Αναγνώστες

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Ηλιάνθεμο το συριακό

Helianthemum syriacum (Jacq.) Dum. Cours. 1802

Cistaceae

Cistus lavandulifolius Lam.
Cistus syriacus Jacq.
Cistus thivaudii (Pers.) Poir.

































Πολυετές χαμαίφυτο που εξαπλώνεται σε όλη τη μεσογειακή λεκάνη από την Αλγερία έως την Ιορδανία. Προτιμά τα βραχώδη, ξηρά και ηλιόλουστα εδάφη σε παραθαλάσσιες περιοχές και χαμηλά ως μεσαία υψόμετρα. Αναπτύσσει βλαστούς με μικρά λογχοειδή φύλλα πάνω σε ξυλώδη κορμό από τα τέλη Απριλίου ενώ η ανθοφορία του μπορεί να κρατήσει μέχρι τον Ιούλιο σε ψυχρότερες περιοχές και μεγαλύτερα υψόμετρα. Παρ όλη την ευρεία εξάπλωση του είδους στη Μεσόγειο, θεωρείται σχετικά σπάνιο και στη Γαλλία έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο είδος.






























Στο γένος Helianthemum ανήκουν περίπου 100 είδη, μερικά από τα οποία θεωρούνται σημαντικά φαρμακευτικά φυτά ενώ άλλα καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά καθώς ποικίλες διασταυρώσεις δίνουν εντυπωσιακά άθνη. 
Στα Κύθηρα το βρήκα στα ανατολικά του νησιού.


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Στάχυς ο κρητικός

Stachys cretica L.

Syn. Stachys italica Mill. , Stachys germanica var.italica (Mill.) Briq.

Lamiaceae






 Το γένος stachys, ένα από τα πολυπληθέστερα της οικογένειας των χειλανθών 
(Labiateae/Lamiaceae) συμπεριλαμβάνει πάνω από 300 είδη με εξάπλωση σε όλο τον κόσμο, εκτός Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στις ζεστές εύκρατες ζώνες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Νοτιοδυτική Ασία, ενώ δευτερευόντως αναπτύσσονται στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στη Νότια Αφρική. Αγαπούν τις πετρώδεις τοποθεσίες κυρίως ασβεστολιθικής σύστασης.

Στο συγκεκριμένο είδος ανήκουν αρκετά υποείδη που εμφανίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και έως τον Εύξεινο Πόντο. Κοινές ονομασίες σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες δείχνουν την εκτίμηση που τρέφει η λαϊκή θεραπευτική για πολλά από τα είδη του γένους.
Για παράδειγμα woundwort, λαικό όνομα του stachys στα Αγγλικά, αφού διάφορα είδη χρησιμοποιήθηκαν για την θεραπεία τραυμάτων και πληγών ιδιαίτερα στη μεσαιωνική Βρετανία.


Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει τις φαρμακευτικές ιδιότητες των πολυχρησιμοποιημένων από την παραδοσιακή ιατρική φυτών. Το αιθέριο έλαιο που προέρχεται από τα αέρια μέρη αρκετών ειδών stachys, βρέθηκε να περιέχει δραστικά συστατικά με έντονη αντιβακτηριδιακή, αντιμικροβιακή και μυκητοκτόνο δράση. (Ozturk M, Duru et al. 2009, Skaltsa HD et al. 2003)


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη στάχυς ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο φανερώνει την γεωγραφική προέλευση του είδους που έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη.
Στα Κύθηρα ανθίζει από μέσα Μαϊου έως τον Ιούνιο κυρίως στο κέντρο του νησιού.  



Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Tetragonolobus purpureus Meonch


Syn. Tetragonolobus palaestinus Boiss.&Blanche
Lotus tetragonolobus L.

Fabaceae / Leguminosae



Μονοετές φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο,Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Έχει εξαπλωθεί σαν επιγενές στην Κίνα, Αυστραλία και Βόρεια Ευρώπη. Αγαπά τις ηλιόλουστες τοποθεσίες , φυτρώνει σε καλλιεργημένους ή χέρσους αγρούς και στις άκρες των δρόμων. Καλλιεργείται σαν κτηνοτροφικό φυτό. Θεωρείται ότι αποκαθιστά τα ποσοστά αζώτου στο έδαφος.

