Αναγνώστες

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ο σπάνιος στάχυς του Σπραιτζενχόφερ

Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp. spreitzenhoferi


Lamiaceae




Πολυετές χαμαίφυτο με πυκνό φύλλωμα που σχηματίζει όμορφες ημισφαιρικές τούφες πάνω στους κάθετους βράχους που αναπτύσσεται. 
Προτιμά τις σχισμές ορθογκρεμών ασβεστολιθικής σύστασης κυρίως σε χαμηλά υψόμετρα. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο. 


Οι ταξιανθίες με τα μικροσκοπικά λευκά άνθη σε ομάδες των 4-6 αναπτύσσονται σαν στάχυ όπως και σε πολλά άλλα είδη του γένους εξ ου και το λατινικό όνομα του. Τα πέταλα είναι λευκά με ροζ στίγματα στο άνω και στο κάτω χείλος. Χαρακτηρίζεται σπάνιο αλλά δεν έχει οριστεί καθεστώς προστασίας καθώς δεν φαίνεται να απειλείται ιδιαίτερα κυρίως λόγω του δυσπρόσιτου του ενδιαιτήματός του.


Στο υποείδος virella (Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp.virella D.Perss. που εμφανίζεται μόνο στο κάστρο της Μονεμβασιάς, το άνω χείλος είναι εντελώς λευκό,και τα φύλλα πιο πράσινα. Παρόμοια φυτά (με εντελώς λευκό άνω χείλος) βρήκα σε όλες τις ανατολικές ακτές του νησιού.



Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους δόθηκε από τον Γερμανό βοτανολόγο Theodor Henrich Herrmann von Heldreich, (1822-1902) προς τιμήν του αυστριακού G.C. Spreitzenhofer (1835-1883) που μελέτησε τη χλωρίδα των Ιονίων Νήσων στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο ίδιος επισκέφτηκε τα Κύθηρα και συνέλεξε δείγματα φυτών τον Ιούνιο του 1880.(Α. Γιαννίτσαρος, 2004)

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Η Ευφυής και Επικίνδυνη Αριστολοχία

Αριστολοχία η αειθαλής


Aristolochia sempervirens L.

Syn. Aristolochia undata Moench
Aristolochia altissima Desf.
Aristolichia sempervirens subsp. αltissima (Desf.)Greuter

Aristolochiaceae



Πολυετές, αναρριχώμενο φυτό αρκετά κοινό στην Ανατολική Μεσόγειο ιδιαίτερα στη Νότιο Ιταλία και Νότιο Ελλάδα. Αγαπά τα σκιερά, υγρά μέρη και αναρριχάται έως και 6 μ ψηλά. Στη Μάνη το λένε λαγηνάκι, στη Μακεδονία φλομονόχορτο ενώ καταγράφονται και τα κοινά ονόματα αμπεδοκλαδόριζα, στιβάλια του λαγού, μπεκρολαδόχερο κ.α.

Στο γένος aristolochia ανήκουν περίπου 500 είδη εξαπλωμένα σε όλο τον κόσμο, πολλά από αυτά με εντυπωσιακά εξωτικά άνθη πχ ( aristolochia elegans)

Η ευφυΐα της Αριστολοχίας φαίνεται στο μηχανισμό επικονίασης που έχει αναπτύξει. Τα άνθη του με το σωληνοειδές σχήμα λέγονται εντομόφιλα και είναι γεμάτα μικρά λευκά τριχίδια με φορά προς το εσωτερικό του περιανθίου. Στο κατώτατο μέρος της καμπύλης τα τριχίδια γίνονται αρκετά μακριά και έτσι επιτρέπουν την είσοδο σε μικροσκοπικά έντομα και μύγες που προσελκύονται από την οσμή κρέατος που αναδίδει το άνθος.


