Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Compositae/Asteraceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Compositae/Asteraceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Γαλακτίτης: Το λευκόνευρο αγκάθι της Μεσογείου


Galactites tomentosus Moench

Γαλακτίτης ο εριώδης

Συνώνυμα: Galactites elegans Nyman

                    Centaurea galactites L

                    Carduus galactites (L.) Chaub.

Asteraceae


Το Galactites tomentosus είναι ένα από εκείνα τα μεσογειακά αγκαθωτά φυτά που δύσκολα περνούν απαρατήρητα. Οι ασημόλευκες νευρώσεις των φύλλων του, οι ρόδινες ανθοκεφαλές και η σχεδόν βελούδινη υφή του το κάνουν να ξεχωρίζει ακόμη και μέσα στην ανοιξιάτικη πληθώρα των σύνθετων ανθοφόρων της Μεσογείου. Αν και συχνά θεωρείται απλώς ένα «αγκαθόχορτο», το είδος αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των φρυγανικών και διαταραγμένων οικοσυστημάτων του νότου, ενώ παράλληλα συνδέεται με μια μακρά παράδοση λαϊκών ονομασιών και θεραπευτικών αντιλήψεων γύρω από τα «γαλακτώδη» φυτά.

Το φυτό είναι μονοετές ή διετές και σχηματίζει αρχικά ρόδακα από μεγάλα, βαθιά λοβωτά φύλλα. Τα φύλλα είναι χαρακτηριστικά λευκοπράσινα, με έντονες αργυρόχρωμες νευρώσεις και αραιό έως πυκνό χνούδι· το επίθετο tomentosus αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη χνοώδη, «πιληματώδη» επιφάνεια. Οι βλαστοί είναι όρθιοι, διακλαδισμένοι προς την κορυφή και φέρουν πτερυγώσεις με αγκάθια. Οι ανθικές κεφαλές, συνήθως πορφυρές έως ρόδινες, περιβάλλονται από αγκαθωτά βράκτια και εμφανίζονται από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού. Οι καρποί είναι αχαίνια με πάππο, προσαρμοσμένα στη διασπορά μέσω του ανέμου. Διαγνωστικό χαρακτηριστικό του είδους αποτελούν τα μαρμαροειδή φύλλα και η σχετικά απαλή, χνοώδης όψη του, που το διαφοροποιούν από άλλα περισσότερο στιλπνά ή έντονα ακανθώδη γαϊδουράγκαθα.

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Καραβάς Απρίλιος 2025

Η φυσική του εξάπλωση καλύπτει μεγάλο μέρος της Μεσογείου. Απαντά στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ιβηρική χερσόνησο, στη Βόρεια Αφρική, ενώ έχει μεταφερθεί και αλλού ως εισαγόμενο ή επιγενές είδος. Αναπτύσσεται κυρίως σε φρύγανα, άκρες δρόμων, χέρσες εκτάσεις, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια και γενικά σε εδάφη που έχουν διαταραχθεί από ανθρώπινη δραστηριότητα ή βόσκηση. Ευδοκιμεί σε ξηρά και ηλιόλουστα περιβάλλοντα, από το επίπεδο της θάλασσας έως και σχετικά ορεινές περιοχές, συνήθως κάτω από τα 1200 μέτρα.

Στη λαϊκή παράδοση το φυτό συγκαταλέγεται στα διάφορα «γαϊδουράγκαθα» ή «κουφάγκαθα», ονομασίες που συχνά αποδίδονται αδιακρίτως σε πολλά συγγενικά είδη της οικογένειας των Asteraceae. Σε ορισμένες περιοχές αναφέρονται χρήσεις νεαρών φύλλων ή βλαστών ως βρώσιμου χόρτου μετά την αφαίρεση των αγκαθιών, αν και το είδος δε φαίνεται να είχε τόσο σημαντική διατροφική αξία όσο άλλα ακανθώδη φυτά της Μεσογείου, όπως το Scolymus ή η αγκινάρα. Όπως και άλλα φυτά με λευκές νευρώσεις ή γαλακτώδεις χυμούς, συνδέθηκε στη λαϊκή παράδοση με την ενίσχυση της γαλουχίας, στο πλαίσιο της παλαιάς αντίληψης ότι η μορφή ενός φυτού υποδηλώνει και τις ιδιότητές του — της λεγόμενης «Θεωρίας των Υπογραφών» (Doctrine of Signatures) .

