τὶς ἀδύναμες ψυχὲς μέσα στ᾿ ἀσφοδίλια,
ἂς γυρίσουν πρὸς τὸ ἔρεβος τὰ κεφάλια τῶν θυμάτων:
Ἐμεῖς ποὺ τίποτε δὲν εἴχαμε θὰ τοὺς διδάξουμε τὴ γαλήνη.

Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Μυθιστόρημα

Στα Κύθηρα έχω συναντήσει τρία είδη:Το είδος Asphodelus ramosus L., (ασπέρδουκλας), το είδος asphodelus fistulosus και τέλος το είδος asphodelus luteus (asphdodeline lutea). Το τελευταίο είναι αρκετά σπάνιο στα Κύθηρα. Έως σήμερα έχω συναντήσει ένα πληθυσμό στο βόρειο μέρος του νησιού).



Asphodeline lutea (L.) Rchb.

Κοινές ονομασίες του φυτού asphodelus aestivus στα Κύθηρα* και σε άλλα μέρη της Ελλάδας είναι: ασπέρδουκλας, και ασπέρδουγκλας (Ιόνια Νησιά), σποδρίλι (Χίος), ασφέλταρος (Τήνος), σπερδούκλα (Λακωνία), σφεντιλιά (Κρήτη), σφούρδουκλας (Ρόδος) κ.α.

*Η πληροφορία ότι κοινή ονομασία του είναι άρβυκας ή άρθηκας προφανώς οφείλεται σε σύγχυση με το φυτό ferula communis το οποίο ονομάζεται έτσι στα Κύθηρα και αλλού.


Οι παλιοί γεωργοί του νησιού των Κυθήρων προέβλεπαν τον καιρό του επόμενου χειμώνα παρατηρώντας το στέλεχος του ασπέρδουκλα. Ίσιο και ψηλό σήμαινε “καλοχρονέα” δηλ. ήπιο καιρό και άφθονη παραγωγή. Στραβό και όχι αρκετά ψηλό στέλεχος σήμαινε κακοκαιρία και φτωχή καρποφορία.


Ως προς την ετυμολογία του ομηρικού επιθέτου ασφοδελός και του ουσιαστικού ασφόδελος οι απόψεις των ειδικών διίστανται. Μία εκδοχή είναι ότι πρόκειται για προελληνική λέξη. ( Ν.Π.Ανδριώτης, 1953)
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που θέλει τη λέξη να προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό σποδός=στάχτη, τέφρα, με προσθήκη του αρχικού α- και της κατάληξης -ελος. (www. heterophoton.blogspot.gr )


Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Ελληνικό Κύμινο...

Hellenocarum multiflorum (Sm.) H.Wolff 1927

Carum multiflorum (Sm.) Boiss.

 Syn. Athamanta multiflora Sm.

Apiaceae/Umbelliferae



Σε παλαιότερη ταξινόμηση το φυτό που παρουσιάζω εδώ ανήκε στο γένος Carum L. στο οποίο ανήκουν περίπου είκοσι είδη με γνωστότερο το Carum carvi, το άγριο κύμινο, και είναι γνωστό ήδη από τον Διοσκουρίδη. Το φυτό υπό συζήτηση ονομάζεται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες κύμινο γκρέκο ή κύμινο της Ελλάδας, οπότε συμπεραίνω ότι, όταν το 1927 ο Wolff ταξινόμησε ορισμένα είδη σε διαφορετικά γένη, το συγκεκριμένο φυτό ονομάστηκε hellenocarum.

Στο γένος hellenocarum το οποίο η σύγχρονη ταξινομία ξεχώρισε από το γένος carum ανήκουν επί του παρόντος τέσσερα είδη. Η επιστημονική έρευνα στα είδη της οικογένειας των σκιαδοφόρων συνεχίζεται αλλά το όνομα το οποίο φαίνεται να επικρατεί σαν ορθότερο είναι αυτό.


Το hellenocarum multiflorum εξαπλώνεται από την Αλβανία, την Ελλάδα, την Τουρκία έως το Ιράκ. Είναι φυτό βραχόφιλο,αρέσκεται να φυτρώνει στις σχισμές ασβεστολιθικών βράχων σε ηλιόλουστες τοποθεσίες σε υψόμετρα 200 έως 2000μ.


Είναι πολυετές φυτό του οποίου οι βλαστοί μπορεί να φτάσουν τα 50 εκ. Την εποχή της ανθοφορίας τα φύλλα της βάσης είναι σχεδόν εντελώς ξερά.

Το βασικό συνθετικό του ονόματος carum έχει μάλλον αμφιλεγόμενη ετυμολογία καθώς αρκετοί συγγραφείς θεωρούν ότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κάρον ή κάρος = κύμινο και το συνδέουν με τη χρήση του ονόματος από τον Διοσκουρίδη: “κάρος σπερμάτιον εστί γνώριμον..... αναλογούν ανίσω” Διοσκ. 3.66.
Κατά τον Πλίνιο το όνομα συνδέεται με την περιοχή Καρία της Μικράς Ασίας τόπο προέλευσης του κύμινου κατά τους αρχαίους χρόνους.

Το χαρακτηριστικό επίθετο, multiflorum προέρχεται από τα λατινικά multi + florus-a-um = πολυανθής

Στα Κύθηρα βρήκα το φυτό στις σχισμές βράχων στο βουνό της Αγίας Ελέσσας και σε όλους τους γκρεμούς στα νότια του νησιού.