Αναγνώστες

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Tetragonolobus purpureus Meonch


Syn. Tetragonolobus palaestinus Boiss.&Blanche
Lotus tetragonolobus L.

Fabaceae / Leguminosae



Μονοετές φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο,Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Έχει εξαπλωθεί σαν επιγενές στην Κίνα, Αυστραλία και Βόρεια Ευρώπη. Αγαπά τις ηλιόλουστες τοποθεσίες , φυτρώνει σε καλλιεργημένους ή χέρσους αγρούς και στις άκρες των δρόμων. Καλλιεργείται σαν κτηνοτροφικό φυτό. Θεωρείται ότι αποκαθιστά τα ποσοστά αζώτου στο έδαφος.

Οι σπόροι του ψημένοι χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατο του καφέ. Οι τρυφεροί λωβοί τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι σε σαλάτες, σούπες και λαδερά. Η γεύση τους θυμίζει σπαράγγι εξ ου και μια από τις κοινές ονομασίες στα Αγγλικά:asparagus pea.
Τα φύλλα του έχουν στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Στην Κρήτη το λένε άσπαγο ή σανταλίδα ενώ η κοινή ονομασία μάνταλο είναι γνωστή και στα Κύθηρα ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού.


Υπέροχο χαρακτικό του Ferdinand Bauer (1760-1826) για την προέκδοση της Flora Greacae
όπου φαίνονται άνθη και λωβοί. 
Tο επιστημονικό όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη τετράγωνο + λωβός αναφορά στο χαρακτηριστικό σχήμα των λοβών του. Το επίθετο του απο το λατινικό purpureus – a -um = πορφυρός  

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ελικοφόρο καπνόχορτο

Fumaria capreolata L.  1753



Fumariaceae /Papaveraceae


Μονοετές αναρριχώμενο φυτό, αυτοφυές στην Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική και επιγενές στη Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αμερική και Νότια Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο καθώς απειλεί τη χαμηλή βλάστηση σε περιοχές που εξαπλώνεται.

Ανθίζει νωρίς την άνοιξη και έως τα μέσα Ιουνίου. Μπορεί να φτάσει έως ένα μέτρο ύψος. Μερικές φορές, τα λευκά άνθη με την βαθυκόκκινη άκρη γίνονται ρόζ μετά την επικονίαση.


Φυτά του γένους, ιδιαίτερα η φουμάρια η φαρμακευτική ( fumaria officinalis) εκτιμήθηκε πολύ από τους Ρωμαϊκούς χρόνους για τις τονωτικές και αιμοκαθαρτικές ιδιότητες της. Είναι ιδιαιτέρως ευεργετική σε ηπατικές παθησεις και σε δερματικά προβλήματα όπως στο έκζεμα. Το βότανο έχει αντισπασμωδική, χολαγωγική και ήπια διουρητική δράση. Οφθαλμόλουτρα με έγχυμα από τα φύλλα θεραπεύουν την επιφεφυκίτιδα. Χρειάζεται, όπως για όλα τα βότανα, ιδιαίτερη προσοχή καθώς μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει καταστολή και έντονη υπνηλία.
Το όνομα προέρχεται από παλαιότερη (18ος αιώνας) ονομασία του φυτού, fumus= καπνός terrae = της γης, πιθανή αναφορά στην μυρωδιά καπνού που έχουν οι ρίζες. Αλλος πιθανός λόγος για την ονομασία είναι ότι γκριζοπράσινα φύλλα κάποιων ειδών του γένους δίνουν την εντύπωση καπνού που βγαίνει από τη γη.Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό capreolatus -a - um = αναρριχώμενos, ελικοφόρος



Κοινά ονόματα : καπνιά, καπνόχορτο, καπνίτης , στάχτερη, χιονίστρα

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Χοιράδια η ετερόφυλλη : Γοητεία χωρίς όνομα

Scrophularia heterophylla Willd

Scrophularia heterophylla subsp.laciniata Waldst.&Kit.