Οι σπόροι του ψημένοι χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατο του καφέ. Οι τρυφεροί λωβοί τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι σε σαλάτες, σούπες και λαδερά. Η γεύση τους θυμίζει σπαράγγι εξ ου και μια από τις κοινές ονομασίες στα Αγγλικά:asparagus pea.
Τα φύλλα του έχουν στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Στην Κρήτη το λένε άσπαγο ή σανταλίδα ενώ η κοινή ονομασία μάνταλο είναι γνωστή και στα Κύθηρα ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού.


Υπέροχο χαρακτικό του Ferdinand Bauer (1760-1826) για την προέκδοση της Flora Greacae
όπου φαίνονται άνθη και λωβοί. 
Tο επιστημονικό όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη τετράγωνο + λωβός αναφορά στο χαρακτηριστικό σχήμα των λοβών του. Το επίθετο του απο το λατινικό purpureus – a -um = πορφυρός  

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ελικοφόρο καπνόχορτο

Fumaria capreolata L.  1753



Fumariaceae /Papaveraceae


Μονοετές αναρριχώμενο φυτό, αυτοφυές στην Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική και επιγενές στη Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αμερική και Νότια Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο καθώς απειλεί τη χαμηλή βλάστηση σε περιοχές που εξαπλώνεται.

Ανθίζει νωρίς την άνοιξη και έως τα μέσα Ιουνίου. Μπορεί να φτάσει έως ένα μέτρο ύψος. Μερικές φορές, τα λευκά άνθη με την βαθυκόκκινη άκρη γίνονται ρόζ μετά την επικονίαση.


Φυτά του γένους, ιδιαίτερα η φουμάρια η φαρμακευτική ( fumaria officinalis) εκτιμήθηκε πολύ από τους Ρωμαϊκούς χρόνους για τις τονωτικές και αιμοκαθαρτικές ιδιότητες της. Είναι ιδιαιτέρως ευεργετική σε ηπατικές παθησεις και σε δερματικά προβλήματα όπως στο έκζεμα. Το βότανο έχει αντισπασμωδική, χολαγωγική και ήπια διουρητική δράση. Οφθαλμόλουτρα με έγχυμα από τα φύλλα θεραπεύουν την επιφεφυκίτιδα. Χρειάζεται, όπως για όλα τα βότανα, ιδιαίτερη προσοχή καθώς μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει καταστολή και έντονη υπνηλία.
Το όνομα προέρχεται από παλαιότερη (18ος αιώνας) ονομασία του φυτού, fumus= καπνός terrae = της γης, πιθανή αναφορά στην μυρωδιά καπνού που έχουν οι ρίζες. Αλλος πιθανός λόγος για την ονομασία είναι ότι γκριζοπράσινα φύλλα κάποιων ειδών του γένους δίνουν την εντύπωση καπνού που βγαίνει από τη γη.Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό capreolatus -a - um = αναρριχώμενos, ελικοφόρος



Κοινά ονόματα : καπνιά, καπνόχορτο, καπνίτης , στάχτερη, χιονίστρα

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Χοιράδια η ετερόφυλλη : Γοητεία χωρίς όνομα

Scrophularia heterophylla Willd

Scrophularia heterophylla subsp.laciniata Waldst.&Kit.

Syn. Scrophularia caesia Sibth. & Smith



Scrophulariaceae


Σχετικά σπάνιο χασμόφυτο, που συναντάται σε ασβεστολιθικά πετρώματα στις σχισμές των βράχων σε γκρεμούς ακόμα και στις χαραμάδες πέτρινων τοίχων σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. 
Το γένος scrophularia περιλαμβάνει περίπου 200 είδη που εξαπλώνονται στο Βόρειο Ημισφαίριο ενώ στη Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική τα αυτοφυή είδη είναι πολύ λιγότερα.
Το είδος με μεγαλύτερη εξάπλωση στα Κύθηρα, είναι η scrofularia heterophylla. Τη συνάντησα σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες κυρίως κοντά στη θάλασσα σε σχισμές βράχων και ορθογκρεμούς στα βόρεια, ανατολικά και νότια του νησιού. Η αναφορά που υπάρχει σε scrophularia peregrina στο Κάστρο της Χώρας είναι προφανώς εσφαλμένη.


