Αναγνώστες

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Ιππότες στο Δάσος

Τριχόλωμα το καστανόλευκο


Tricholoma albobrunneum (Pers.) P.Kumm. 1871*

Syn. Tricholoma striatum (Schaeff.)Sacc. ?


Tricholomataceae








Το γένος Τριχόλωμα περιλαμβάνει περί τα 60 είδη τα οποία αρχικά είχαν ταξινομηθεί στο γένος Agaricus από τον Σουηδό μυκητολόγο Elias Magnus Fries, όπως εξάλλου και τα περισσότερα μανιτάρια με ελάσματα. Το 1871 ο Γερμανός μυκητολόγος Paul Kummer ταξινόμησε αρκετά από αυτά τα είδη στο γένος Tricholoma το οποίο είχε ήδη περιγραφεί από τον Fries.
Το όνομα του γένους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις τρίχα και λώμα = στρίφωμα, υπονοώντας χνουδωτή περιφέρεια του καπέλλου που μάλλον είναι κάπως αταίριαστο καθώς ελάχιστα είδη του γένους έχουν τέτοιο χαρακτηριστικό.Το επίθετο του είδους από τα λατινικά albus-a-um=λευκός και brunneus-a-um=καστανόχρωμος






Πολλά είδη tricholoma είναι τοξικά και πρέπει να αποφεύγεται η συλλογή τους ενώ άλλα θεωρούνται εξαιρετικά νόστιμα, όπως το φημισμένο Tricholoma matsutake ασιατικής προέλευσης. Γίνεται έρευνα σχετικά με πιθανές αντιβιοτικές ή μυκητοκτόνες ιδιότητες των μανιταριών του γένους καθώς είναι γνωστό ότι κάποια είδη περιέχουν ουσίες που δρούν κατά των παθογόνων μικρομυκήτων που μπορεί να προσβάλλουν τον άνθρωπο. (Κελτεμλίδης, Τα φαρμακευτικά μανιτάρια και οι θεραπευτικές τους χρήσεις)




Το είδος που παρουσιάζω σήμερα, εμφανίζεται πολύ συχνά στα πευκοδάση του νησιού των Κυθήρων σε μικρές ομάδες πολλές φορές κάτω από παχύ στρώμα πευκοβελόνων.


'Οπως τα περισσότερα μανιτάρια συμβάλλει σημαντικά στην ισορροπημένη ζωή του δάσους. Δεν είναι κατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο αν και δεν θεωρείται επικίνδυνο από όλους τους ειδικούς.

Οι Κυθήριοι μανιταροσυλλέκτες, ιδιαίτερα οι παλαιότεροι, συμβουλεύουν να αποφεύγονται σχεδόν όλα τα μανιτάρια του δάσους. Όπως έχω αναφέρει και σε παλαιότερη ανάρτηση τα ονομάζουν ζουρλομανίταρα και δεν τα συλλέγουν για κανένα λόγο. 



Σε κάθε περίπτωση η συλλογή μανιταριών πρέπει να γίνεται με μέγιστη προσοχή καθώς ακόμα και βρώσιμα είδη μπορεί να γίνουν τοξικά για τον άνθρωπο εαν αναπτυχθούν σε μολυσμένη περιοχή.


*Ευχαριστώ την Lucie Zibarova για τη βοήθεια στην αναγνώριση.


Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Σαν από άλλο κόσμο....

Clathrus ruber P.Micheli ex Pers. (1801)

Κλείθρο το ερυθρό


Phallaceae


Το παράξενο αυτό μανιτάρι είναι αυτοφυές και αρκετά συνηθισμένο στη Νότια Ευρώπη από όπου έχει μεταφερθεί στη Βόρεια Ευρώπη και από εκεί στην Αμερικανική Ήπειρο. Αναπτύσσεται σε νεκρή φυτική ύλη σε δάση, σε κήπους ή σε πρασιές μέσα από ένα λευκό “αβγό” ριζωμένο στο έδαφος με μακριές μυκηλιακές ίνεs. 


Στη φάση αυτή το μανιτάρι θεωρείται βρώσιμο. Ωστόσο υπάρχουν αναφορές για σοβαρές δηλητηριάσεις μετά από κατανάλωση του ώριμου καρποσώματος. 


