Αναγνώστες

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Αμανίτης ο ωοειδής


Amanita ovoidea (Bull.) Quel.





Amanitaceae





Μανιτάρι αρκετά κοινό στη Νότια Ευρώπη σε δάση πλατύφυλλων ή κωνοφόρων, σε αλκαλικά εδάφη. Οι απαλές βαμβακένιες ίνες στο πόδι και τα υπολείματα του πέπλου γύρω από το καπέλο του δίνουν γοητευτική εμφάνιση. Το μέγεθος του καπέλου μπορεί να φτάσει 30 εκ. σε διάμετρο στην ωριμότητα ενώ σε βρεφική ηλικία έχει την όψη αυγού, εξ ου και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους.


Θεωρείται βρώσιμο από μερικούς και τοξικό από άλλους, πράγμα που επιτείνει την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα άγρια μανιτάρια στη χώρα μας. Εκτιμάται ιδιαίτερα σε αρκετές Μεσογειακές χώρες ( Τουρκία, Ιταλία) λόγω όμως κάποιων περιστατικών δηλητηρίασης μετά από κατανάλωσή του στην Ιταλία, (Σιέννα 2000 και 2012) και λόγω της ομοιότητας του με άλλα τοξικά ή και θανατηφόρα είδη του γένους Amanita, (ιδιαίτερα το Amanita proxima), 
δε συνιστάται να συλλέγεται εκτός από έμπειρους (ή πολύ πεινασμένους!!) μανιταροσυλλέκτες.
Biagi, M., et al. (2014) Investigations into Amanita ovoidea (Bull.) Link.: Edible or Poisonous? NaturalResources, 5, 225-232. http://dx.doi.org/10.4236/nr.2014.56021



Το μανιτάρι περιέγραψε το 1788, ο Γάλλος βοτανολόγος Jean Baptiste Francois Bulliard δίνοντας του το όνομα Agaricus ovoideus. To 1872 ταξινομήθηκε στο γένος Amanita από τον Lucien Quelet, που το μετονόμασε σε Amanita ovoidea.
Στα Κύθηρα υπάρχουν αρκετά στα βόρεια του νησιού, μοναχικά ή σε μικρές ομάδες σε πευκοδάση ή πυκνή μακία.



To όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό αμανίτης = μανιτάρι και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό ovum = αυγό. Στην ελληνική βιβλιογραφία περιγράφεται σαν αμανίτης ο αυγοειδής, εγώ όμως προτιμώ το πιο λόγιο, ωοειδής.




Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Υγροκύβη η οξυκωνική


Hygrocybe acutoconica var. acutoconica ( Clem. ) Singer

Υγροκύβη η οξυκωνική

Hygrophoraceae






Μανιτάρι που συναντάται σε όλη την Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, σε αμμώδη ασβεστολιθικά εδάφη, σε δάση δρυός ή κωνοφόρων. Θεωρείται σχετικά σπάνιο αν και συχνά μπορεί να εμφανιστεί σε γκαζόν αστικών περιοχών ή σε χορτολιβαδικές περιοχές κοντά σε δάση. Το λαμπερό κίτρινο χρώμα η γυαλιστερή υφή του καπέλλου και το χαριτωμένο σχήμα της την κάνουν ένα από τα πιο γοητευτικά μικρά μανιτάρια. Τη συνάντησα στα Κύθηρα να φωτίζει τα αποσκιερά σημεία κάτω από τα πεύκα, στα τέλη του φθινοπώρου.
Μοιάζει αρκετά με την υγροκύβη κωνική η οποία όμως μαυρίζει στην ωριμότητα και χάνει το κωνικό σχήμα της.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη υγρός + κύβη = κεφαλή, ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό acutus = οξύς και το ελληνικό κώνος. αναφορά το σχήμα του μανιταριού. Το μανιτάρι αυτό αν και ορισμένοι οδηγοί το χαρακτηρίζουν βρώσιμο καλό είναι να αποφεύγεται.








Η πρώτη επιστημονική περιγραφή έγινε το 1893 από τον Αμερικανό μυκητολόγο Frederick Edward Clements ( 1874-1945) που της έδωσε το όνομα Μycena acutoconica. To 1949 o Rolf Singer γερμανικής καταγωγής μυκητολόγος την ταξινόμησε στο γένος Hygrocybe και το επιστημονικό όνομά της έγινε Hygrocybe acutoconica.   





ΠΡΟΣΟΧΗ!!

