Αναγνώστες

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Ταπινίσκη η πανοειδής


Tapinella panuoides  (Fr.) E.-Gilbert


Syn. Paxillus panoides (Fr.) Fr. , Paxillus fagi Berk.&Broome, Paxillus panuoides var.fagi (Berk &Broome) Cooke, Crepidotus panuoides (Fr.) Pilat



Εντυπωσιακό μανιτάρι που αναπτύσσεται σε νεκρό ξύλο κωνοφόρων  σχηματίζοντας  με το καρπόσωμα του επικαλυπτόμενα στρώματα σε πολλά επίπεδα.

Αρχικά περιγράφηκε το 1818 από τον Σουηδό μυκητολόγο Elias Magnus Fries  που του έδωσε το όνομα Agaricus panuoides  και μεταφέρθηκε στο γένος Tapinella  το 1931 από τον Γάλλο μυκητολόγο Eduard-Jean Gilbert (1888-1954)
Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα της Βρετανικής Μυκολογικής Εταιρείας ( και του Βοτανικού Κήπου Kew Gardens/ Index Fungorum), το  γένος  Tapinella τοποθετείται στην οικογένεια Tapinellaceae.
Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη τάπης  ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του γένους από το λατινικό panus που με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνικό πήνος ή πάνος = εξόγκωμα, όγκος .
Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το μανιτάρι περιέχει συστατικά που ενδέχεται να έχουν αντιοξειδωτικές,  νευροπροστατευτικές και άλλες θεραπευτικές  ιδιότητες ( Yun et al., 2000) (Lee et al., 2003)

Στα Κύθηρα το συναντώ συχνά σε κομμένους κορμούς πεύκων στα ταλαιπωρημένα δασάκια του νησιού.  

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Αγαρικό το ξανθόδερμο

Agaricus xanthodermus Genev.


Syn. Pratella xanthoderma(Genev.) Gillet,
Psalliota xanthoderma(Genev.) Richon &Roze



Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική. Αναπτύσσεται συνήθως κατά ομάδες σε εδάφη πλούσια σε νεκρή φυτική ύλη ή κοπριά, ξέφωτα ή χερσότοπους. 


Το καπέλο έχει διάμετρο 5 έως 12 εκ. και είναι θολωτό στα πρώτα στάδια και επίπεδο αργότερα, υπόλευκο με γκριζοκαφετί περιοχές και τελικά ανοικτό καφετί στην ωριμότητα. Στο άγγιγμα κιτρινίζει ιδιαίτερα στη βάση και στην περίμετρο του καπέλου και έχει έντονη μυρωδιά ιωδίου ή μελανιού. Τα ελάσματα είναι πυκνά, ελεύθερα, χρώματος αρχικά απαλού ροζ, ενώ στην ωριμότητα γίνονται σκούρο καφέ. Το πόδι, 1-2 εκ πλάτος και 8-10 εκατοστά ύψος, με βολβώδη βάση είναι συμπαγές αρχικά, κούφιο αργότερα, λείο, λευκό με γκριζωπές ίνες. 


Το είδος περιγράφηκε και ονομάστηκε από το Γάλλο βοτανολόγο Leon Gaston Genevier, το 1876. Το χαρακτηριστικό επίθετο προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ξανθός και δέρμα, αναφορά στην ιδιότητα του να κιτρινίζει έντονα στο άγγιγμα. 
                            


                       ΠΡΟΣΟΧΗ : ΤΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΞΙΚΟ 



Λόγω της ομοιότητας του με άλλα νόστιμα εδώδιμα είδη του γένους εχει γίνει αιτία πολλών γαστρεντερικών δηλητηριάσεων καθώς περιέχει τοξικά στοιχεία σε υψηλές συγκεντρώσεις. 
(Gill M., Strauch RJ. 1984) Η κατανάλωσή του προκαλεί στομαχικές κράμπες, ναυτία, εμετό εφίδρωση και διάρροια.


Στα Κύθηρα το βρήκα σε διάφορες τοποθεσίες σε πρινερά ή άκρες αγρών. Μεγάλη προσοχή καθώς εύκολα μπορεί να το μπερδέψει κανείς με τα εδώδιμα μαστραγγούρια (Αγαρικό το πεδινό). Έτσι κι αλλιώς η συλλογή μανιταριών για κατανάλωση δε θα πρέπει να ενθαρρύνεται καθώς οι πληθυσμοί τους στο νησί των Κυθήρων δεν είναι πολυάριθμοι και με δεδομένη την κλιματική αλλαγή και τις δασικές πυρκαγιές είναι πιθανό αρκετά είδη να βρίσκονται σε κίνδυνο εξαφάνισης αν και δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα σχετικά.