Το σχήμα του θυμίζει κόκκινο πλέγμα με σφογγώδεις βραχίονες στην εσωτερική επιφάνεια των οποίων εκκρίνεται καφετιά βλέννα με πολύ δυσάρεστη οσμή σαπισμένου κρέατος που προσελκύει μύγες, οι οποίες μεταφέρουν τα πολύτιμα σπόρια που περιέχονται σε αυτή και εξασφαλίζουν έτσι τη διαιώνιση του είδους.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη κλείθρο = κλειδαριά , μεντεσές ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό ruber= ερυθρός.
Στη Γαλλία το λένε Coeur de Sorciere δηλ. Καρδιά της Μάγισσας ενώ υπάρχουν θρύλοι και δοξασίες σε όλη την Νότια Ευρώπη ότι έχει μαγικές ιδιότητες ή ότι όποιος το αγγίζει κινδυνεύει να αρρωστήσει κλπ.


Στα Κύθηρα το έχω συναντήσει σε πολλές διαφορετικές περιοχές σε όλη την έκταση του νησιού. 

Εξίσου εντυπωσιακό αν και μικρότερο το Colus hirudinosus Cavalier&Sechier υπάρχει στα βόρεια και ανατολικά του νησιού.



Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Μαράσμιος, ο Λάζαρος του βασιλείου των μυκήτων

Marasmius Fries, 1838

Marasmiaceae

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer
Το γένος περιλαμβάνει περίπου 500 είδη μανιταριών μερικά από τα οποία είναι βρώσιμα, π.χ. Μarasmius oreades. Λόγω του μικρoσκοπικού μεγέθους τους τα περισσότερα είδη περνάνε απαρατήρητα και πρέπει κανείς να προσπαθήσει πολύ, για να ανακαλύψει την υπέροχη ομορφιά τους. Ευτυχώς η τεχνολογία μας βοηθάει σ’αυτό καθώς με τις δυνατότητες που δίνουν οι σύγχρονες φωτογραφικές μηχανές καθένας μπορεί να θαυμάσει τις λεπτομέρειες αυτών των καταπληκτικών πλασμάτων.
Τα μανιτάρια του γένους παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλουν και το όνομά τους. Σε ξηρό καιρό μαραίνονται, κατά κάποιο τρόπο “πεθαίνουν” για λίγο, (βλ. σχετικά: The Biology of Resurrection: Life After Death in Fungi, by SG Saupe) και μόλις τα επίπεδα υγρασίας ανέβουν ξαναβρίσκουν την αρχική τους μορφή, ξαναζωντανεύουν. Το χαρακτηριστικό αυτό, στα αγγλικά, marcescence, οδήγησε τον Fries στην ταξινόμηση που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη μαρασμός.


Παρόλο το μικροσκοπικό τους μέγεθος παίζουν σημαντικό ρόλο στα δασικά οικοσυστήματα βοηθώντας στην αποσύνθεση της νεκρής φυτικής ύλης και τη μετουσίωσή της σε ωφέλιμα θρεπτικά στοιχεία. Φαίνονται εύθραυστα και λεπτεπίλεπτα στην πραγματικότητα όμως, είναι σκληροτράχηλα πλάσματα που αντέχουν ακραίες συνθήκες, όπως περιγράφω παραπάνω.


Η ταυτοποίηση των διαφόρων ειδών είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση και συχνά απαιτείται μικροσκοπική εξέταση. Εξ άλλου όπως και σε πολλά άλλα είδη μυκήτων εγείρονται σοβαρά θέματα αλλαγών στην ταξινόμηση μετά την επανάσταση που έφερε τα τελευταία χρόνια η ταυτοποίηση με βάση το DNA.

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer. Σε ξερά φύλλα ελιάς. 
Στα Κύθηρα, έχω συναντήσει μέχρι σήμερα τρία διαφορετικά είδη σε διάφορες τοποθεσίες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το καταπληκτικό Marasmius corbariensis (Roum.) Singer, που βρήκα σε λιόφυτο στο κέντρο του νησιού.


Marasmius corbariensis (Roum.) Singer


Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Βραχοσαλάτα, Σαλάτα του Γυαλού και Σταμναγκάθι

Chichorium spinosum L.