Το επιστημονικό όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη «γάλα», από το οποίο προέκυψε το   λατινικό επίθετο galactites = «γαλακτώδης» ή «ο έχων σχέση με το γάλα».  Η αναφορά αυτή πιθανότατα σχετίζεται με τις λευκές μαρμαρώσεις των φύλλων, χαρακτηριστικό που σε αρκετά μεσογειακά φυτά συνδέθηκε συμβολικά με το γάλα της Παναγίας ή με γαλακτοφόρες ιδιότητες. Παρόμοιες αντιλήψεις είναι γνωστές ήδη από την αρχαιότητα, ενώ ο Pedanius Dioscorides και μεταγενέστεροι βοτανολόγοι περιγράφουν διάφορα «γαλακτώδη» αγκάθια με φαρμακευτικές χρήσεις, αν και η ακριβής αντιστοίχιση με το σημερινό είδος δεν είναι πάντοτε ασφαλής. Το χαρακτηριστικό επίθετο tomentosus προέρχεται από το λατινικό  επίθετο tomentosus, -a, -um, που σημαίνει «χνοώδης», «πιληματώδης», «σκεπασμένος με πυκνό μαλακό τρίχωμα».

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Ποταμός, Απρίλιος 2024

 

Το Galactites tomentosus συγχέεται συχνά με είδη των γενών Carduus, Cirsium ή ακόμη και με το Silybum marianum, κυρίως λόγω των λευκονεύρων φύλλων. Ωστόσο, το τελευταίο έχει μεγαλύτερες κεφαλές και σαφώς διαφορετικά βράκτια. Εξελικτικά, τα λευκά στίγματα και το πυκνό χνούδι του Galactites πιθανόν σχετίζονται με προσαρμογές σε ξηροθερμικά περιβάλλοντα, συμβάλλοντας στη μείωση της απώλειας νερού και στην αντανάκλαση της έντονης μεσογειακής ακτινοβολίας. Παρά την τραχιά και ακανθώδη όψη του, το φυτό προσελκύει πλήθος επικονιαστών και αποτελεί μέρος εκείνης της ιδιαίτερης ανοιξιάτικης βλάστησης που χαρακτηρίζει τα μεσογειακά τοπία πριν από τη θερινή ξηρασία.

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Μαγγουνάδες, Απρίλιος 2026


Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ανθεμίδα στο γυαλό

Anthemis rigida Boiss ex Heldrsubsp.liguliflora (Halacsy) Greuter

Syn. Anthemis pusilla Greuter subsp. liguliflora (Halacsy) W. Greuter & Rech.f.

Ανθεμίς η άκαμπτη υποείδος γλωσσανθής

Συν.Ανθεμίς η μικροσκοπική υποείδος γλωσσανθής

Compositae/Asteraceae





 Μικρή μαργαριτούλα που αναπτύσσεται σε βραχώδεις τοποθεσίες κοντά στη θάλασσα σχηματίζοντας πυκνό χαλί. Ανθίζει από Μάρτιο έως Ιούνιο.



Η κατανομή του στο Νότιο Αιγαίο, φαίνεται να είναι περιορισμένη, υπάρχουν καταγραφές εκτός από τα Κύθηρα και στην Αμοργό, την Κίμωλο (Κουγιουμτζής Κ. 2013) και την Κάρπαθο (Γεωργίου Ο. 1997). Ενδέχεται να είναι σπάνιο ή και απειλούμενο αλλά δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους απειλουμένων ειδών.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ανθεμίς = άνθος και χρησιμοποιείται από τον Διοσκουρίδη για το χαμομήλι (3.114). Το χαρακτηριστικό επίθετο rigida από το λατινικό επίθετο rigidus-a-um= άκαμπτος. Το χαρακτηριστικό επίθετο pusilla από το λατινικό pusillus-a-um= μικρος. Το επίθετο που χαρακτηρίζει το υποείδος liguliflora, από τα ligulate=γλωσσοειδής και flora= άνθος


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Βραχοσαλάτα, Σαλάτα του Γυαλού και Σταμναγκάθι

Chichorium spinosum L.


