Αναγνώστες

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Ομφαλωτός των ελαιώνων


Omphalotus olearius (DC. ex Fr.) Singer 1946

Syn. Clirocybe olearia (DC.) Maire


Marasmiaceae / Omphalotaceae
Κύθηρα, Δεκέμβριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Αναπτύσσεται σε ομάδες, στις ρίζες ή στη βάση του κορμού της ελιάς ( εξ ου και το όνομα) αν και δεν είναι σπάνιο κοντά σε βελανιδιές, καστανιές ή σφεντάμια. Στη Μεσόγειο το μανιτάρι καρποφορεί στα τέλη του φθινoπώρου αρχές του χειμώνα. 



Τα ελάσματά του, λέγεται ότι φωσφορίζουν ελαφρά στο σκοτάδι όταν τα σπόρια είναι ώριμα. Το μανιτάρι δεν είναι θανατηφόρο αλλά αρκετά τοξικό ώστε κατανάλωσή του να προκαλεί σοβαρά γαστρεντερικά προβλήματα, διάρροια και εμετό. Η ευχάριστη μυρωδιά του ομφαλωτού και η ομοιότητά του με τον κανθαρίσκο (chanterelle cibarius) που είναι περιζήτητο βρώσιμο μανιτάρι, παρασύρουν τον αρχάριο μανιταροσυλλέκτη με αποτέλεσμα συχνές δηλητηριάσεις.




Στα Κύθηρα το μανιτάρι είναι αρκετά διαδεδομένο και μαζί με τα περισσότερα μη βρώσιμα είδη αναφέρεται σαν κοπρομάνητας.

Αρκεστείτε στην εξωτερική του ομορφιά!



Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Σαρκοσκύφη η κόκκινη


Sarcoscypha coccinea ( Jacq.) Boudier. 1885




Sarcoscyphaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2013.
Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα
 Ασκομύκητας με κυπελλόμορφο καρπόσωμα διαμέτρου 1-5εκ. Αναπτύσσεται σε πεσμένα κλαδιά στα τέλη του χειμώνα αρχές της άνοιξης σε υγρά σκιερά μέρη. Το λαμπερό κόκκινο χρώμα της εσωτερικής πλευράς (υμένιο) τον κάνει να ξεχωρίζει σαν ρουμπίνι μέσα στα σκοτεινά χρώματα της νεκρής φυτικής ύλης.

H Σαρκοσκύφη λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκε σαν φαρμακευτικό φυτό από φυλές Ινδιάνων (Seaver 1928). Χρησιμοποιούσαν το αποξηραμένο και τριμμένο σε σκόνη μανιτάρι σαν στυπτικό. 
 Στην Αγγλία χρησιμοποιήθηκε μαζί με πρασινάδες σαν διακόσμηση στο σερβίρισμα πιάτων. (Dickinson and Lucas, 1982). Από κάποιους συγγραφείς θεωρείται βρώσιμο (Αρόρα 1986) και καλή πηγή τροφής για τα τρωκτικά το χειμώνα και τα σαλιγκάρια την άνοιξη. (Brown 1980)
 Εργαστηριακή έρευνα στο πανεπιστήμιο του Κασμίρ έδειξε ότι η Σαρκοσκύφη έχει αξιοσημείωτη αντιοξειδωτική δράση. ( A. H. Wani, et al. )

Το λατινικό όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη σαρξ - σαρκός και την αρχαία ελληνική σκύφος = ευρύστομο αγγείο πόσης με ή χωρίς λαβές.
Η διάκριση μεταξύ ορισμένων ειδών του γένους πχ μεταξύ της σαρκοσκύφης της κόκκινης και της σαρκοσκύφης της αυστριακής είναι δύσκολη και απαιτεί μικροσκοπική εξέταση. Πάντως όλα τα είδη χαρακτηρίζονται σαν κινδυνεύοντα και πρέπει να προστατεύονται.




Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Γλυστρίτης


Volvariella speciosa (Fr.) Singer var. gloiocephala (DC.) Singer 1951


Βολβαρίσκη η γλοιοκέφαλη


Volvopluteus gloiocephalus Vizzini, Contu & Justo 2011

Pluteaceae


 Κύθηρα, Δεκέμβριος 2012. Φωτογραφίες κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα
Αναπτύσσεται σε κήπους, χέρσα χωράφια, ανάμεσα στα αγριόχορτα, σπανιότερα σε πυκνότερη βλάστηση και δάση. Μανιτάρι αρκετά διαδεδομένο σε όλο τον κόσμο. Το καπέλο μπορεί να γίνει έως 15 εκ. σε διάμετρο. Με χαρακτηριστικό ήβο στο κέντρο που είναι σκουρότερος Απαλό και λαμπερό με ξηρό καιρό ενώ με υγρό καιρό αποκτά γλοιώδη υφή στην οποία οφείλει και το όνομά του. Το χρώμα του από απαλό λευκό έως γκριζοκαφετί με ροδόχρωμα ελάσματα που γίνονται σταδιακά καφετιά καθώς το μανιτάρι ωριμάζει. Εργαστηριακή έρευνα και πειράματα σε ποντίκια έδειξαν ότι στο μανιτάρι αυτό περιέχονται ουσίες που έχουν αντικαρκινική δράση.
(Ohtsuka et al., 1973)

Λόγω της ομοιότητας του με δηλητηριώδη είδη του γένους amanita, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν συλλέγεται.




Στα Κύθηρα το μανιτάρι αυτό ονομάζεται γλυστρίτης (Ποταμός, Καραβάς) ή γλυστραίος (Πιτσινιάνικα) και αφθονεί σε αρκετές περιοχές του νησιού σε χέρσα χωράφια και στις άκρες των δρόμων. Στο βόρειο μέρος των Κυθήρων τα μαγειρεύουν γιαχνί ή τηγανητά και τα θεωρούν πολύ νόστιμα!

Πάντως όπως ανέφερα και παραπάνω χρειάζεται μέγιστη προσοχή στη συλλογή τους. Ποτέ δεν πρέπει να στηριζόμαστε σε απλές περιγραφές ή ταυτοποίηση από βιβλία ή από το διαδίκτυο. Εάν δεν είμαστε απολύτως βέβαιοι για κάποιο είδος, καλό είναι να αποφεύγουμε τη συλλογή και κατανάλωσή του.

Εγώ κατάφερα να το δοκιμάσω χάρη στους καλούς μου φίλους Παναγιώτη και Τάσο Σουρή, που είναι έμπειροι μανιταροσυλλέκτες  και μοιράζονται τις γνώσεις τους με χαρά!
Ευχαριστώ επίσης τον Κώστα Καλλίγερο που μου διηγήθηκε πως μάζευε μανιτάρια όταν ήταν μικρός  στα Πιτσινιάνικα και με πληροφόρησε για την τοπική ονομασία στο Μέσα Δήμο. 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Σφουγγαρίτης


Suillus collinitus (Fr.) Kuntze 1898


Χοίριος ο κηλιδωτός


Syn. Boletus collinitus. Fr. , Suillus fluryi Huijsman

Suillaceae



Κύθηρα, Δεκέμβριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα. 
Εντυπωσιακό μανιτάρι που ζει συμβιωτικά με αρκετά είδη πεύκης, κυρίως της χαλεπείου.
Αγαπά τα ασβεστολιθικά εδάφη των θερμότερων περιοχών και έτσι είναι αρκετά κοινό στη Νότια Ευρώπη και σπανιότερο στην Kεντρική και Βόρεια.
Σύγχρονα πειράματα δείχνουν ότι το μανιτάρι βελτιώνει την ανάπτυξη των νεαρών δέντρων και την προσαρμογή τους σε διαταραγμένα εδάφη παρέχοντας τους νερό και ιχνοστοιχεία. Σε αντάλλαγμα τα πεύκα μοιράζονται προϊόντα της φωτοσύνθεσης, κυρίως υδατάνθρακες, με τους μύκητες συντρόφους τους. Οι ρίζες του δέντρου φαίνονται ικανότερες να επιβιώσουν μετά από φωτιά ή όργωμα όταν συμβιώνουν με το μύκητα αυτόν.