Syn. Scrophularia caesia Sibth. & Smith



Scrophulariaceae


Σχετικά σπάνιο χασμόφυτο, που συναντάται σε ασβεστολιθικά πετρώματα στις σχισμές των βράχων σε γκρεμούς ακόμα και στις χαραμάδες πέτρινων τοίχων σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. 
Το γένος scrophularia περιλαμβάνει περίπου 200 είδη που εξαπλώνονται στο Βόρειο Ημισφαίριο ενώ στη Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική τα αυτοφυή είδη είναι πολύ λιγότερα.
Το είδος με μεγαλύτερη εξάπλωση στα Κύθηρα, είναι η scrofularia heterophylla. Τη συνάντησα σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες κυρίως κοντά στη θάλασσα σε σχισμές βράχων και ορθογκρεμούς στα βόρεια, ανατολικά και νότια του νησιού. Η αναφορά που υπάρχει σε scrophularia peregrina στο Κάστρο της Χώρας είναι προφανώς εσφαλμένη.


Scrophularia peregrina. Αγ. Μάμας Κύθηρα

Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική η Scrophularia ningpoensis χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία αρκετών ασθενειών όπως αρθρίτιδα, ρευματισμοί, πονόλαιμοι, φλεγμονές κ.α.
Ένα άλλο είδος , η scrophulalria nodosa χρησιμοποιείται στην λαϊκή θεραπευτική σε Ευρώπη και Αμερική σαν διουρητικό, καθαρτικό, διεγερτικό της καρδιάς και τονωτικό του οργανισμού, κατά των χοιράδων και γενικά κατά δερματικών παθήσεων όπου υπάρχει ερεθισμός και κνησμός. Είναι επίσης ένα ισχυρό ομοιοπαθητικό φάρμακο.
Στην Κρήτη το είδος scrophularia peregrina, ονομάζεται βρωμόχορτο ή βρωμοζάκι και έχει ανάλογες χρήσεις. Συνιστάται προσοχή στη χρήση του καθώς ενδέχεται να έχει και τοξική δράση. Το ίδιο είδος υπάρχει στα Κύθηρα σε περιορισμένους πληθυσμούς σε μέρη με μεγάλη υγρασία.




Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι φυτά του γένους περιέχουν συστατικά με ισχυρή παυσίπονη δράση που συγκρίνεται με αυτήν της κορτιζόνης, χωρίς τις  παρενέργειες, ενώ καταδεικνύονται πλήθος άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων. (Biologically Active Substances from the Genus Scrophularia, Galindez, Lanza & Matellano, 2002)

Το όνομα του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη scrofula = χοιράδωση (είδος φυματίωσης), για την οποία φυτά του γένους χρησιμοποιήθηκαν σαν θεραπεία. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από τις ελληνικές λέξεις έτερος + φύλλο πιθανή αναφορά στην ανομοιογένεια του σχήματος των φύλλων. Το κοινό όνομα στην Κρήτη, βρωμόχορτο, οφείλεται στην κάπως δυσάρεστη μυρωδιά των φύλλων του φυτού. 


Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Λειόκαρπος ο εύθραυστος

Leocarpus fragilis ( Dickson) Rostafinsky, 1875

Syn. Leocarpus vernicosus Link, 1809

Physaraceae


Μυξομύκητας, που αρχικά, (όπως και όλοι οι παρόμοιοι μικροοργανισμοί) είχε ταξινομηθεί από τον J.H. Link (19ος αιώνας), σα μήκυτας. Αναπτύσσεται σε νεκρά ή ζωντανά φύλλα, σε κλαδάκια και πεσμένους κορμούς δέντρων, κυρίως μετά από βροχή, οπότε τα επίπεδα υγρασίας είναι υψηλά.


Στο πρώτο στάδιο της ζωής του, το πλασμόδιο, είναι ένα μεγάλο μοναδικό κύτταρο με πολλούς πυρήνες. Κινείται αχόρταγο με καταπληκτική ταχύτητα ... 2,5 εκ την ώρα!!, σε αναζήτηση τροφής. Το πλασμόδιο περικυκλώνει τη λεία του, που μπορεί να είναι βακτήρια, μήκυτες ή οργανικά απόβλητα και εκκρίνει ένζυμα για να την αφομοιώσει. Στη συνέχεια παράγει ένα δίκτυο πρωτοπλασμικών “φλεβών” όπου διακινούνται τα θρεπτικά συστατικά.