Επιπλέον στο σφαιρικό ασκό στη βάση, όπου βρίσκονται τα όργανα επικονίασης, το τοίχωμα γίνεται λεπτότερο και έτσι φωτεινότερο δίνοντας την ψεύτικη εντύπωση στο ανυποψίαστο έντομο, ότι εκεί υπάρχει έξοδος.(Cammerloher, 1923). Όταν πια το έντομο αντιληφθεί την παγίδα είναι αργά. Τα τριχίδια που επέτρεψαν την είσοδο του έχουν ήδη σκληρύνει αρκετά και είναι σχεδόν αδύνατο να ξαναβγεί. Λούζεται με κόκκους γύρης στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί και μόλις συμβεί αυτό περίπου 24-48 ώρες αργότερα τα τριχίδια μαραίνονται επιτρέποντας στο έντομο να βγει. Έτσι με αριστοτεχνικό τρόπο το φυτό αναγκάζει το έντομο να μεταφέρει την πολύτιμη γύρη του σε άλλο άνθος και να επιτευχθεί η σταυρωτή επικονίαση που είναι απαραίτητη για τη διαιώνισή του.

Το όνομα του γένους προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις άριστος +λοχεία, αφού ήδη από την αρχαιότητα Αιγύπτιοι, Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν φυτά του γένους σαν υποβοηθητικά του τοκετού. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο Θεόφραστο ίσως για το είδος aristolochia rotunda L. (Κατά τον Δ. Καββαδά η αριστολοχία του Θεοφράστου, αναφέρεται στο είδος aristolochia sempervirens κατά άλλους στο είδος aristolochia clematitis L.)

χρησίμη δὲ πρὸς πολλά˙ καὶ  aρίστη πρὸς κεφαλήν,  aγαθὴ δὲ καὶ πρὸς τὰ
ἄλλα ἕλκη, καὶ πρὸς τὰ ἑρπετὰ καὶ πρὸς ὕπνον καὶ πρὸς ὑστέραν. Τὰ μὲν
οὖν προσάγειν κελεύουσιν ἐν ὕδατι  aναδεύσαντα καὶ καταπλάττοντα,
τὰ δὲ ἄλλα εἰς μέλι ἐνξύσαντα καὶ ἔλαιον˙ πρὸς δὲ τὰ τῶν ἑρπετῶν ἐν
οἴνῳ ὀξίνῃ πίνειν καὶ ἐπὶ τὸ δῆγμα ἐπιπλάττειν˙ εἰς ὕπνον δὲ ἐν οἴνῳ
μέλανι αὐστηρῷ κνίσαντα˙ ἐὰν δὲ αἱ μῆτραι προπέσωσι, τῷ ὕδατι
aποκλύζειν.



Στην παραδοσιακή κινεζική και ινδική θεραπευτική, είδη του γένους χρησιμοποιούνται ευρύτατα για πλήθος παθήσεων.


Οι απόψεις διίστανται καθώς σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι κάποια δραστικά συστατικά των φυτών του γένους aristolochia, ιδίως το αριστολοχικό οξύ, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μεταλλάξεις στο ανθρώπινο γονιδίωμα, καρκινογενέσεις και νεφροπάθειες. (Schmeiser et al., 1990)




Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ψωραλέα η ασφάλτοσμος

Bituminaria bituminosa (L.) C.H. Stirt.


Fabaceae/Leguminosae

Syn. Psoralea bituminosa L.


Ασφάλτιο το ασφάλτοσμο 




Πολυετές φυτό εξαπλωμένο σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου ως τον Μάιο. Φαίνεται ένα ασήμαντο έως ενοχλητικό ζιζάνιο καθώς οι πολλές διακλαδώσεις των βλαστών του του δίνουν μεγάλο όγκο. Γεμίζει τις άκρες των δρόμων και καλλιεργημένα ή ακαλλιέργητα χωράφια στις αρχές τις άνοιξης. Τα φύλλα και οι βλαστοί αναδίδουν έντονη οσμή πίσσας εξ ου και το λατινικό όνομα και επίθετο, bituminosus -a um = αυτός που έχει οσμή πίσσας
Κάποια υποείδη θεωρούνται σπουδαία ζωοτροφή.