Compositae/Asteraceae




Πυκνός, αγκαθωτός χαμόθαμνος που φτάνει σε ύψος 20-25 πόντους. Εξαπλωμένος σε όλες τις ακτές της Μεσογείου από τη Μάλτα έως την Κύπρο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τα φύλλα του λεία, σαρκώδη και οδοντωτά βγαίνουν κοντά στη βάση του φυτού ενώ τα εξωτερικά κλαδάκια έχουν αγκαθωτή απόληξη. Ανθίζει από τέλη Μαίου έως Σεπτέμβριο. Τα μωβ άνθη στις μασχάλες των βλαστών μοιάζουν με αυτά του κοινού ραδικιού (cichorium intybus)


Οι τρυφεροί βλαστοί τρώγονται σαν ωμή σαλάτα ή βρασμένοι. Γίνονται επίσης τουρσί. Θεωρούνται νόστιμη λιχουδιά ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου το φυτό σε άγρια κατάσταση είναι πολύ διαδεδομένο. Βέβαια η υψηλή ζήτηση και η καταστροφή των θάμνων από αλόγιστη συλλογή οδήγησε στην ανάγκη καλλιέργειας του φυτού με την αναμενόμενη υποβάθμιση της γεύσης και της διατροφικής του αξίας.

Στα Κύθηρα πριν την επικράτηση του τουριστικού πνεύματος το λέγαμε βραχοσαλάτα ή σαλάτα του γυαλού. Το κρητικό όνομα σταμναγκάθι οφείλεται στην συνήθεια των παλιών Κρητικών να βουλώνουν με το φυτό το στόμιο της στάμνας για να προστατεύσουν το νερό μέσα σ'αυτήν.

Οι παλιοί Τσιριγώτες το συνέλεγαν συνετά, προσέχοντας να μην καταστρέψουν τη ρίζα του θάμνου έτσι ώστε να το έχουν για πολλά χρόνια. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ξεριζώνεται ολόκληρος το θάμνος με αποτέλεσμα οι αριθμοί του να έχουν μειωθεί δραματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά του νησιού όπου το πρόλαβα σε μεγάλη αφθονία γύρω στο 2000. Πρόσφατα επικράτησε και στα Κύθηρα το όνομα σταμναγκάθι για λόγους ευκολίας αναγνώρισης, κυρίως από τους επισκέπτες του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα ενώ για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση της τουριστικής περιόδου γίνεται εισαγωγή όπως και στα υπόλοιπα λαχανικά.


Ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί τη λέξη μυάκανθος για το φυτό (Περί Φυτών Ιστ. Vi 5,1) ενώ με το όνομα κιχώριο αναφέρεται στο cichorium intybus, το κοινό αγριοράδικο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό επίθετο spinosus-a-um = αγκαθωτός.




Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Λύθρο το βουρλόμορφο

Lythrum junceum Banks & Sol. 1794


Syn. Lythrum graefferi Ten.
        Lythrum meonanthum Steud.

Lythraceae



Πολυετές φυτό αυτοφυές σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία. Αγαπά τα υγρά μέρη και το συναντάμε αρχές καλοκαιριού σε χαντάκια, ρεματιές, άκρες των δρόμων, όπου υπάρχει υγρασία. Τα λεπτεπίλεπτα ροζ λουλούδια του αναπτύσσονται κατά μήκος όρθιων βλαστών από το Μάιο έως τον Ιούλιο.
Στο γένος lythrum ανήκουν περίπου 38 υδρόφιλα είδη με εξάπλωση σε όλη την εύκρατη ζώνη.
Στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική,  είδη του γένους όπως το lythrum salicaria και το lythrum hyssopifolia χρησιμοποιήθηκαν κατά των αιμορροΐδων και των εσωτερικών αιμορραγιών κατά της δυσεντερίας και εξωτερικά σαν επουλωτικά πληγών. Είναι πιθανό σε κάποιο από αυτά τα είδη να αναφέρεται ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης όταν περιγράφει το φυτό λυσιμάχειο ή λύτρο.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λύθρον = λερωμένο αίμα, πιθανή αναφορά στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών του γένους. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό junceus -a -um = αυτός που μοιάζει με βούρλο.


Στα Κύθηρα το συναντάμε σε χαντάκια, ρεματιές και γενικά σε υγρά μέρη σε όλο το νησί. 



Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Η χρυσή παπαρούνα του γυαλού

Glaucium flavum Grantz 1763


Syn. Glaucium luteum Scop.
Chelidonium glaucium L.
Chelidonium fulvum Poir.

Papaveraceae

Γλαύκιο το χρυσοκίτρινο






Πολυετές φυτό, ανθεκτικό στην ξηρασία και την αλμύρα. Φυτρώνει πάντα σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες σε όλη τη Δυτική Ευρώπη και τη Βρετανία, στη Μεσόγειο και τη Δυτική Ασία. Αγαπά τα ηλιόλουστα μέρη και ανθίζει από Μάιο έως Αύγουστο.