Scrophularia peregrina. Αγ. Μάμας Κύθηρα

Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική η Scrophularia ningpoensis χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία αρκετών ασθενειών όπως αρθρίτιδα, ρευματισμοί, πονόλαιμοι, φλεγμονές κ.α.
Ένα άλλο είδος , η scrophulalria nodosa χρησιμοποιείται στην λαϊκή θεραπευτική σε Ευρώπη και Αμερική σαν διουρητικό, καθαρτικό, διεγερτικό της καρδιάς και τονωτικό του οργανισμού, κατά των χοιράδων και γενικά κατά δερματικών παθήσεων όπου υπάρχει ερεθισμός και κνησμός. Είναι επίσης ένα ισχυρό ομοιοπαθητικό φάρμακο.
Στην Κρήτη το είδος scrophularia peregrina, ονομάζεται βρωμόχορτο ή βρωμοζάκι και έχει ανάλογες χρήσεις. Συνιστάται προσοχή στη χρήση του καθώς ενδέχεται να έχει και τοξική δράση. Το ίδιο είδος υπάρχει στα Κύθηρα σε περιορισμένους πληθυσμούς σε μέρη με μεγάλη υγρασία.




Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι φυτά του γένους περιέχουν συστατικά με ισχυρή παυσίπονη δράση που συγκρίνεται με αυτήν της κορτιζόνης, χωρίς τις  παρενέργειες, ενώ καταδεικνύονται πλήθος άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων. (Biologically Active Substances from the Genus Scrophularia, Galindez, Lanza & Matellano, 2002)

Το όνομα του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη scrofula = χοιράδωση (είδος φυματίωσης), για την οποία φυτά του γένους χρησιμοποιήθηκαν σαν θεραπεία. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από τις ελληνικές λέξεις έτερος + φύλλο πιθανή αναφορά στην ανομοιογένεια του σχήματος των φύλλων. Το κοινό όνομα στην Κρήτη, βρωμόχορτο, οφείλεται στην κάπως δυσάρεστη μυρωδιά των φύλλων του φυτού. 


Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Λειόκαρπος ο εύθραυστος

Leocarpus fragilis ( Dickson) Rostafinsky, 1875

Syn. Leocarpus vernicosus Link, 1809

Physaraceae


Μυξομύκητας, που αρχικά, (όπως και όλοι οι παρόμοιοι μικροοργανισμοί) είχε ταξινομηθεί από τον J.H. Link (19ος αιώνας), σα μήκυτας. Αναπτύσσεται σε νεκρά ή ζωντανά φύλλα, σε κλαδάκια και πεσμένους κορμούς δέντρων, κυρίως μετά από βροχή, οπότε τα επίπεδα υγρασίας είναι υψηλά.


Στο πρώτο στάδιο της ζωής του, το πλασμόδιο, είναι ένα μεγάλο μοναδικό κύτταρο με πολλούς πυρήνες. Κινείται αχόρταγο με καταπληκτική ταχύτητα ... 2,5 εκ την ώρα!!, σε αναζήτηση τροφής. Το πλασμόδιο περικυκλώνει τη λεία του, που μπορεί να είναι βακτήρια, μήκυτες ή οργανικά απόβλητα και εκκρίνει ένζυμα για να την αφομοιώσει. Στη συνέχεια παράγει ένα δίκτυο πρωτοπλασμικών “φλεβών” όπου διακινούνται τα θρεπτικά συστατικά.