Το όνομα του γένους Suillus, προέρχεται από το λατινικό sus=χοίρος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, collinitus από το λατινικό ρήμα, collino = κηλιδώνω




Το είδος περιέγραψε αρχικά ο Elias Magnus Fries και το ονόμασε Βoletus collinitus ενώ ο Otto Kuntze θεώρησε σωστότερο να ταξινομηθεί στο γένος Suillus το 1898.

Στα Κύθηρα το μανιτάρι αυτό ονομάζεται σφουγγαρίτης, όνομα που χρησιμοποιείται για όλους τους βωλίτες, που υπάρχουν στο νησί. Το συγκεκριμένο είδος δεν θεωρείται κατάλληλο για βρώση αφού ευδοκιμεί κυρίως κάτω από πεύκα. 
Οι  λιγοστοί  τσιριγώτες μανιταροσυλλέκτες  είναι  πολύ αυστηροί :
“Ποτέ, μα ποτέ, μη μαζέψεις  τα μανιτάρια  που φυτρώνουν κάτω από πεύκα”.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Μυκήνη του Σέινς


Mycena seynesii Quélet 1877

Syn. Mycena seynii


Tricholomataceae

Κύθηρα, Δεκέμβριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα

Αφιερωμένο σε όλους τους αγαπητούς αναγνώστες και φίλους της φύσης,  με την ευχή  το 2013 να γίνουμε ακόμα  περισσότεροι. 

Καλή Πρωτοχρονιά!



Η μυκήνη του Σέινς αναπτύσσεται συνήθως πάνω σε κουκουνάρια χαλεπείου, θαλάσσιας και τραχείας πεύκης και κουκουναριάς κυρίως σε παραθαλάσσια οικοσυστήματα της Ευρώπης.
Θεωρείται αρκετά συνηθισμένο σε όλο τον ελλαδικό χώρο από τη Μακεδονία ώς την Κύπρο. ( Κωνσταντινίδης, 2009) Το καρπόσωμα έχει αρχικά απαλό ροζ μώβ χρώμα, ενώ όσο το μανιτάρι ωριμάζει το χρώμα του γίνεται ανοικτό καφετί.
Το γένος mycena περιλαμβάνει πάνω από 500 είδη σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση τους είναι αρκετά δύσκολη και αρκετά ξεχωριστά είδη ταξινομούνται ως τέτοια, μόνον μετά από μικροσκοπική εξέταση.

Το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό μύκης= μανιτάρι.Το όνομα του είδους δόθηκε προς τιμήν του Γάλλου γιατρού, μυκητολόγου και βοτανολόγου Jules de Seynes (1833-1912) που υπήρξε ιδρυτής και πρόεδρος της Βοτανικής Εταιρείας της Γαλλίας και έγραψε πολυάριθμα έργα σχετικά με τα μανιτάρια και τα παρασιτικά φυτά.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Σκουτελάρια των βράχων, η κυθέρεια


Scutellaria rupestris Boiss.&Heldr. ssp. cytherea (Rech.fil) Greuter&Burdet


Lamiaceae/Labiatae


Κύθηρα, Άνοιξη 2011. Φωτογραφίες, κείμενα:Σταυρούλα Φατσέα
Μικρό χαμαίφυτο με όρθιους βλαστούς ως 20εκ ύψος. Τα ασημοπράσινα χνουδωτά φύλλα είναι μεγαλύτερα στη βάση του φυτού. Η ανθοφορία κατά μήκος των βλαστών είναι πυκνή και εντυπωσιακή. Τα λευκά πέταλα σχηματίζουν σωλήνα που καταλήγει σε δύο χείλη. Το επάνω ροζ και το κάτω λευκό χωρίς ραβδώσεις ή άλλα σημάδια. Ο κάλυκας έχει χαρακτηριστικό σχήμα ρηχής λεκάνης που ενέπνευσε το όνομα του γένους, από τη λατινική λέξη scutella = μικρή λεκάνη.  Η λέξη σκουτέλα χρησιμοποιείται στην κυθηραϊκή διάλεκτο με την ίδια ακριβώς έννοια.