Compositae/Asteraceae




Πυκνός, αγκαθωτός χαμόθαμνος που φτάνει σε ύψος 20-25 πόντους. Εξαπλωμένος σε όλες τις ακτές της Μεσογείου από τη Μάλτα έως την Κύπρο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τα φύλλα του λεία, σαρκώδη και οδοντωτά βγαίνουν κοντά στη βάση του φυτού ενώ τα εξωτερικά κλαδάκια έχουν αγκαθωτή απόληξη. Ανθίζει από τέλη Μαίου έως Σεπτέμβριο. Τα μωβ άνθη στις μασχάλες των βλαστών μοιάζουν με αυτά του κοινού ραδικιού (cichorium intybus)


Οι τρυφεροί βλαστοί τρώγονται σαν ωμή σαλάτα ή βρασμένοι. Γίνονται επίσης τουρσί. Θεωρούνται νόστιμη λιχουδιά ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου το φυτό σε άγρια κατάσταση είναι πολύ διαδεδομένο. Βέβαια η υψηλή ζήτηση και η καταστροφή των θάμνων από αλόγιστη συλλογή οδήγησε στην ανάγκη καλλιέργειας του φυτού με την αναμενόμενη υποβάθμιση της γεύσης και της διατροφικής του αξίας.

Στα Κύθηρα πριν την επικράτηση του τουριστικού πνεύματος το λέγαμε βραχοσαλάτα ή σαλάτα του γυαλού. Το κρητικό όνομα σταμναγκάθι οφείλεται στην συνήθεια των παλιών Κρητικών να βουλώνουν με το φυτό το στόμιο της στάμνας για να προστατεύσουν το νερό μέσα σ'αυτήν.

Οι παλιοί Τσιριγώτες το συνέλεγαν συνετά, προσέχοντας να μην καταστρέψουν τη ρίζα του θάμνου έτσι ώστε να το έχουν για πολλά χρόνια. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ξεριζώνεται ολόκληρος το θάμνος με αποτέλεσμα οι αριθμοί του να έχουν μειωθεί δραματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά του νησιού όπου το πρόλαβα σε μεγάλη αφθονία γύρω στο 2000. Πρόσφατα επικράτησε και στα Κύθηρα το όνομα σταμναγκάθι για λόγους ευκολίας αναγνώρισης, κυρίως από τους επισκέπτες του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα ενώ για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση της τουριστικής περιόδου γίνεται εισαγωγή όπως και στα υπόλοιπα λαχανικά.


Ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί τη λέξη μυάκανθος για το φυτό (Περί Φυτών Ιστ. Vi 5,1) ενώ με το όνομα κιχώριο αναφέρεται στο cichorium intybus, το κοινό αγριοράδικο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό επίθετο spinosus-a-um = αγκαθωτός.




Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Μαστιχάγκαθο

Carlina gummifera (L.) Less.

Syn. Atractylis gummifera L.Asteraceae/Compositae

Ατρακτυλίς η κομμιοφόρος


Κύθηρα, Ιούνιος 2014

Στο γένος Carlina ανήκουν περί τα 20 είδη τυπικά αγκάθια της Μεσογείου. Η Kαρλίνα η κομμιοφόρος αναπτύσσεται σε ξηρά άγονα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε ακαλλιέργητους αγρούς. Τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα μήκους 15 έως 40 εκ. σχηματίζουν ροζέτα από το κέντρο της οποίας βγαίνει η ανθοφόρα κεφαλή με ροζ μωβ σωληνωτά ανθίδια. Τα φύλλα ξεραίνονται και το άνθος παραμένει ακμαίο για μεγάλο διάστημα έως ότου γονιμοποιηθεί. Τότε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ξεραίνεται και τα καρποφόρα αχένια σκορπίζονται με τον άνεμο, μακριά από το μητρικό φυτό. 
To φυτό έχει μακρύ ρίζωμα που μπορεί να φτάσει τους 40 πόντους μήκος και 8 εκ. διάμετρο. Όταν κοπεί, εκκρίνει παχύρρευστη γαλακτώδη ουσία, που στην επαφή με τον αέρα γίνεται μαστιχωτή.

