Αναγνώστες

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Δίαρο το λεπτόφυλλο


Biarum tenuifolium (L.) Schott


Araceae


Το γένος Biarum περιλαμβάνει πάνω από 21 είδη μικροσκοπικών γεωφύτων που εξαπλώνονται από την Πορτογαλία έως το Ιράν και από την Γιουγκοσλαβία έως την Ιορδανία, σε ξηρές και άνυδρες περιοχές, ανοικτούς φρυγανότοπους, πετρώδη και βραχώδη εδάφη. Η ανάπτυξη των φυτών αρχίζει αργά το καλοκαίρι ή στις αρχές του φθινοπώρου η ανθοφορία κρατάει μέχρι την άνοιξη ενώ στη συνέχεια το φυτό πέφτει σε νάρκη έως ότου ξαναρχίσει ο κύκλος.

Το συγκεκριμένος είδος biarum είναι εύκολα αναγνωρίσιμo αν και μικρό σε μέγεθος λόγω του έντονου μαυροπόρφυρου χρώματος και της μυρωδιάς κοπριάς ζώων, που αναδίδει. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι το φυτό της φωτογραφίας, μύριζε σαν κοπριά κατσίκας όχι όμως τόσο έντονα όσο περιγράφεται από τους ειδικούς επιστήμονες.

Το γένος Biarum διαχωρίστηκε από το συγγενικό γένος Arum το 1832, από τον Schott. Το μεγαλοφυές σύστημα γονιμοποίησης των ειδών του γένους Arum και Biarum κατά τη γνώμη μου, μπορεί άνετα να συγκριθεί με την απίστευτη σεξουαλική εφευρετικότητα του γένους Ophrys.
Πολλά είδη προσελκύουν επικονιαστές σαπρόφιλα και κοπρόφιλα έντομα, κυρίως μύγες και σκαθάρια, μιμούμενα την οσμή των τόπων όπου αυτά γεννούν τα αυγά τους. (π.χ κοπριές και σαπισμένη οργανική ύλη). Συγχρόνως το φυτό ανεβάζει τη θερμοκρασία του σπάδικα ώστε να ενισχύεται η οσμή και τα έντομα να γίνονται ακόμα πιο δραστήρια!!!
Τα έντομα αναγκάζονται να προχωρήσουν βαθιά στα νυφικά διαμερίσματα του φυτού , στη βάση του σπάδικα όπου υπάρχουν τα θηλυκά άνθη προστατευμένα στην αγκαλιά της σπάθης που περιτυλίγεται κυλινδρικά γύρω τους. Εκεί παγιδεύονται προσωρινά και στην προσπάθεια τους να ελευθερωθούν λούζονται στην γόνιμη γύρη. Με ακρίβεια θαυμαστή το φυτό υπολογίζει τον χρόνο που χρειάζεται η όλη διαδικασία και ελευθερώνει τα έντομα την κατάλληλη στιγμή. Στην πορεία τους προς την ελευθερία τα έντομα περνούν από τα αρσενικά άνθη που βρίσκονται ψηλότερα προς την έξοδο και αποθέτουν την περιζήτητη γύρη. Η όλη εμπειρία θα πρέπει να είναι πολύ εκνευριστική για τα ζουζούνια καθώς δεν αποκομίζουν τίποτα απολύτως και απλώς εξυπηρετούν τις ανάγκες του πανέξυπνου φυτού.


Στην Κρήτη, αυτό και το συγγενικό του Biarum davisii ονομάζονται ατεκνόχορτα διότι στην λαική ιατρική της περιοχής θεωρείται ότι οι φρέσκοι βολβοί τους είναι ισχυρό εκτρωτικό. Νεαροί άνθρωποι σε γόνιμη ηλικία δεν επιτρέπεται ούτε να πλησιάσουν το φυτό καθώς πιστεύεται ότι μπορεί να προκαλέσει μόνιμη στειρότητα. Στα Κύθηρα το φυτό είναι αρκετά σπάνιο. Το έχω συναντήσει στα Βόρεια του νησιού (τέσσερα φυτά), ενώ στο κέντρο του νησιού έχει βρεθεί ένα μοναδικό φυτό μέχρι σήμερα. 


Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό bi= δις + arum που με τη σειρά του προέρχεται από το αρχ. ελλληνικό άρον = αορ. του αίρω = σηκώνω ανυψώνω, πιθανή αναφορά στον τρόπο που ο σπάδικας είναι ορθωμένος.
Το όνομα biarum πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη για κάποιο παρόμοιο φυτό. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό tenuo= λεπτό,λυγερό και folium=φύλλο



Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Βρίζα η μέγιστη .... Τα χρυσαφιά κοχύλια του καλοκαιριού

Briza maxima L.