 Όταν το πλασμόδιο εξαντλήσει τη διαθέσιμη τροφή μεταμορφώνεται σε εξειδικευμένα καρποσώματα, τα σποράγγια, όπου σχηματίζονται τα σπόρια που μοιάζουν με σκόνη. Τα καρποσώματα τελικά διαρρηγνύονται, απελευθερώνοντας τα σπόρια στο περιβάλλον. Αυτά μπορεί να παραμείνουν σε νάρκη στο έδαφος για χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, οπότε ενεργοποιούνται και καθένα απελευθερώνει ένα μικρό κύτταρο με δυνατότητα κίνησης.






Δύο τέτοια κύτταρα ενώνονται και ωριμάζουν σε ένα νέο πλασμόδιο αρχίζοντας τον καινούργιο κύκλο ζωής. Η ανάπτυξή του είναι εξαιρετικά γρήγορη και ενώ στις πρώτες φάσεις της ζωής του το λαμπερό κιτρινοπορτοκαλί χρώμα του λάμπει, καθώς ο οργανισμός γερνά, γίνεται καφετί και έτσι δύσκολα εντοπίσιμος ανάμεσα στα ξερά φύλλα.


Το όνομά του προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις λείος + καρπός ενώ κατά μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε το πρώτο συνθετικό να αναφέρεται στο ουσιαστικό λέων. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό fragilis= εύθραυστος


Στα Κύθηρα δεν τον είχα ξαναδεί. Προφανώς λόγω των άφθονων βροχοπτώσεων οι συνθήκες ήταν κατάλληλες και τον συνάντησα αρκετά συχνά κυρίως στα δασύλλια κωνοφόρων. 

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Αμανίτης ο ωοειδής


Amanita ovoidea (Bull.) Quel.





Amanitaceae





Μανιτάρι αρκετά κοινό στη Νότια Ευρώπη σε δάση πλατύφυλλων ή κωνοφόρων, σε αλκαλικά εδάφη. Οι απαλές βαμβακένιες ίνες στο πόδι και τα υπολείματα του πέπλου γύρω από το καπέλο του δίνουν γοητευτική εμφάνιση. Το μέγεθος του καπέλου μπορεί να φτάσει 30 εκ. σε διάμετρο στην ωριμότητα ενώ σε βρεφική ηλικία έχει την όψη αυγού, εξ ου και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους.


Θεωρείται βρώσιμο από μερικούς και τοξικό από άλλους, πράγμα που επιτείνει την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα άγρια μανιτάρια στη χώρα μας. Εκτιμάται ιδιαίτερα σε αρκετές Μεσογειακές χώρες ( Τουρκία, Ιταλία) λόγω όμως κάποιων περιστατικών δηλητηρίασης μετά από κατανάλωσή του στην Ιταλία, (Σιέννα 2000 και 2012) και λόγω της ομοιότητας του με άλλα τοξικά ή και θανατηφόρα είδη του γένους Amanita, (ιδιαίτερα το Amanita proxima), 
δε συνιστάται να συλλέγεται εκτός από έμπειρους (ή πολύ πεινασμένους!!) μανιταροσυλλέκτες.
Biagi, M., et al. (2014) Investigations into Amanita ovoidea (Bull.) Link.: Edible or Poisonous? NaturalResources, 5, 225-232. http://dx.doi.org/10.4236/nr.2014.56021



Το μανιτάρι περιέγραψε το 1788, ο Γάλλος βοτανολόγος Jean Baptiste Francois Bulliard δίνοντας του το όνομα Agaricus ovoideus. To 1872 ταξινομήθηκε στο γένος Amanita από τον Lucien Quelet, που το μετονόμασε σε Amanita ovoidea.
Στα Κύθηρα υπάρχουν αρκετά στα βόρεια του νησιού, μοναχικά ή σε μικρές ομάδες σε πευκοδάση ή πυκνή μακία.



To όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό αμανίτης = μανιτάρι και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό ovum = αυγό. Στην ελληνική βιβλιογραφία περιγράφεται σαν αμανίτης ο αυγοειδής, εγώ όμως προτιμώ το πιο λόγιο, ωοειδής.