Πιθανότατα πρόκειται για το φυτό που ο Θεόφραστος περιγράφει σαν “χαμαιλέων ο λευκός” ή άκανος. Ο Θεόφραστος διακρίνει δύο είδη, τον χαμαιλέοντα τον λευκό και τον χαμαιλέοντα τον μέλανα με διαφορετικές ιδιότητες, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά. (Κατά των σκωλήκων των εντέρων, κατά της διάρροιας, σαν δηλητήριο που σκοτώνει τους σκύλους και τα γουρούνια!!)
Χαμαιλέων δε ο μεν λευκός ο δε μέλας · αι δε δυνάμεις των ριζών και αυταί δε αι ρίζαι τοις είδεσι διάφοροι. Του μεν γαρ λευκή και παχεία και γλυκεία και οσμήν έχουσα βαρείαν·


Σύγχρονη έρευνα δείχνει την υψηλή περιεκτικότητα της ρίζας του φυτού σε τοξικές ουσίες που δρουν όπως η στρυχνίνη. (J. Scarborough,1978)

Το όνομα του γένους, Carlina, αποδίδεται στον Κάρολο τον Μέγα, Καρλομάγνο, αφού ένας θρύλος θέλει τα στρατεύματά του να θεραπεύονται από την πανώλη χάρη σε κάποια είδη του γένους.
To ελληνικό όνομα του γένους ατρακτυλίς – ιδος = από την ελληνική λέξη άτρακτος = αδράχτι.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο για κάποιο είδος αγκαθιού ( μοσχάγκαθο;) του οποίου το στέλεχος χρησιμοποιούσαν σαν αδράχτι. “Το δε πλείον [του ραβδίου] γυμνόν, τραχύ, ω και αι γυναίκες χρώνται αντι ατράκτου” (Διοσκουριδης ΙΙΙ, 107)

Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό gummis, -is = γόμα, κόμμι + fer-a-um = φέρων




Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014

Αγριαγκινάρα


Cynara cornigera Lindl.

Syn. Cynara sibthorpiana Boiss.&Heldr.

Asteraceae/ Compositae


Αγριαγκινάρα, Αγκιναράκι του Βουνού






Το πολυετές αυτό φυτό είναι μακρινός συγγενής της ήμερης αγκινάρας (Cynara scolymus L.) και εξαπλώνεται σε αυτοφυή κατάσταση σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, Αίγυπτο, Λιβύη, Τουρκία, Κύπρο και στη νότια Ελλάδα. Προτιμά τις ηλιόλουστες πετρώδεις τοποθεσίες και φρυγανότοπους. Αναπτύσσεται καλά σε χαμηλό υψόμετρο σε παραθαλάσσιες περιοχές αν και μπορεί να ευδοκιμήσει ως τα 800 μέτρα.


Στα Κύθηρα βρίσκουμε τις αγριαγκινάρες σχεδόν παντού και ιδιαίτερα στα νοτιοανατολικά όπου υπάρχει και περιοχή με το όνομα Αγκινάρα. Σε ορισμένες περιοχές στα βόρεια του νησιού τις λένε κακάρες και τις μαγειρεύουν κοκκινιστές ή φρικασέ με αρνάκι. Θεωρούνται εκλεκτός και περιζήτητος μεζές και σίγουρα αξίζει τον κόπο να τις μαζέψεις και να τις καθαρίσεις!!!


Σε κάποια μέρη της Ελλάδας παλαιότερα έβραζαν τα φύλλα και τις ρίζες άγριας αγκινάρας και το ζουμί το θεωρούσαν φάρμακο για το συκώτι, τους ρευματισμούς, τονωτικό, διουρητικό και για γαργάρες όταν πονάει ο λαιμός. (Αναγνωστόπουλος 2004). Γενικά τα φυτά του γένους cynara, χρησιμοποιήθηκαν στην λαϊκή ιατρική από την αρχαιότητα σαν φάρμακο του συκωτιού και της χολής, σαν διουρητικό και αντιοξειδωτικό, αποτοξινωτικό του οργανισμού.
Εκχύλισμα ή αφέψημα φύλλων θεωρείται ότι βελτιώνει τα επίπεδα HDL, της “καλής” χοληστερόλης και έτσι είναι ευεργετική σε περιπτώσεις αυξημένης χοληστερίνης.
Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει τις παραδοσιακές πρακτικές δείχνοντας σημαντικές ηπατοπροστατευτικές και αντιδιαβητικές ιδιότητες εκχυλίσματος ρίζας του φυτού. (Μ.Ahmida, 2011. International Journal of Pharmacology). Εκχύλισμα φύλλων της αγριαγκινάρας έχει αντιοξειδωτική δράση ( S. M. Elsayed et al. 2012)