Syn. Macrobriza maxima(L.) Tzelev
Poa maxima (L.) Cav.

Poaceae/Graminae

Βρίζα η μέγιστη





Το γένος περιλαμβάνει περίπου 12 είδη ετήσιων και πολυετών φυτών που είναι αυτοφυή στα βόρεια εύκρατα κλίματα.
Η Βρίζα η μέγιστη είναι ετήσια πόα που μπορεί να φτάσει έως 60 εκ. σε ύψος. Το φυτό ιθαγενές της Βόρειας Αφρικής, Μεσογείου και Νότιας Ευρώπης έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο σαν επιγενές.
Τα κομψά άθνη μοιάζουν με λαμπερά κοχύλια , γυναικεία σκουλαρίκια, ή πληγωμένες καρδιές, που κρέμονται από λεπτότατους μίσχους και τρεμουλιάζουν στο παραμικρό φύσημα του αέρα. Παραμένουν όμορφα όταν ξεραθούν και το θρόισμα τους στον άνεμο καθώς και το σχήμα τους είναι αιτία πολλών κοινών ονομάτων του φυτού σε ευρωπαϊκές γλώσσες: rattlesnake grass , quaking grass, shell grass στα αγγλικά, grande amourette στα γαλλικά. Για τον ίδιο λόγο καλλιεργούνται και χρησιμοποιούνται στην ανθοδετική σε αποξηραμένες συνθέσεις.
Βρίζα η σιτηρά, ή σίκαλη αναφέρεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο τον 1ο μ.Χ αιώνα ως καλλιεργούμενο και όχι αυτοφυές φυτό. Καθώς φαίνεται το όνομα σίκαλη επικράτησε για το συγκεκριμένο σιτηρό ενώ το όνομα βρίζα εκλατίνισε και υιοθέτησε ο Λινναίος για αυτοφυή φυτά που είχαν όμως μόνον διακοσμητική αξία και στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρονται ως Ψευδόβριζες. (Γενναδίου, Φυτολογικόν Λεξικόν)

Το όνομα του γένους πιθανόν προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα βρίζω αορ. έβριξα που σημαίνει αποκοιμιέμαι, κοιμάμαι γαλήνια καθώς τα περισσότερα είδη και τα σιτηρά που αρχικά ονομάζονταν έτσι κινούνται ήρεμα σα να νανουρίζονται από τον άνεμο.

Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό maximus-a-um = πολύ μεγάλος, μέγιστος.


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Μαστιχάγκαθο

Carlina gummifera (L.) Less.

Syn. Atractylis gummifera L.Asteraceae/Compositae

Ατρακτυλίς η κομμιοφόρος


Κύθηρα, Ιούνιος 2014

Στο γένος Carlina ανήκουν περί τα 20 είδη τυπικά αγκάθια της Μεσογείου. Η Kαρλίνα η κομμιοφόρος αναπτύσσεται σε ξηρά άγονα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε ακαλλιέργητους αγρούς. Τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα μήκους 15 έως 40 εκ. σχηματίζουν ροζέτα από το κέντρο της οποίας βγαίνει η ανθοφόρα κεφαλή με ροζ μωβ σωληνωτά ανθίδια. Τα φύλλα ξεραίνονται και το άνθος παραμένει ακμαίο για μεγάλο διάστημα έως ότου γονιμοποιηθεί. Τότε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ξεραίνεται και τα καρποφόρα αχένια σκορπίζονται με τον άνεμο, μακριά από το μητρικό φυτό. 
To φυτό έχει μακρύ ρίζωμα που μπορεί να φτάσει τους 40 πόντους μήκος και 8 εκ. διάμετρο. Όταν κοπεί, εκκρίνει παχύρρευστη γαλακτώδη ουσία, που στην επαφή με τον αέρα γίνεται μαστιχωτή.

Πιθανότατα πρόκειται για το φυτό που ο Θεόφραστος περιγράφει σαν “χαμαιλέων ο λευκός” ή άκανος. Ο Θεόφραστος διακρίνει δύο είδη, τον χαμαιλέοντα τον λευκό και τον χαμαιλέοντα τον μέλανα με διαφορετικές ιδιότητες, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά. (Κατά των σκωλήκων των εντέρων, κατά της διάρροιας, σαν δηλητήριο που σκοτώνει τους σκύλους και τα γουρούνια!!)
Χαμαιλέων δε ο μεν λευκός ο δε μέλας · αι δε δυνάμεις των ριζών και αυταί δε αι ρίζαι τοις είδεσι διάφοροι. Του μεν γαρ λευκή και παχεία και γλυκεία και οσμήν έχουσα βαρείαν·