Το λάδι από τους σπόρους του χρησιμοποιήθηκε στην σαπωνοποιία και σαν καύσιμο του παραδοσιακού λύχνου καθώς καίγεται χωρίς να βγάζει πολύ καπνό.

Στην παραδοσιακή ιατρική θεωρείται ότι προκαλεί αύξηση έκκρισης χολής και έτσι χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλημάτων της χοληδόχου κύστεως και του ήπατος. Θεωρείται επίσης ότι θεραπεύει τους σπασμούς των βρόγχων και του εντέρου. Στην Αλγερία χρησιμοποιείται παραδοσιακά εκχύλισμα του φυτού για τη θεραπεία κρεατοελιών.

Ήδη από την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε σαν ισχυρό φάρμακο κατά των παθήσεων του ήπατος και των εντέρων. Στον Διοσκουρίδη αναφέρεται ως μήκων κερατίτις (4.65):

......δύναμιν δε έχει η μεν ρίζα εψηθείσα άχρι ημίσους εν ύδατι και ποθείσα ισχιάδας και ηπατικάς διαθέσεις θεραπεύειν και τους παχέα ή αραχνιώδη ουρούντας ωφελείν το δε σπέρμα πλήθος οξυβάφου ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν επιεικώς καθαίρει. Τα δε φύλλα και τα άνθη εσχάρας περιρρήττει κατα πλασθέντα συν ελαίω, εγχρισθέντα δε τα επί κτηνών άργεμα και νεφέλια αποκαθαίρει.



Σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει σημαντική αντικαρκινική δράση εκχυλίσματος της ρίζας του φυτού που είναι πλούσια σε ισχυρά αλκαλοειδή. (Laboratory of Plant Biotechnology end Ethnobotany, Algeria, Bournine L, Bensalem S et al., 2013)

Παρόλο που έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην παραδοσιακή ιατρική η τοξικότητα του φυτού είναι υψηλή και επομένως δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται χωρίς εξειδικευμένη γνώση. Είναι εξαιρετικά ερεθιστικό για τα μάτια και μπορεί να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα με απλή επαφή. Ο γαλακτώδης χυμός του μπορεί να προκαλέσει από απλό ερεθισμό του δέρματος έως οξεία δερματίτιδα.
Η γλαυκίνη, αλκαλοειδές που περιέχεται στο φυτό έχει ψυχοτρόπο δράση παρόμοια με αυτή των οπιωδών προκαλώντας σε κάποιους ένα αίσθημα ευφορίας και ηρεμίας.


Το όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό γλαυκός= γκριζόλευκος, λαμπερός, κυανόφαιος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό flavus-a-um = κίτρινο, χρυσοκίτρινο


Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Φρανκένια η δασύτριχη

Frankenia hirsuta L.


Syn. Frankenia laevis var. hirsuta
        Franca thymifolia Vis.

Frankenianceae




Πολυετές χαμαίφυτο που αγαπά τις αμμώδεις ή βραχώδεις παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Η φρανκένια η δασύτριχη απαντάται σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη έως την Ινδία και τη Νότια Αφρική.


Ριζώνει στις αβαθείς λακουβίτσες των γεμάτων αλμύρα βράχων. Οι τριχωτοί βλαστοί έρπουν στους βράχους απολαμβάνοντας τον ανοιξιάτικο ήλιο και καθώς η μέρα μεγαλώνει στις αρχές του καλοκαιριού ανθίζουν προσφέροντας φωτεινή ομορφιά στο αφυδατωμένο τοπίο.





Το γένος frankenia εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο με πάνω από 80 διαφορετικά είδη, και ο Λινναίος το ονόμασε έτσι, προς τιμήν του Johann Franke (1590-1661) καθηγητή ανατομίας και βοτανικής στην Ουψάλα, που πρώτος μελέτησε τα φυτά της Σουηδίας. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό hirsutus-a-um = δασύτριχος, τραχύς.


Στα Κύθηρα τη βρήκα στα ανατολικά του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω είναι η πρώτη καταγραφή του συγκεκριμένου είδους, για το νησί των Κυθήρων, ενώ αναφέρεται στα Αντικύθηρα και στις γύρω βραχονησίδες (Τζανουδάκης, Ιατρού, Πανίτσα 2004)