Το λατινικό όνομα του γένους cynara πιθανόν προέρχεται από το όνομα του Αιγαιοπελαγίτικου νησιού Κύναρος ή Κίναρος που βρίσκεται ανάμεσα σε Κυκλάδες και Δωδεκάνησα. 'Αλλη πιθανή εκδοχή είναι να προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κύων-κυνός = σκύλος από την ομοιότητα των φύλλων με δόντια σκύλου. Το χαρακτηριστικό επίθετο cornigera από το λατινικό cornu = κέρατο

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Κενταύρια των Κυθήρων


Centaurea cytherea K.H.Rechinger
Centaurea redempta subsp. cytherea (Rech.f.) Routsi &T. Georgiadis

Asteraceae/ Compositae

Κύθηρα, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα

Το φυτό αρχικά εντοπίστηκε την δεκαετία του 1960 από τον γερμανό βοτανολόγο K.H. Rechinger και θεωρήθηκε ότι είναι η Centaurea redempta Heldr., είδος ενδημικό της Δυτικής Κρήτης
Στη συνέχεια όμως καταχωρίζεται στη φυτοθήκη του Βερολίνου σαν ξεχωριστό είδος με το όνομα Centauria cytherea, με οικότοπο το Καψάλι Κυθήρων.
Τη δεκαετία του '90 οι Ρούτση και Γεωργιάδης την περιγράφουν σαν Centaurea redempta subsp. cytherea.
Tο είδος βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας ( ΠΔ 67/ 81) αφού είναι σπάνιο και απειλούμενο σύμφωνα με τους διεθνείς καταλόγους IUCN 1993, 1997. Κρίμα, που στο Κάστρο Κυθήρων θεωρείται ενοχλητικό αγκάθι και κόβεται σαν αγριόχορτο. Φέτος βρήκα τουλάχιστον δέκα φυτά κατεστραμμένα από τη ρίζα, μετά τον ετήσιο καθαρισμό των εξωτερικών χώρων. Ίσως θα έπρεπε να υπάρξει κάποια πρόνοια από τους αρμόδιους ώστε η κενταύρια να μην κόβεται μαζί με τα άλλα αγριόχορτα. Πολλοί θα ταξίδευαν μίλια για να την δουν, αφού πρόκειται για στενότοπο ενδημικό των Κυθήρων. Καταγραφές για ύπαρξη του στη Νότια Πελοπόννησο υπάρχουν, αλλά δεν είναι επιβεβαιωμένες επιστημονικά.


Η κενταύρια αυτή, που από κάποιους Χωραϊτες αναφέρεται με την κοινή ονομασία πετροκάλι*, αρχίζει να ανθίζει κατά την πρώιμη άνοιξη του Κάστρου (Φεβρουάριος – Μάρτιος). Τα αγκαθωτά μπουμπούκια ανοίγουν σε διαφορετικούς χρόνους και έτσι το φυτό παραμένει ανθισμένο μέχρι τα τέλη Απριλίου. (ΑΝ ξεφύγει από το καθάρισμα βέβαια!! )



*Στο υπόλοιπο νησί, πετροκάλι ή κακαράκι ή αγκιναράκι ονομάζεται το είδος centaurea raphanina που είναι βρώσιμο.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Ακονιζέα

Dittrichia viscosa (L.)(1758) 
syn.Inula Viscosa (L.) Aiton
Διττριχία η ιξώδης
Asteraceae