Κατά τον Διοσκουρίδη (Μ.Μ ΙΙΙ,109) οι σπόροι, τα φύλλα και η ρίζα του φυτού Τρίφυλλον, το οποίο αναφέρεται στην ψωραλέα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία παθήσεων του ουροποιητικού, της επιληψίας, της υδρωπικίας στα αρχικά στάδια, σαν κατάπλασμα απαλύνει τον πόνο από δαγκώματα φιδιών και γενικά είναι καλό αντίδοτο στα περισσότερα δηλητήρια:

τρίφυλλον· οἱ δὲ ὀξύφυλλον καλοῦσι [οἱ δὲ μινυανθές, οἱ δὲ ἀσφάλτιον, οἱ δὲ κνήκιον, Ῥωμαῖοι τριφόλιουμ ἀκούτουμ, οἱ δὲ τριφόλιουμ ὀδοράτουμ]. θάμνος ἐστὶ πήχεως ἢ μείζων, ῥάβδους ἔχων λεπτάς, μελαίνας, σχοινώδεις, παραφυάδας <πολλὰς> ἐχούσας, ἐφ᾽ ὧν φύλλα ὅμοια λωτῷ τῷ δένδρῳ, τρία καθ᾽ ἑκάστην βλάστησιν· ὀσμὴ δὲ αὐτῶν ἄρτι μὲν φυομένων πηγάνου, αὐξηθέντων δὲ ἀσφάλτου· ἄνθος δὲ ἀνίησι πορφυροῦν, σπέρμα δὲ ὑπόπλατυ, ὑπόδασυ, ἐκ τοῦ ἑτέρου πέρατος ὥσπερ κεραίαν ἔχον· ῥίζα λεπτή, μακρά, στερεά. {2} βοηθεῖ δὲ τὸ σπέρμα καὶ τὰ φύλλα πινόμενα ἐν ὕδατι πλευριτικοῖς, δυσουροῦσιν, ἐπιλημπτικοῖς, ἀρχομένοις ὑδρωπιᾶν, ὑστερικαῖς· ἄγει δὲ καὶ καταμήνια. δεῖ δὲ διδόναι τοῦ μὲν σπέρματος δραχμὰς τρεῖς, τῶν δὲ φύλλων δραχμὰς τέσσαρας· ἀρήγει δὲ καὶ θηριοδήκτοις σὺν ὀξυμέλιτι τὰ φύλλα πινόμενα. ἱστόρησαν δέ τινες ὅτι ὅλου τοῦ θάμνου καὶ τῆς ῥίζης τὸ ἀφέψημα καὶ τῶν φύλλων καταντλούμενον ἐπὶ τῶν ἑρπετοδήκτων παραιτεῖται τοὺς πόνους. ἐὰν δὲ θεραπευθείς τις τῷ ὕδατι [ἐὰν] ἕτερον ἕλκος ἔχων καταντληθῇ, τὰ αὐτὰ πάσχει τοῖς δηχθεῖσι. ποτίζουσι δέ τινες ἐπὶ μὲν τριταίου τρία φύλλα ἢ τρία σπερμάτια ἐν οἴνῳ, ἐπὶ δὲ τεταρταίου τέσσαρα, ὡς λύοντα τὰς περιόδους· μείγνυται δὲ αὐτῆς ἡ ῥίζα καὶ ἀντιδότοις.”



Η παραδοσιακή λαϊκή θεραπευτική στα Βαλκάνια χρησιμοποιεί την ψωραλέα για θεραπεία δερματικών ασθενειών καθώς και ενίσχυση του τριχωτού της κεφαλής, ενώ στη Μάλτα υπάρχει καταγραφή χρήσης της για θεραπεία των ρευματικών πόνων. Υπάρχει ομοιοπαθητικό φάρμακο που φτιάχνεται από το φυτό με τη συντομογραφία psoral.




Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει σε ένα βαθμό την παράδοση. Εκχύλισμα όλων των μερών του φυτού παρουσιάζεται πλούσιο σε δραστικά συστατικά που έχουν σημαντικές αντιβακτηριδιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. (Azzouzi S, et al. 2014). Πειράματα σε κουνέλια δείχνουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα στη θεραπεία δερματικών παθήσεων και συγκεκριμένα της λεύκης.(Kurian-Sankar 2007)


Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Ηλιάνθεμο το συριακό

Helianthemum syriacum (Jacq.) Dum. Cours. 1802

Cistaceae

Cistus lavandulifolius Lam.
Cistus syriacus Jacq.
Cistus thivaudii (Pers.) Poir.

































Πολυετές χαμαίφυτο που εξαπλώνεται σε όλη τη μεσογειακή λεκάνη από την Αλγερία έως την Ιορδανία. Προτιμά τα βραχώδη, ξηρά και ηλιόλουστα εδάφη σε παραθαλάσσιες περιοχές και χαμηλά ως μεσαία υψόμετρα. Αναπτύσσει βλαστούς με μικρά λογχοειδή φύλλα πάνω σε ξυλώδη κορμό από τα τέλη Απριλίου ενώ η ανθοφορία του μπορεί να κρατήσει μέχρι τον Ιούλιο σε ψυχρότερες περιοχές και μεγαλύτερα υψόμετρα. Παρ όλη την ευρεία εξάπλωση του είδους στη Μεσόγειο, θεωρείται σχετικά σπάνιο και στη Γαλλία έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο είδος.






























Στο γένος Helianthemum ανήκουν περίπου 100 είδη, μερικά από τα οποία θεωρούνται σημαντικά φαρμακευτικά φυτά ενώ άλλα καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά καθώς ποικίλες διασταυρώσεις δίνουν εντυπωσιακά άθνη. 
Στα Κύθηρα το βρήκα στα ανατολικά του νησιού.


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Στάχυς ο κρητικός

Stachys cretica L.

Syn. Stachys italica Mill. , Stachys germanica var.italica (Mill.) Briq.

Lamiaceae






 Το γένος stachys, ένα από τα πολυπληθέστερα της οικογένειας των χειλανθών 
(Labiateae/Lamiaceae) συμπεριλαμβάνει πάνω από 300 είδη με εξάπλωση σε όλο τον κόσμο, εκτός Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στις ζεστές εύκρατες ζώνες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Νοτιοδυτική Ασία, ενώ δευτερευόντως αναπτύσσονται στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στη Νότια Αφρική. Αγαπούν τις πετρώδεις τοποθεσίες κυρίως ασβεστολιθικής σύστασης.

Στο συγκεκριμένο είδος ανήκουν αρκετά υποείδη που εμφανίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και έως τον Εύξεινο Πόντο. Κοινές ονομασίες σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες δείχνουν την εκτίμηση που τρέφει η λαϊκή θεραπευτική για πολλά από τα είδη του γένους.
Για παράδειγμα woundwort, λαικό όνομα του stachys στα Αγγλικά, αφού διάφορα είδη χρησιμοποιήθηκαν για την θεραπεία τραυμάτων και πληγών ιδιαίτερα στη μεσαιωνική Βρετανία.


Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει τις φαρμακευτικές ιδιότητες των πολυχρησιμοποιημένων από την παραδοσιακή ιατρική φυτών. Το αιθέριο έλαιο που προέρχεται από τα αέρια μέρη αρκετών ειδών stachys, βρέθηκε να περιέχει δραστικά συστατικά με έντονη αντιβακτηριδιακή, αντιμικροβιακή και μυκητοκτόνο δράση. (Ozturk M, Duru et al. 2009, Skaltsa HD et al. 2003)


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη στάχυς ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο φανερώνει την γεωγραφική προέλευση του είδους που έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη.
Στα Κύθηρα ανθίζει από μέσα Μαϊου έως τον Ιούνιο κυρίως στο κέντρο του νησιού.  



Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Tetragonolobus purpureus Meonch


Syn. Tetragonolobus palaestinus Boiss.&Blanche
Lotus tetragonolobus L.

Fabaceae / Leguminosae



Μονοετές φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο,Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Έχει εξαπλωθεί σαν επιγενές στην Κίνα, Αυστραλία και Βόρεια Ευρώπη. Αγαπά τις ηλιόλουστες τοποθεσίες , φυτρώνει σε καλλιεργημένους ή χέρσους αγρούς και στις άκρες των δρόμων. Καλλιεργείται σαν κτηνοτροφικό φυτό. Θεωρείται ότι αποκαθιστά τα ποσοστά αζώτου στο έδαφος.

Οι σπόροι του ψημένοι χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατο του καφέ. Οι τρυφεροί λωβοί τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι σε σαλάτες, σούπες και λαδερά. Η γεύση τους θυμίζει σπαράγγι εξ ου και μια από τις κοινές ονομασίες στα Αγγλικά:asparagus pea.
Τα φύλλα του έχουν στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Στην Κρήτη το λένε άσπαγο ή σανταλίδα ενώ η κοινή ονομασία μάνταλο είναι γνωστή και στα Κύθηρα ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού.


Υπέροχο χαρακτικό του Ferdinand Bauer (1760-1826) για την προέκδοση της Flora Greacae
όπου φαίνονται άνθη και λωβοί. 
Tο επιστημονικό όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη τετράγωνο + λωβός αναφορά στο χαρακτηριστικό σχήμα των λοβών του. Το επίθετο του απο το λατινικό purpureus – a -um = πορφυρός  

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ελικοφόρο καπνόχορτο

Fumaria capreolata L.  1753



Fumariaceae /Papaveraceae


Μονοετές αναρριχώμενο φυτό, αυτοφυές στην Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική και επιγενές στη Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αμερική και Νότια Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο καθώς απειλεί τη χαμηλή βλάστηση σε περιοχές που εξαπλώνεται.

Ανθίζει νωρίς την άνοιξη και έως τα μέσα Ιουνίου. Μπορεί να φτάσει έως ένα μέτρο ύψος. Μερικές φορές, τα λευκά άνθη με την βαθυκόκκινη άκρη γίνονται ρόζ μετά την επικονίαση.


Φυτά του γένους, ιδιαίτερα η φουμάρια η φαρμακευτική ( fumaria officinalis) εκτιμήθηκε πολύ από τους Ρωμαϊκούς χρόνους για τις τονωτικές και αιμοκαθαρτικές ιδιότητες της. Είναι ιδιαιτέρως ευεργετική σε ηπατικές παθησεις και σε δερματικά προβλήματα όπως στο έκζεμα. Το βότανο έχει αντισπασμωδική, χολαγωγική και ήπια διουρητική δράση. Οφθαλμόλουτρα με έγχυμα από τα φύλλα θεραπεύουν την επιφεφυκίτιδα. Χρειάζεται, όπως για όλα τα βότανα, ιδιαίτερη προσοχή καθώς μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει καταστολή και έντονη υπνηλία.
Το όνομα προέρχεται από παλαιότερη (18ος αιώνας) ονομασία του φυτού, fumus= καπνός terrae = της γης, πιθανή αναφορά στην μυρωδιά καπνού που έχουν οι ρίζες. Αλλος πιθανός λόγος για την ονομασία είναι ότι γκριζοπράσινα φύλλα κάποιων ειδών του γένους δίνουν την εντύπωση καπνού που βγαίνει από τη γη.Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό capreolatus -a - um = αναρριχώμενos, ελικοφόρος



Κοινά ονόματα : καπνιά, καπνόχορτο, καπνίτης , στάχτερη, χιονίστρα