Αναγνώστες

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Αρκόβατος


Smilax aspera L.
Σμίλαξ η τραχεία
Smilacaceae
Κύθηρα, 2010.
Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Αναρριχώμενο φυτό ( βάτος ) αρκετά διαδεδομένο σε όλη τη Μεσόγειο. Στα Κύθηρα είναι γνωστό με την ονομασία αρκόβατος. Τα φύλλα του γυαλιστερά σαν δέρμα με μικρά αγκάθια στις άκρες. Ο καρπός μικρή σφαιρική ράγα. Υπάρχουν περιγραφές του στον Θεόφραστο και τον Διοσκουρίδη ο οποίος το θεωρούσε αντίδοτο για όλα τα δηλητήρια:
σμῖλαξ τραχεῖα· [οἱ δὲ ἡπατῖτις, οἱ δὲ καλυκάνθεμον, οἱ δὲ κυνόσβατον, οἱ δὲ ἀνίκητον, οἱ δὲ ἡλιόφυτον, οἱ δὲ ἀνατολικόν, οἱ δὲ δυτικόν, οἱ δὲ ἑλξίνη, οἱ δὲ κλύμενον, Αἰγύπτιοι λυιαθή, οἱ δὲ κόνυσσον, Ῥωμαῖοι μεργίνα, οἱ δὲ βούλουκρουμ λέντουμ, Θοῦσκοι ῥαδία.] τὰ μὲν φύλλα ἔχει περικλυμένῳ ὅμοια καὶ κλήματα πολλά, λεπτά, ἀκανθώδη ὡς παλίουρος ἢ βάτος, ἑλίσσεταί τε περὶ τὰ δένδρα ἄνω καὶ κάτω νεμομένη· καρπὸν δὲ ἔχει βοτρυοειδῆ, πεπανθέντα ἐρυθρόν, ὑποδάκνοντα ἠρέμα τῇ γεύσει, ῥίζαν σκληράν, παχεῖαν· φύεται ἐν τόποις ἑλώδεσι καὶ τραχέσι. ταύτης τὰ φύλλα καὶ ὁ καρπὸς θανασίμων ἐστὶν ἀντίδοτα προπινόμενα καὶ ἐπιπινόμενα. παραδέδοται δ᾽ ὅτι, ἄν τις ἀρτιγενεῖ παιδίῳ τρίψας τι τούτων δῷ καταπιεῖν, ὑπ᾽ οὐδενὸς δηλητηρίου
                                                    Διοσκουρίδης




Άλλα κοινά ονόματα στην Ελλάδα: αρκουδόβατος, ξυλόβατος και σμιλάγγι. Στο γένος Smilax ανήκουν 300-350 είδη πολλά από τα οποία χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην φαρμακοβιομηχανία του δυτικού κόσμου επειδή περιέχουν πολύτιμες θεραπευτικές ουσίες. Ο αρκόβατος θεωρείται ότι έχει παρόμοιες ιδιότητες με την Sarsaparilla ή Sarzaparilla όπως ονομάζονται αρκετά είδη της Κεντρικής Αμερικής και της Τζαμάικας. Τα νεαρά βλαστάρια τρώγονται ωμά και μοιάζουν με σπαράγγι ενώ η ρίζα του φυτού θεωρείται ότι θεραπεύει την ψωρίαση ,την βρογχίτιδα ,το άσθμα και τη ρευματοειδή αρθρίτιδα. Ο χυμός των ώριμων καρπών θεωρείται θεραπευτικός των δερματοπαθειών.






Η Αρχαία Ελληνική Μυθολογία έχει μια όμορφη ιστορία για την προέλευση του ονόματος.
Η πανέμορφη νύμφη Σμίλαξ ερωτεύτηκε έναν νεαρό Σπαρτιάτη τον Κρόκο με τον  οποίο όμως ήταν ερωτευμένος ο ίδιος ο Ερμής. Η ατυχής ερωτική ιστορία είχε ανάλογη κατάληξη με τον νεαρό να μεταμορφώνεται από τον θεό (ή την Άρτεμη), στο φυτό κρόκος. Η Αφροδίτη μεταμόρφωσε τότε την τραγική νύμφη σε αναρριχώμενο φυτό για να βρίσκεται μαζί με τον αγαπημένο της στην αιωνιότητα. 


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Πορφυρομάνητας



Russula sanguinaria (Schumach.) Rauschert (1989)

Syn. Russula sanguinea Bull.Fr.