Κοντολιάνικα, Νοέμβριος 2010. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα
Αειθαλές φυτό πολύ κοινό σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει στις άκρες των δρόμων, σε εγκαταλειμμένους αγρούς, σε ξηρά και άγονα εδάφη από τα τέλη Αυγούστου ως τις αρχές Δεκεμβρίου και μπορεί να φτάσει ως 1,5 μ ύψος. Έχει όμορφα κίτρινα άνθη σε πυκνές ταξιανθίες. Ο βλαστός και τα φύλλα είναι κολλώδη, κάπως χνουδωτά, με χαρακτηριστική έντονη μυρωδιά. 
Φυτό πολύτιμο στην μελισσοκομία αφού την εποχή της ανθοφορίας του η γύρη, απαραίτητη για την εκτροφή γόνου και την ανανέωση του πληθυσμού των μελισσιών, σπανίζει. Μελισσοκόμοι στο Πήλιο και άλλα μέρη της Ελλάδας το χρησιμοποιούν για να καταπολεμούν ένα παράσιτο που προσβάλλει τις μέλισσες, το βαρρόα, είτε βάζοντας στεφάνια πάνω στις κυψέλες, είτε με υποκαπνισμό.
Θεωρείται από την λαϊκή ιατρική εντομοκτόνο, μαλακτικό, διουρητικό, αποχρεμπτικό και εμμηναγωγό. 
Στα Κύθηρα παλιότερα κοπάνιζαν τα φύλλα και τα έβαζαν πάνω στην ανοικτή πληγή για απολύμανση και γρήγορη επούλωση. Επίσης, από τα φύλλα μπορεί να βγει βαφή σε ωραίες πράσινες αποχρώσεις. 
Μια άλλη χρήση της ακονιζέας που μου ανέφεραν κάποιοι παππούδες είναι για το μάζεμα των φραγκόσυκων.. Το πεντανόστιμο αυτό φρούτο αντιστέκεται σθεναρά με τα λεπτά αγκάθια του, που πετιούνται μέχρι 20 πόντους, όταν προσπαθήσεις να τα κόψεις. Πάντα νωρίς το πρωί, πριν βγει καλά καλά ο ήλιος με ένα μάτσο ακονιζέα οι παλιότεροι κτυπούσαν ελαφρά τα φραγκόσυκα, ώστε τα αγκάθια να αποκολληθούν και να απομακρυνθούν πάνω στα κολλώδη φύλλα της ακονιζέας. Δυστυχώς αν και το φυτό είναι εξαιρετικά ανθεκτικό και μάλιστα σε πολλά μέρη του κόσμου θεωρείται επιβλαβές ζιζάνιο, στα Κύθηρα παρατηρώ ότι οι πληθυσμοί του ελαττώνονται ιδιαίτερα σε περιοχές που καλύπτονται από τον ασπάλαθο και την αστιβή. 

 To λατινικό όνομα του γένους δόθηκε προς τιμή του Manfred Dittrich βοτανολόγου από τη Γερμανία ενώ το επίθετο του είδους, viscosa = κολλώδης αναφέρεται στη χαρακτηριστική υφή των φύλλων του φυτού.
Κοινά ονόματα σε άλλα μέρη της Ελλάδας : Κόνυζα, Ακονυζία, Κόνυζο, Νεροκόνυζο,Νεροκολλησιά, Ψυλλήθρα, Ψυλλίστρα, Κονισός

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Πτιλoστήμων η χαμαιπεύκη


Ptilostemon chamaepeuce (L.) Less.

Asteraceae/Compositae
Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Αειθαλής θάμνος κοινός σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, σε γκρεμούς, πετρώδεις τοποθεσίες, κοντά στη θάλασσα. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από την ομοιότητα που παρουσιάζουν τα φύλλα του με το πεύκο. Σε μερικές περιοχές της Ελλάδας η κοινή ονομασία μέχρι σήμερα, είναι χαμόπευκο. Ενώ το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό πτίλον= χνουδωτό πούπουλο και το στήμων, αναφορά στη μορφή των λουλουδιών που μοιάζουν με φτερά πάνω στα μακριά στελέχη.

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Κενταύρια η αργυρόχρωμη


Centaurea argentea L.


Compositae/Asteraceae


Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα

Πολυετής θάμνος ενδημικός της Νότιας Ελλάδας. Αυτοφυής στη Δυτική Κρήτη και Κύθηρα. Ανθίζει από το Μάιο ως τα τέλη Ιουλίου.



Χάρη στο όμορφο ασημόγκριζο χρώμα των φύλλων της καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό σε όλο τον κόσμο. Το φυτό σε άγρια μορφή είναι σπάνιο και βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας (Προεδρικό Διάταγμα 67/1981).  

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

ΠΟΥΛΙΚΑΡΙΑ


Pulicaria odora (L.) Reichenb.
Syn. Inula odora L.