Η περιγραφή των μανιταριών εδώ, γίνεται αποκλειστικά και μόνο για πληροφόρηση και γνωριμία με τα είδη. Η ταυτοποίηση ενός είδους μπορεί να είναι εσφαλμένη όταν βασίζεται μόνο σε μακροσκοπική παρατήρηση και πληροφορίες από βιβλιογραφία. Η συλλογή και κατανάλωση άγριων μανιταριών απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία. Πολλά είδη που θεωρούνται βρώσιμα μπορεί να αποδειχθούν τοξικά ή ακατάλληλα για κατανάλωση εαν έχουν αναπτυχθεί σε εδάφη με φυτοφάρμακα, λιπάσματα ή άλλες επικίνδυνες ουσίες.


Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Κομψή φθινοπωρινή ορχιδέα


Spiranthes spiralis (L.) Chevall.


Orchidaceae


Η χαριτωμένη αυτή ορχιδέα ανθίζει το φθινόπωρο αφού η γη δροσιστεί καλά με τα πρωτοβρόχια. Εξαπλώνεται σε όλη την Ευρώπη και προστατεύεται από διεθνείς συνθήκες καθώς σε κάποιες χώρες θεωρείται απειλούμενο.



Το μακρύ στέλεχος όπου θα ανθίσουν τα μικροσκοπικά λευκά άνθη βγαίνει πρώτο από το έδαφος και ακολουθούν τα φύλλα της ροζέτας κάπως στο πλάι του. Τα φύλλα αυτά, αρχικά είναι σχεδόν όρθια ενώ στην ωριμότητά τους αναπτύσσονται επίπεδα, κολλητά στο έδαφος σε μια προσπάθεια να αποφύγουν τους φυτοφάγους θηρευτές. Το φυτό μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά ύψος αλλά τα χλωμά χρώματά του το κάνουν δυσδιάκριτο.Η spiranthes spiralis σκορπά ένα υπέροχο λεπτό άρωμα ιδιαίτερα το βράδυ. Βάμμα της ρίζας χρησιμοποιείται σαν ομοιοπαθητικό φάρμακο.


Το όνομα του γένους καθώς και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχονται από την ελληνική λέξη σπείρα, αναφορά στον τρόπο που τα λευκοπράσινα άνθη αναπτύσσονται σπειροειδώς γύρω από το στέλεχος.

Οι εξαίρετοι φυσιοδίφες, Jan και Liesbeth Essink το έχουν εντοπίσει σε αρκετές τοποθεσίες σε όλο το νησί των Κυθήρων. Οι φωτογραφίες που παρουσιάζω εδώ, είναι από τα νοτιοανατολικά του νησιού, όπου την άνοιξη οι καλοί φίλοι Jan και Liesbeth βρήκαν τις ροζέτες και είχαν την καλοσύνη να μου τις δείξουν.





Μάρτιος 2014. 

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Δίαρο το λεπτόφυλλο


Biarum tenuifolium (L.) Schott


Araceae


Το γένος Biarum περιλαμβάνει πάνω από 21 είδη μικροσκοπικών γεωφύτων που εξαπλώνονται από την Πορτογαλία έως το Ιράν και από την Γιουγκοσλαβία έως την Ιορδανία, σε ξηρές και άνυδρες περιοχές, ανοικτούς φρυγανότοπους, πετρώδη και βραχώδη εδάφη. Η ανάπτυξη των φυτών αρχίζει αργά το καλοκαίρι ή στις αρχές του φθινοπώρου η ανθοφορία κρατάει μέχρι την άνοιξη ενώ στη συνέχεια το φυτό πέφτει σε νάρκη έως ότου ξαναρχίσει ο κύκλος.

Το συγκεκριμένος είδος biarum είναι εύκολα αναγνωρίσιμo αν και μικρό σε μέγεθος λόγω του έντονου μαυροπόρφυρου χρώματος και της μυρωδιάς κοπριάς ζώων, που αναδίδει. Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι το φυτό της φωτογραφίας, μύριζε σαν κοπριά κατσίκας όχι όμως τόσο έντονα όσο περιγράφεται από τους ειδικούς επιστήμονες.