Σύγχρονη έρευνα δείχνει την υψηλή περιεκτικότητα της ρίζας του φυτού σε τοξικές ουσίες που δρουν όπως η στρυχνίνη. (J. Scarborough,1978)

Το όνομα του γένους, Carlina, αποδίδεται στον Κάρολο τον Μέγα, Καρλομάγνο, αφού ένας θρύλος θέλει τα στρατεύματά του να θεραπεύονται από την πανώλη χάρη σε κάποια είδη του γένους.
To ελληνικό όνομα του γένους ατρακτυλίς – ιδος = από την ελληνική λέξη άτρακτος = αδράχτι.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο για κάποιο είδος αγκαθιού ( μοσχάγκαθο;) του οποίου το στέλεχος χρησιμοποιούσαν σαν αδράχτι. “Το δε πλείον [του ραβδίου] γυμνόν, τραχύ, ω και αι γυναίκες χρώνται αντι ατράκτου” (Διοσκουριδης ΙΙΙ, 107)

Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό gummis, -is = γόμα, κόμμι + fer-a-um = φέρων




Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Κέδρος

Juniperus phoenicea L.

Άρκευθος η φοινικική

Κέδρος, Θαμνοκυπάρισσο


Cupressaceae


Μερικές συστάδες κέδρων έχουν απομείνει στο νησί των Κυθήρων στα νοτιοανατολικά


Το είδος είναι χαρακτηριστικό της μεσογειακής μακίας και εξαπλώνεται σε χαμηλά υψόμετρα κυρίως, σε όλη τη Μεσογειακή Λεκάνη από την Αίγυπτο ως τη Βουλγαρία και από την Ιορδανία ως το Μαρόκο.

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Αγριαγκινάρα


Cynara cornigera Lindl.

Syn. Cynara sibthorpiana Boiss.&Heldr.

Asteraceae/ Compositae


Αγριαγκινάρα, Αγκιναράκι του Βουνού






Το πολυετές αυτό φυτό είναι μακρινός συγγενής της ήμερης αγκινάρας (Cynara scolymus L.) και εξαπλώνεται σε αυτοφυή κατάσταση σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, Αίγυπτο, Λιβύη, Τουρκία, Κύπρο και στη νότια Ελλάδα. Προτιμά τις ηλιόλουστες πετρώδεις τοποθεσίες και φρυγανότοπους. Αναπτύσσεται καλά σε χαμηλό υψόμετρο σε παραθαλάσσιες περιοχές αν και μπορεί να ευδοκιμήσει ως τα 800 μέτρα.


Στα Κύθηρα βρίσκουμε τις αγριαγκινάρες σχεδόν παντού και ιδιαίτερα στα νοτιοανατολικά όπου υπάρχει και περιοχή με το όνομα Αγκινάρα. Σε ορισμένες περιοχές στα βόρεια του νησιού τις λένε κακάρες και τις μαγειρεύουν κοκκινιστές ή φρικασέ με αρνάκι. Θεωρούνται εκλεκτός και περιζήτητος μεζές και σίγουρα αξίζει τον κόπο να τις μαζέψεις και να τις καθαρίσεις!!!


Σε κάποια μέρη της Ελλάδας παλαιότερα έβραζαν τα φύλλα και τις ρίζες άγριας αγκινάρας και το ζουμί το θεωρούσαν φάρμακο για το συκώτι, τους ρευματισμούς, τονωτικό, διουρητικό και για γαργάρες όταν πονάει ο λαιμός. (Αναγνωστόπουλος 2004). Γενικά τα φυτά του γένους cynara, χρησιμοποιήθηκαν στην λαϊκή ιατρική από την αρχαιότητα σαν φάρμακο του συκωτιού και της χολής, σαν διουρητικό και αντιοξειδωτικό, αποτοξινωτικό του οργανισμού.
Εκχύλισμα ή αφέψημα φύλλων θεωρείται ότι βελτιώνει τα επίπεδα HDL, της “καλής” χοληστερόλης και έτσι είναι ευεργετική σε περιπτώσεις αυξημένης χοληστερίνης.
Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει τις παραδοσιακές πρακτικές δείχνοντας σημαντικές ηπατοπροστατευτικές και αντιδιαβητικές ιδιότητες εκχυλίσματος ρίζας του φυτού. (Μ.Ahmida, 2011. International Journal of Pharmacology). Εκχύλισμα φύλλων της αγριαγκινάρας έχει αντιοξειδωτική δράση ( S. M. Elsayed et al. 2012)