Pulicaria dysenterica (L.) Bernh.
Syn. Inula dysenterica

Compositae/Asteraceae
Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές φυτό κοινό σε όλη την Ευρώπη, Ασία και Αφρική.Tα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί του ελλατώνονται σε αρκετά μέρη της Ευρώπης και περιλαμβάνεται στους καταλόγους απειλουμένων ειδών ορισμένων κρατών. Αγαπά τα υγρά, σκιερά μέρη και μπορεί να φτάσει ένα μέτρο σε μήκος. Σε πιο ξηρά μέρη το φυτό είναι καλός δείκτης ότι υπάρχει νερό κοντά στην επιφάνεια του εδάφους.Τα κατώτερα φύλλα του είναι μεγάλα χνουδωτά ενώ τα ανώτερα μικρότερα και κοντά στο βλαστό. Τα λουλούδια του έχουν μεγάλο εντυπωσιακό δίσκο πρασινοκίτρινο που αναπτύσεται πριν τα πολλά λεπτά πέταλα.
Το όνομα από το λατινικό pulex-pulicis = ψείρα αφού το φυτό θεωρείται ότι απομακρύνει το συγκεκριμένο ζωύφιο.Ίσως η ομοιότητα των σπόρων του με τη ψείρα οδήγησε στο συσχετισμό. Παλιότερα έκαιγαν το φυτό και με τον καπνό απομάκρυναν ενοχλητικά έντομα. Η κοινή ονομασία ψυλλόχορτο και η αγγλική fleabane παραπέμπουν στις εντομοαπωθητικές του ιδιότητες.
To επίθετο dysenterica από το ελληνικό δυσεντερία ( κατά της ~) δόθηκε από το Λινναίο αφού κάποιος φίλος του ρώσος στρατηγός τον πληροφόρησε ότι το φυτό χρησιμοποιήθηκε για την καταπολέμηση μιας επιδημίας δυσεντερίας του ρωσικού στρατεύματος, με επιτυχία.
Το επίθετο odora από το λατινικό odor-odoris =οσμή, δόθηκε στο είδος προφανώς λόγω της χαρακτηριστικής ευχάριστης οσμής σαπουνιού που αναδίδουν τα φύλλα όταν τα τρίψουμε.
Το ρίζωμα του φυτού έχει απολυμαντικές ιδιότητες.
Νεώτερες έρευνες επιβεβαιώνουν ότι το φυτό περιέχει ουσίες εντομοαπωθητικές, μυκητοκτόνες, αντιμικροβιακές.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Σεμπρεβίβα


Helichrysum orientale (L.) Gaertner

Compositae / Asteraceae

Απρίλιος 2005, Κάστρο Χώρας. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
 Το γένος helichrysum περιλαμβάνει πάνω από 500 είδη με εξάπλωση σε όλο σχεδόν τον κόσμο. Πολλά καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν περίπου δέκα είδη. Ένα από αυτά και η αγαπημένη του Τσιρίγου, σεμπρεβίβα ή σεμπρεβίδα όπως τη λέγαμε παλιότερα, πριν μάθουμε καλά τα ιταλικά. Το κοινό όνομα από το λατινικό semper + vivere= πάντα ζει, αφού το “λουλούδι” της σεμπρεβίβας διατηρεί το χρώμα του για πολλά χρόνια. Βέβαια στην πραγματικότητα τα μικροσκοπικά άνθη της μαραίνονται και πεθαίνουν. Αυτό που διατηρείται είναι τα γυαλιστερά, αχυρώδη κίτρινα φύλλα που περιβάλλουν τα μικροσκοπικά άνθη. Γι αυτό και οι σεμπρεβίβες μαζεύονται πριν ανοίξουν τα βράκτια αυτά και γίνεται ειδική επεξεργασία ώστε τα μπουμπούκια να παραμείνουν λαμπερά κίτρινα για πολύ καιρό. Από τα ελληνικά είδη, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το σπάνιο τοπικό ενδημικό της Αμοργού, ( Helichrysum amorginum) με υπόλευκα άνθη.