Το σπάνιο αυτό είδος θεωρήθηκε αρχικά στενότοπο ενδημικό των Κυθήρων, αλλά υπάρχουν αναφορές ότι ενδημεί και στη Πελοπόννησο (Tan et al. 2006, Λ. Κουτσοθεοδωρής, 2008)

Στους διεθνείς καταλόγους το είδος εμφανίζεται ως σπάνιο ή τρωτό. Κρίνοντας όμως από τα ελάχιστα φυτά έχουν απομείνει μετά τις πυρκαγιές και την παράνομη βόσκηση, ιδιαίτερα στα δυτικά, όπου υπήρχαν εύρωστοι πληθυσμοί, θα έλεγα ότι θα έπρεπε να καταταχθεί σε ανώτερη κατηγορία κινδύνου. 

 Δυστυχώς όπως και για άλλα σπάνια και απειλούμενα είδη στο νησί, δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Το Πολύγαλα της Ελένης: Σπάνιο και Απειλούμενο


Polygala helenae Greuter


Polygalaceae



 Κύθηρα,Άνοιξη 2012. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα 
 Το γένος polygala περιλαμβάνει πάνω από 500 είδη πολλά από τα οποία είναι εξαιρετικά εντυπωσιακά και καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά. Ο Λινναίος ονόμασε το γένος από τις ελληνικές λέξεις πολύ και γάλα ίσως επηρεαζόμενος από την αρχαία πεποίθηση ότι τα ζώα που τρέφονταν με ανάλογα φυτά έβγαζαν περισσότερο γάλα.



Το περίφημο Polygala helenae, το Πολύγαλα της Ελένης, από τους πιο μικρούς εκπροσώπους του γένους, είναι στενότοπο ενδημικό των Κυθήρων. Περιγράφηκε από τον σπουδαίο βοτανολόγο Greuter κατά την δεκαετία του 1960. Είναι ένα από τα 50 πιο σπάνια, απειλούμενα είδη της Μεσογείου.


Εχει χαρακτηριστεί CR ( κρίσιμα κινδυνεύον) σύμφωνα με τα κριτήρια του Κόκκινου καταλόγου της IUCN διότι ο βιότοπός του, εξ όσων γνωρίζουμε, περιορίζεται σε δύο μόνον μικρές περιοχές των Κυθήρων οι οποίες μάλιστα δέχονται ισχυρές πιέσεις λόγω πυρκαγιών και τουριστικής ανάπτυξης. Δυστυχώς το φυτό δεν περιλαμβάνεται στους διεθνείς ή εθνικούς καταλόγους προστασίας που σημαίνει ότι έχει αφεθεί στη μοίρα του. (Γ. Ιατρού, Πανεπιστήμιο Πατρών)



Το 1753 ο Λινναίος ονόμασε το γένος από τις ελληνικές λέξεις πολύ και γάλα ίσως επηρεαζόμενος από την αρχαία πεποίθηση ότι τα ζώα που τρέφονταν με ανάλογα φυτά έβγαζαν περισσότερο γάλα.




Κάποια είδη χρησιμοποιούνται στην παραδοσιακή ανατολική θεραπευτική σαν ισχυρό δυναμωτικό ίσης αξίας με το τζινσενγκ. Η ρίζα του φυτού θεωρείται ότι ενδυναμώνει τη θέληση και την ορμή του ανθρώπου να πραγματώσει υψηλούς στόχους, βοηθώντας την καταπολέμηση παλαιών συνηθειών και αγκυλώσεων.