Το λατινικό όνομα του γένους cynara πιθανόν προέρχεται από το όνομα του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού Κύναρος ή Κίναρος που βρίσκεται ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα. 'Αλλη πιθανή εκδοχή είναι να προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κύων-κυνός = σκύλος από την ομοιότητα των φύλλων με δόντια σκύλου. Το χαρακτηριστικό επίθετο cornigera από το λατινικό cornu = κέρατο

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Τρομακτική και αλλόκοτη ομορφιά


Empusa pennata Thunberg, 1815

Empusidae

Έμπουσα η φτερωτή

Κύθηρα, Άνοιξη 2014

Σαν το αλογάκι της Παναγίας ( mantis religiosa) η empusa pennata είναι ένα από τα εντυπωσιακά είδη του γένους empusa που απαντάται κυρίως στη δυτική Μεσόγειο. Το συγκεκριμένο είδος με εξαιρετικές ικανότητες παραλλαγής ( αν δεν κινηθεί εύκολα το περνάς σαν χορταράκι ή ξερό κλαδί ) παραμονεύει ανάμεσα στα χόρτα ή στα ξερόκλαδα των θάμνων και αρπάζει με απίστευτη ταχύτητα μικρά έντομα, σκαθάρια, μέλισσες και πεταλουδίτσες. Το θηλυκό έχει απαλά ροζ και πράσινα χρώματα ενώ το αρσενικό άτονα μπεζ χρυσαφιά.




H Έμπουσα, οντότητα δαιμονική* κατά μία εκδοχή κόρη της Εκάτης, όπως η Λάμια και η Σκύλλα , προκαλούσε τρόμο στους ταξιδιώτες ή στους υπό μύηση θνητούς, στα Ελευσίνια Μυστήρια. Μητέρες στην Αρχαία Ελλάδα φοβέριζαν τα μικρά παιδιά με το όνομά της.



Η μορφή του εντόμου καθώς και ο κανιβαλισμός που παρατηρείται σε πολλά είδη της τάξης των μαντοειδών ( το θηλυκό καταβροχθίζει το αρσενικό μετά την σεξουαλική πράξη ) δικαιολογεί απόλυτα την ονοματοδοσία. Το χαρακτηριστικό επίθετο pennata από το λατινικό penna= φτερό.


*Ησύχιος Λεξικόν
Έμπουσα= φάσμα δαιμονιώδες υπό Εκάτης επιπεμπόμενον ...

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Οφρύς της Σητείας


Ophrys sitiaca H.F Paulus, C.Alibertis & A. Alibertis, 1988


(Omegaifera group)

Κύθηρα,  Δεκέμβριος 2013

Θεωρείται ένα από τα σπάνια είδη ψευδοφρύων, που συναντάται μόνον στην Ανατολική Μεσόγειο. Το όνομα της είναι αναφορά στην περιοχή της Σητείας στην Κρήτη, όπου πρωτοεντοπίστηκε το 1988. 

Κύθηρα,  Δεκέμβριος 2013

Γενικά πιστεύεται ότι έχει υβριδογενή προέλευση πιθανόν από συνδυασμό μεταξύ των Ophrys Omegaifera και κάποιου είδους της ομάδας Fusca. Το γεγονός αυτό εξηγεί την μεγάλη ποικιλομορφία στην μορφή του άνθους και τη συνεπακόλουθη δυσκολία στην ταυτοποίηση.

Στην Κρήτη, που θεωρείται η ιδιαίτερη πατρίδα του, το είδος είναι αρκετά εξαπλωμένο, ενώ σε άλλες περιοχές του Αιγαίου, όπου εμφανίζονται σημαντικοί πληθυσμοί, η μελέτη συνεχίζεται.

Κύθηρα,  Δεκέμβριος 2013


Το ασφαλέστερο στοιχείο για την ταυτοποίηση θεωρείται η πρώιμη άνθηση Ιανουάριο – Μάρτιο. Βασιζόμενη σε αυτό, θεωρώ ότι το είδος που παρουσιάζω σήμερα είναι είναι οφρύς της Σητείας αφού την βρήκα ανθισμένη στα νότια του νησιού των Κυθήρων στα τέλη Δεκεμβρίου.


Κύθηρα, Ιανουάριος  2014

Επειδή διαπιστώνω ότι αρκετοί Ευρωπαίοι και Έλληνες φυσιοδίφες δείχνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις άγριες ορχιδέες του νησιού επαναλαμβάνω ότι με μεγάλη ευχαρίστηση θα υποδείξω τις ακριβείς τοποθεσίες που γνωρίζω, σε όποιον ενδιαφέρεται.