 Όταν το πλασμόδιο εξαντλήσει τη διαθέσιμη τροφή μεταμορφώνεται σε εξειδικευμένα καρποσώματα, τα σποράγγια, όπου σχηματίζονται τα σπόρια που μοιάζουν με σκόνη. Τα καρποσώματα τελικά διαρρηγνύονται, απελευθερώνοντας τα σπόρια στο περιβάλλον. Αυτά μπορεί να παραμείνουν σε νάρκη στο έδαφος για χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, οπότε ενεργοποιούνται και καθένα απελευθερώνει ένα μικρό κύτταρο με δυνατότητα κίνησης.






Δύο τέτοια κύτταρα ενώνονται και ωριμάζουν σε ένα νέο πλασμόδιο αρχίζοντας τον καινούργιο κύκλο ζωής. Η ανάπτυξή του είναι εξαιρετικά γρήγορη και ενώ στις πρώτες φάσεις της ζωής του το λαμπερό κιτρινοπορτοκαλί χρώμα του λάμπει, καθώς ο οργανισμός γερνά, γίνεται καφετί και έτσι δύσκολα εντοπίσιμος ανάμεσα στα ξερά φύλλα.


Το όνομά του προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις λείος + καρπός ενώ κατά μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε το πρώτο συνθετικό να αναφέρεται στο ουσιαστικό λέων. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό fragilis= εύθραυστος


Στα Κύθηρα δεν τον είχα ξαναδεί. Προφανώς λόγω των άφθονων βροχοπτώσεων οι συνθήκες ήταν κατάλληλες και τον συνάντησα αρκετά συχνά κυρίως στα δασύλλια κωνοφόρων. 

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Αμανίτης ο ωοειδής


Amanita ovoidea (Bull.) Quel.





Amanitaceae





Μανιτάρι αρκετά κοινό στη Νότια Ευρώπη σε δάση πλατύφυλλων ή κωνοφόρων, σε αλκαλικά εδάφη. Οι απαλές βαμβακένιες ίνες στο πόδι και τα υπολείματα του πέπλου γύρω από το καπέλο του δίνουν γοητευτική εμφάνιση. Το μέγεθος του καπέλου μπορεί να φτάσει 30 εκ. σε διάμετρο στην ωριμότητα ενώ σε βρεφική ηλικία έχει την όψη αυγού, εξ ου και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους.


Θεωρείται βρώσιμο από μερικούς και τοξικό από άλλους, πράγμα που επιτείνει την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα άγρια μανιτάρια στη χώρα μας. Εκτιμάται ιδιαίτερα σε αρκετές Μεσογειακές χώρες ( Τουρκία, Ιταλία) λόγω όμως κάποιων περιστατικών δηλητηρίασης μετά από κατανάλωσή του στην Ιταλία, (Σιέννα 2000 και 2012) και λόγω της ομοιότητας του με άλλα τοξικά ή και θανατηφόρα είδη του γένους Amanita, (ιδιαίτερα το Amanita proxima), 
δε συνιστάται να συλλέγεται εκτός από έμπειρους (ή πολύ πεινασμένους!!) μανιταροσυλλέκτες.
Biagi, M., et al. (2014) Investigations into Amanita ovoidea (Bull.) Link.: Edible or Poisonous? NaturalResources, 5, 225-232. http://dx.doi.org/10.4236/nr.2014.56021



Το μανιτάρι περιέγραψε το 1788, ο Γάλλος βοτανολόγος Jean Baptiste Francois Bulliard δίνοντας του το όνομα Agaricus ovoideus. To 1872 ταξινομήθηκε στο γένος Amanita από τον Lucien Quelet, που το μετονόμασε σε Amanita ovoidea.
Στα Κύθηρα υπάρχουν αρκετά στα βόρεια του νησιού, μοναχικά ή σε μικρές ομάδες σε πευκοδάση ή πυκνή μακία.



To όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό αμανίτης = μανιτάρι και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό ovum = αυγό. Στην ελληνική βιβλιογραφία περιγράφεται σαν αμανίτης ο αυγοειδής, εγώ όμως προτιμώ το πιο λόγιο, ωοειδής.




Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Υγροκύβη η οξυκωνική


Hygrocybe acutoconica var. acutoconica ( Clem. ) Singer

Υγροκύβη η οξυκωνική

Hygrophoraceae






Μανιτάρι που συναντάται σε όλη την Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, σε αμμώδη ασβεστολιθικά εδάφη, σε δάση δρυός ή κωνοφόρων. Θεωρείται σχετικά σπάνιο αν και συχνά μπορεί να εμφανιστεί σε γκαζόν αστικών περιοχών ή σε χορτολιβαδικές περιοχές κοντά σε δάση. Το λαμπερό κίτρινο χρώμα η γυαλιστερή υφή του καπέλλου και το χαριτωμένο σχήμα της την κάνουν ένα από τα πιο γοητευτικά μικρά μανιτάρια. Τη συνάντησα στα Κύθηρα να φωτίζει τα αποσκιερά σημεία κάτω από τα πεύκα, στα τέλη του φθινοπώρου.
Μοιάζει αρκετά με την υγροκύβη κωνική η οποία όμως μαυρίζει στην ωριμότητα και χάνει το κωνικό σχήμα της.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη υγρός + κύβη = κεφαλή, ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό acutus = οξύς και το ελληνικό κώνος. αναφορά το σχήμα του μανιταριού. Το μανιτάρι αυτό αν και ορισμένοι οδηγοί το χαρακτηρίζουν βρώσιμο καλό είναι να αποφεύγεται.








Η πρώτη επιστημονική περιγραφή έγινε το 1893 από τον Αμερικανό μυκητολόγο Frederick Edward Clements ( 1874-1945) που της έδωσε το όνομα Μycena acutoconica. To 1949 o Rolf Singer γερμανικής καταγωγής μυκητολόγος την ταξινόμησε στο γένος Hygrocybe και το επιστημονικό όνομά της έγινε Hygrocybe acutoconica.   





ΠΡΟΣΟΧΗ!!

Η περιγραφή των μανιταριών εδώ, γίνεται αποκλειστικά και μόνο για πληροφόρηση και γνωριμία με τα είδη. Η ταυτοποίηση ενός είδους μπορεί να είναι εσφαλμένη όταν βασίζεται μόνο σε μακροσκοπική παρατήρηση και πληροφορίες από βιβλιογραφία. Η συλλογή και κατανάλωση άγριων μανιταριών απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία. Πολλά είδη που θεωρούνται βρώσιμα μπορεί να αποδειχθούν τοξικά ή ακατάλληλα για κατανάλωση εαν έχουν αναπτυχθεί σε εδάφη με φυτοφάρμακα, λιπάσματα ή άλλες επικίνδυνες ουσίες.


Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Κομψή φθινοπωρινή ορχιδέα


Spiranthes spiralis (L.) Chevall.


Orchidaceae


Η χαριτωμένη αυτή ορχιδέα ανθίζει το φθινόπωρο αφού η γη δροσιστεί καλά με τα πρωτοβρόχια. Εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες καθώς σε κάποιες χώρες θεωρείται απειλούμενο.



Το μακρύ στέλεχος όπου θα ανθίσουν τα μικροσκοπικά λευκά άνθη βγαίνει πρώτο από το έδαφος και ακολουθούν τα φύλλα της ροζέτας κάπως στο πλάι του. Τα φύλλα αυτά, αρχικά είναι σχεδόν όρθια ενώ στην ωριμότητά τους αναπτύσσονται επίπεδα, κολλητά στο έδαφος σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τους φυτοφάγους θηρευτές. Το φυτό μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά ύψος αλλά τα χλωμά χρώματά του το κάνουν δυσδιάκριτο.Η spiranthes spiralis σκορπά ένα υπέροχο λεπτό άρωμα ιδιαίτερα το βράδυ. Βάμμα της ρίζας χρησιμοποιείται σαν ομοιοπαθητικό φάρμακο.


Το όνομα του γένους καθώς και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχονται από την ελληνική λέξη σπείρα, αναφορά στον τρόπο που τα λευκοπράσινα άνθη αναπτύσσονται σπειροειδώς γύρω από το στέλεχος.

Οι εξαίρετοι φυσιοδίφες, Jan και Liesbeth Essink το έχουν εντοπίσει σε αρκετές τοποθεσίες σε όλο το νησί των Κυθήρων. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζω εδώ, είναι από τα νοτιοανατολικά του νησιού, όπου την άνοιξη οι καλοί φίλοι Jan και Liesbeth βρήκαν τις ροζέτες και είχαν την καλοσύνη να μου τις δείξουν.





Μάρτιος 2014.