Ρούσσουλα η αιματόχρωμη
Russulaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα


Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι, φυτρώνει σε δάση κωνοφόρων από το φθινόπωρο ως την άνοιξη. Το καπέλλο του μπορεί να φτάσει τα 10 εκ. σε διάμετρο. Αρχικά είναι καμπύλο και καθώς το μανιτάρι ωριμάζει γίνεται επίπεδο έως κοίλο. Το χρώμα του συχνά είναι σκουρότερο στην κορυφή του καπέλλου ενώ τα πυκνά λευκωπά ελάσματά του γίνονται κρεμ ως κιτρινωπά στην ωριμότητα. Εχει ελαφριά μυρωδιά φρούτου και μάλλον πικρή και καφτερή γεύση. Δεν τρώγεται.
Το όνομά του γένους προέρχεται από το λατινικό russus= κόκκινος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο από το sanguis, sanguinis = αίμα, αιματόχρωμος












Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

'Αλυσσο το βραχόφιλο


Aurinia saxatilis (L.) Desv.
Syn. Alyssum saxatile L.

Brassicaceae/Cruciferae

Κύθηρα, Ιανουάριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα

Αειθαλής πόα, αυτοφυής στη νότια Ευρώπη και ανατολική Μεσόγειο σε πετρώδη ασβεστολιθικά εδάφη, σε σχισμές βράχων, σε γκρεμούς. Ανθίζει νωρίς την άνοιξη σχηματίζοντας πυκνές χρυσοκίτρινες ταξιανθίες που καλύπτουν σχεδόν τελείως το φύλλωμα. Για το λόγο αυτό εκτιμάται ιδιαίτερα σαν καλλωπιστικό κήπων και καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο.

Η προηγούμενη ταξινόμηση του στο γένος alyssum εξακολουθεί να ισχύει, κοινή ονομασία στα Αγγλικά golden alyssum ή basket of gold. Το περίβλημα των σπόρων του από διαφανή μεμβράνη τριγυρισμένη από χρυσαφιά στεφάνη είναι πολύ εντυπωσιακό.
Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό aureum=χρυσό ενώ το επίθετο του είδους από το λατινικό saxum, saxi = βράχος - βράχοι
Το συνώνυμο άλυσσον, από το στερητικό α- + λύσσα αφού πολλά είδη του γένους θεωρήθηκαν από την παραδοσιακή θεραπευτική αποτελεσματικά αντίδοτα κατά της λύσσας!

Στα Κύθηρα βρήκα την αουρίνια στα νότια και δυτικά του νησιού σε μικρούς πληθυσμούς. Το φυτό θεωρείται μάλλον σπάνιο και βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας στην Ελλάδα με το ΠΔ.67/81

Θαυμάστε το αλλά μην το κόψετε. Εξ άλλου στο βάζο δεν κρατάει σχεδόν καθόλου και η ομορφιά του ξεθωριάζει και μαραίνεται μόλις κοπεί. 



Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Τρεμίσκη η νεραντζοειδής


Tremella aurentia Schwein. 1822

Tremellaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2012.
Φωτογραφία, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα
Μύκητας που αναπτύσεται είτε σε νεκρά κλαδιά δέντρων είτε πάνω σε άλλους μύκητες (λειχήνες), αρκετά κοινός σε όλο τον κόσμο. Μοιάζει πολύ με την πιο γνωστή tremella mesenterica. Οταν είναι φρέσκο έχει μορφή ζελατινώδη, γυαλιστερή όταν είναι υγρό, και ματ όταν στεγνώνει. Σκληραίνει και γίνεται καφετί και αφυδατωμένο όταν δεν βρέχει, αλλά μπορεί να αναζωογονηθεί ξανά αν η υγρασία επιστρέψει. Η τρεμέλα τρώγεται αλλά δεν είναι ιδιαίτερα νόστιμη. 
Θεωρείται όμως ότι έχει ικανοποιητικές φαρμακευτικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται στην κινέζικη παραδοσιακή ιατρική σαν τονωτικό του ανοσοποιητικού συστήματος, καρδιοτονωτικό, κατά της χοληστερίνης, σαν αντιγηραντικό και ενυδατικό του δέρματος σε κρέμες και λοσιόν.

Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό ρήμα tremere = τρέμω, πάλλομαι ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους aurantia από το λατινικό aurantium = νεραντζιά

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Μπλαβομάνητας


Lepista nuda (Bull.) Cooke

syn. Clitocybe nuda (Fr.) H.E. Bigelow& A.H. Sm.
syn. Tricholoma nudum (Bull. Ex Fr.)

Tricholomataceae



Κύθηρα, Δεκέμβριος 2011. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα
Βρήκα αυτό το υπέροχο μανιτάρι σε αρκετά σημεία του νησιού των Κυθήρων, πότε ανάμεσα στις πευκοβελόνες, πότε κρυμμένο καλά στη σκιά πυκνών θάμνων. Πολλοί στο νησί, το λένε μπλαβομάνητα και δεν το τρώνε, παρόλο που στη βιβλιογραφία θεωρείται βρώσιμο αν είναι καλά μαγειρεμένο. Ωμό είναι δυνατό να προκαλέσει από αλλεργίες έως και σοβαρές δηλητηριάσεις. Το χρώμα του από απαλό λιλά έως βαθύ μωβ ξεθωριάζει σε ωχροκαφέ όταν το μανιτάρι γεράσει. Εχει χαρακτηριστικό φρουτώδες άρωμα που μαζί με άλλα χαρακτηριστικά, το ξεχωρίζει από άλλα παρόμοια μανιτάρια που είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη. Αν κανείς δεν είναι απολύτως σίγουρος καλό είναι να μην καταναλώνει άγρια μανιτάρια!!