Το γένος Biarum διαχωρίστηκε από το συγγενικό γένος Arum το 1832, από τον Schott. Το μεγαλοφυές σύστημα γονιμοποίησης των ειδών του γένους Arum και Biarum κατά τη γνώμη μου, μπορεί άνετα να συγκριθεί με την απίστευτη σεξουαλική εφευρετικότητα του γένους Ophrys.
Πολλά είδη προσελκύουν επικονιαστές σαπρόφιλα και κοπρόφιλα έντομα, κυρίως μύγες και σκαθάρια, μιμούμενα την οσμή των τόπων όπου αυτά γεννούν τα αυγά τους. (π.χ κοπριές και σαπισμένη οργανική ύλη). Συγχρόνως το φυτό ανεβάζει τη θερμοκρασία του σπάδικα ώστε να ενισχύεται η οσμή και τα έντομα να γίνονται ακόμα πιο δραστήρια!!!
Τα έντομα αναγκάζονται να προχωρήσουν βαθιά στα νυφικά διαμερίσματα του φυτού , στη βάση του σπάδικα όπου υπάρχουν τα θηλυκά άνθη προστατευμένα στην αγκαλιά της σπάθης που περιτυλίγεται κυλινδρικά γύρω τους. Εκεί παγιδεύονται προσωρινά και στην προσπάθεια τους να ελευθερωθούν λούζονται στην γόνιμη γύρη. Με ακρίβεια θαυμαστή το φυτό υπολογίζει τον χρόνο που χρειάζεται η όλη διαδικασία και ελευθερώνει τα έντομα την κατάλληλη στιγμή. Στην πορεία τους προς την ελευθερία τα έντομα περνούν από τα αρσενικά άνθη που βρίσκονται ψηλότερα προς την έξοδο και αποθέτουν την περιζήτητη γύρη. Η όλη εμπειρία θα πρέπει να είναι πολύ εκνευριστική για τα ζουζούνια καθώς δεν αποκομίζουν τίποτα απολύτως και απλώς εξυπηρετούν τις ανάγκες του πανέξυπνου φυτού.


Στην Κρήτη, αυτό και το συγγενικό του Biarum davisii ονομάζονται ατεκνόχορτα διότι στην λαική ιατρική της περιοχής θεωρείται ότι οι φρέσκοι βολβοί τους είναι ισχυρό εκτρωτικό. Νεαροί άνθρωποι σε γόνιμη ηλικία δεν επιτρέπεται ούτε να πλησιάσουν το φυτό καθώς πιστεύεται ότι μπορεί να προκαλέσει μόνιμη στειρότητα. Στα Κύθηρα το φυτό είναι αρκετά σπάνιο. Το έχω συναντήσει στα Βόρεια του νησιού (τέσσερα φυτά), ενώ στο κέντρο του νησιού έχει βρεθεί ένα μοναδικό φυτό μέχρι σήμερα. 


Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό bi= δις + arum που με τη σειρά του προέρχεται από το αρχ. ελλληνικό άρον = αορ. του αίρω = σηκώνω ανυψώνω, πιθανή αναφορά στον τρόπο που ο σπάδικας είναι ορθωμένος.
Το όνομα biarum πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη για κάποιο παρόμοιο φυτό. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό tenuo= λεπτό,λυγερό και folium=φύλλο



Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Βρίζα η μέγιστη .... Τα χρυσαφιά κοχύλια του καλοκαιριού

Briza maxima L.

Syn. Macrobriza maxima(L.) Tzelev
Poa maxima (L.) Cav.

Poaceae/Graminae

Βρίζα η μέγιστη





Το γένος περιλαμβάνει περίπου 12 είδη ετήσιων και πολυετών φυτών που είναι αυτοφυή στα βόρεια εύκρατα κλίματα.
Η Βρίζα η μέγιστη είναι ετήσια πόα που μπορεί να φτάσει έως 60 εκ. σε ύψος. Το φυτό ιθαγενές της Βόρειας Αφρικής, Μεσογείου και Νότιας Ευρώπης έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο σαν επιγενές.
Τα κομψά άθνη μοιάζουν με λαμπερά κοχύλια , γυναικεία σκουλαρίκια, ή πληγωμένες καρδιές, που κρέμονται από λεπτότατους μίσχους και τρεμουλιάζουν στο παραμικρό φύσημα του αέρα. Παραμένουν όμορφα όταν ξεραθούν και το θρόισμα τους στον άνεμο καθώς και το σχήμα τους είναι αιτία πολλών κοινών ονομάτων του φυτού σε ευρωπαϊκές γλώσσες: rattlesnake grass , quaking grass, shell grass στα αγγλικά, grande amourette στα γαλλικά. Για τον ίδιο λόγο καλλιεργούνται και χρησιμοποιούνται στην ανθοδετική σε αποξηραμένες συνθέσεις.
Βρίζα η σιτηρά, ή σίκαλη αναφέρεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο τον 1ο μ.Χ αιώνα ως καλλιεργούμενο και όχι αυτοφυές φυτό. Καθώς φαίνεται το όνομα σίκαλη επικράτησε για το συγκεκριμένο σιτηρό ενώ το όνομα βρίζα εκλατίνισε και υιοθέτησε ο Λινναίος για αυτοφυή φυτά που είχαν όμως μόνον διακοσμητική αξία και στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρονται ως Ψευδόβριζες. (Γενναδίου, Φυτολογικόν Λεξικόν)

Το όνομα του γένους πιθανόν προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα βρίζω αορ. έβριξα που σημαίνει αποκοιμιέμαι, κοιμάμαι γαλήνια καθώς τα περισσότερα είδη και τα σιτηρά που αρχικά ονομάζονταν έτσι κινούνται ήρεμα σα να νανουρίζονται από τον άνεμο.

Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό maximus-a-um = πολύ μεγάλος, μέγιστος.


Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Μαστιχάγκαθο

Carlina gummifera (L.) Less.

Syn. Atractylis gummifera L.Asteraceae/Compositae

Ατρακτυλίς η κομμιοφόρος


Κύθηρα, Ιούνιος 2014

Στο γένος Carlina ανήκουν περί τα 20 είδη τυπικά αγκάθια της Μεσογείου. Η Kαρλίνα η κομμιοφόρος αναπτύσσεται σε ξηρά άγονα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε ακαλλιέργητους αγρούς. Τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα μήκους 15 έως 40 εκ. σχηματίζουν ροζέτα από το κέντρο της οποίας βγαίνει η ανθοφόρα κεφαλή με ροζ μωβ σωληνωτά ανθίδια. Τα φύλλα ξεραίνονται και το άνθος παραμένει ακμαίο για μεγάλο διάστημα έως ότου γονιμοποιηθεί. Τότε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ξεραίνεται και τα καρποφόρα αχένια σκορπίζονται με τον άνεμο, μακριά από το μητρικό φυτό. 
To φυτό έχει μακρύ ρίζωμα που μπορεί να φτάσει τους 40 πόντους μήκος και 8 εκ. διάμετρο. Όταν κοπεί, εκκρίνει παχύρρευστη γαλακτώδη ουσία, που στην επαφή με τον αέρα γίνεται μαστιχωτή.

Πιθανότατα πρόκειται για το φυτό που ο Θεόφραστος περιγράφει σαν “χαμαιλέων ο λευκός” ή άκανος. Ο Θεόφραστος διακρίνει δύο είδη, τον χαμαιλέοντα τον λευκό και τον χαμαιλέοντα τον μέλανα με διαφορετικές ιδιότητες, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά. (Κατά των σκωλήκων των εντέρων, κατά της διάρροιας, σαν δηλητήριο που σκοτώνει τους σκύλους και τα γουρούνια!!)
Χαμαιλέων δε ο μεν λευκός ο δε μέλας · αι δε δυνάμεις των ριζών και αυταί δε αι ρίζαι τοις είδεσι διάφοροι. Του μεν γαρ λευκή και παχεία και γλυκεία και οσμήν έχουσα βαρείαν·


Σύγχρονη έρευνα δείχνει την υψηλή περιεκτικότητα της ρίζας του φυτού σε τοξικές ουσίες που δρουν όπως η στρυχνίνη. (J. Scarborough,1978)

Το όνομα του γένους, Carlina, αποδίδεται στον Κάρολο τον Μέγα, Καρλομάγνο, αφού ένας θρύλος θέλει τα στρατεύματά του να θεραπεύονται από την πανώλη χάρη σε κάποια είδη του γένους.
To ελληνικό όνομα του γένους ατρακτυλίς – ιδος = από την ελληνική λέξη άτρακτος = αδράχτι.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο για κάποιο είδος αγκαθιού ( μοσχάγκαθο;) του οποίου το στέλεχος χρησιμοποιούσαν σαν αδράχτι. “Το δε πλείον [του ραβδίου] γυμνόν, τραχύ, ω και αι γυναίκες χρώνται αντι ατράκτου” (Διοσκουριδης ΙΙΙ, 107)

Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό gummis, -is = γόμα, κόμμι + fer-a-um = φέρων




Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Κέδρος

Juniperus phoenicea L.

Άρκευθος η φοινικική

Κέδρος, Θαμνοκυπάρισσο


Cupressaceae


Μερικές συστάδες κέδρων έχουν απομείνει στο νησί των Κυθήρων στα νοτιοανατολικά


Το είδος είναι χαρακτηριστικό της μεσογειακής μακίας και εξαπλώνεται σε χαμηλά υψόμετρα κυρίως, σε όλη τη Μεσογειακή Λεκάνη από την Αίγυπτο ως τη Βουλγαρία και από την Ιορδανία ως το Μαρόκο.