Το όνομα lepista προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λεπαστή που σήμαινε ρηχό κύπελλο με σχήμα πεταλίδας ( λεπάς). Το επίθετο nuda από το λατινικό nudus – a – um = γυμνός αναφέρεται στην έλλειψη της χαρακτηριστικής “φουστίστας” που έχουν τα περισσότερα μανιτάρια. 'Οσον αφορά την ταξινόμηση πολλοί βοτανολόγοι θεωρούν ότι το είδος πρέπει να καταταχθεί στο γένος Clitocybe εξ ου και το συνώνυμο το οποίο από πολλούς θεωρείται σωστότερο.  




Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Κρόκος ο λείος


Crocus laevigatus* Bory & Chaubard

Iridaceae
Κύθηρα, Νοέμβριος 2011. Φωτογραφίες, κείμενα Σταυρούλα Φατσέα
Άλλος ένας υπέροχος κρόκος που συνάντησα σε μεγάλους αριθμούς κυρίως στα Βόρεια και Ανατολικά του νησιού. Ενδημικός της Κεντρικής και Νότιας Ελλάδας. Στα Κύθηρα, ανθίζει λίγο αργότερα από τον Crocus boryi και παραμένει ανθισμένος μέχρι τον Ιανουάριο. Ο χιτώνας του βολβού είναι σκληρός και λείος εξ ου και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους , από τo λατινικό leavo = λειαίνω
Οι πανέμορφες μωβ ραβδώσεις στην πλάτη των εξωτερικών πετάλων του δίνουν ιδιαίτερη εμφάνιση.





*Ως προς την ταξινόμηση, δεν είμαι απόλυτα σίγουρη, αφού συνήθως τα φύλλα του βγαίνουν πριν τα άνθη, ενώ σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις βρήκα πρώτα τα λουλούδια, όπως συμβαίνει στο είδος Crocus cancellatus. Πάντως ο βολβός έχει τον χαρακτηριστικό λείο χιτώνα του είδους.

Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Κολχικά... Οι Μαγισσούλες του φθινοπώρου


Colchicum cupanii Gussone

Liliaceae / Colchicaceae
   

Κύθηρα, φθινόπωρο 2011. Φωτογραφίες, κείμενα Σταυρούλα Φατσέα

Το γένος περιλαμβάνει περίπου εξήντα είδη πολυετών φυτών που είναι αυτοφυή στη Δυτική Ασία την Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Πολλά είδη καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά σε όλο τον κόσμο και τα υβρίδια που έχουν δημιουργηθεί είναι πολύ εντυπωσιακά. Συχνά γίνεται σύγχιση με το γένος crocus το οποίο όμως ανήκει σε εντελώς διαφορετική οικογένεια ( Ιridaceae) και είναι ακίνδυνο και πολλές φορές βρώσιμο σε αντίθεση με τα κολχικά που είναι πολύ τοξικά και επικίνδυνα.

Colchicum cupanii Guss.
Τα κολχικά εκτιμώνται ιδιαίτερα για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται από την αρχαιτότητα μέχρι σήμερα, στην κλασσική και ομοιοπαθητική θεραπευτική, για την αντιμετώπιση ρευματοπαθειών,κυρίως της ουρικής αρθρίτιδας. Πάντως όλα τα μέρη του φυτού είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη αφού περιέχει το αλκαλοειδές κολχικίνη και σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς ειδική επεξεργασία, και εξειδικευμένες γνώσεις. Τα συμπτώματα δηλητηρίασης από κολχικό μοιάζουν με αυτά του αρσενικού και γύρω στα 5 γρ αρκούν για να προκαλέσουν το θάνατο.

Colchicum cupanii Guss. ?
Το φυτό πήρε το όνομά του από την περιοχή προέλευσης του, την Κολχίδα, πατρίδα της μάγισσας Μήδειας που κατά μία εκδοχή σκότωσε τα παιδιά της χρησιμοποιώντας δηλητήριο από τους βολβούς του κολκικού.

Στο συγκεκριμένο είδος, που είναι ενδημικό της Μεσογείου, το χαρακτηριστικό επίθετο cupanii δόθηκε προς τιμήν του Fr. Francis Cupani (1657-1710) που διετέλεσε διευθυντής των βοτανικών κήπων του Μισιλμέρι κοντά στο Παλέρμο και συγγραφέας του 'Ηortus Catholicus”