Απρίλιος 2011. Αγία Ελέσσα.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
Η σεμπρεβίβα των Κυθήρων με σχετικά μεγάλα άνθη και έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα φυτρώνει σε απόκρημνα μέρη στα νοτιοδυτικά του νησιού και στη Χύτρα. Πιστεύω ότι πρόκειται για το είδος Helichrysum orientale, Ελίχρυσον το ανατολικό. Το μπουμπούκι του φυτού, με κύρια προέλευση τη Χύτρα, όπου κάθε αρχή καλοκαιριού γίνεται οργανωμένη συλλογή από ορισμένους ντόπιους, χρησιμοποιείται από χειροτέχνες του νησιού για κατασκευή αναμνηστικών δώρων και διακοσμητικών.
Το είδος Ηelichrysum stoechas (L.) DC, φυτρώνει σχεδόν παντού στο νησί, όπως εξ άλλου και σε όλη την Ελλάδα, είναι αρκετά μικρότερο και δεν έχει το λαμπερό κίτρινο χρώμα του orientale. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει κάποια προσπάθεια για καλλιέργεια του φυτού. Η καλλιεργημένη σεμπρεβίβα είναι σημαντικά μεγαλύτερη από την άγρια με έντονο κίτρινο χρώμα χωρίς όμως τις χρυσαφιές αποχρώσεις της αυτοφυούς.

Σε ότι αφορά το επιστημονικό όνομα, που, όπως και στα περισσότερα φυτά προέρχεται κατά βάση από τα αρχαία ελληνικά, υπάρχουν διάφορες απόψεις. Κατά μία εκδοχή ( Αθήναιος 15.681), ο Θεμισταγόρας από την Εφεσο αποδίδει την ονομασία του φυτού στη νύμφη Ελιχρύση, που το αγάπησε και το μάζεψε πρώτη. Αλλη πιθανή ετυμολόγηση είναι από το ελίσσω + χρυσός και το επίθετο orientale = ανατολικός , αναφορά στη γεωγραφική εξάπλωση του φυτού στην ανατολική Μεσόγειο και την Τουρκία.
Στεφάνια από ελίχρυσο πρόσφεραν οι Αρχαίοι Έλληνες στους αθάνατους θεούς. Ο Θεόφραστος το ονόμασε “χρυσάνθεμον” και ελειόχρυσο και το εκτιμούσε ιδιαίτερα για την καταπραυντική επίδραση που είχε στο θυμικό του ανθρώπου. Το φυτό αναφέρεται ακόμα στον Θεόκριτο που θαυμάζει το χρυσοκίτρινο χρώμα του, στον Διοσκορίδη και τον Πλίνιο που το θεωρούν από τα καλύτερα αφιερώματα στα αγάλματα των θεών.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Μαργαρίτες

Bellis perennis L. subsp. sylvestris (Cirillo)

Asteraceae / Compositae


Μπλιτσέρι , Κοντολιάνικα, Δεκέμβριος 2010.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα

Αρχές του χειμώνα... και νάτην στις άκρες των δρόμων και στα χωράφια,  η πανέμορφη μαργαρίτα που κλείνει σφιχτά τα πέταλα της όταν βραδιάζει, τα μισοκλείνει στη συννεφιά και τα ανοίγει διάπλατα στη λιακάδα.

Άγιος Ηλίας, Δεκέμβριος 2010.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα.

Λευκά στο επάνω μέρος, βαθιά ρόδινα στις άκρες και από κάτω, τα πέταλά της, την ξεχωρίζουν από την κατάλευκη μαργαρίτα (bellis perennis).
Και τα δύο είδη είναι βρώσιμα και έχουν πολλές φαρμακευτικές ιδιότητες. 
(αναλγητικές, αντιβηχικές, επουλωτικές κ.α)

Αγριοκαλέντουλα

Calendula arvensis L.
Καλέντουλα η αγροστώδης

Compositae / Asteraceae

Κοντολιάνικα Δεκέμβριος 2010. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα

Ετήσιο φυτό συγγενικό της διάσημης Καλέντουλας της φαρμακευτικής (calendula officinallis) στην οποία αποδίδονται πολλές θεραπευτικές ιδιότητες. (αντιφλεγμονώδες, επουλωτικό, σπασμολυτικό κ.α). Στα Κύθηρα η αγριοκαλέντουλα είναι γνωστή με όνομα λουλάκια. Μου την ανέφεραν και σαν βοϊδόγλωσσα. Οι παλιοί χρησιμοποιούσαν τα τρυφερά βλαστάρια (πριν ανθίσουν) στις πίτες και τις σαλάτες. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας ονομάζεται νεκρολούλουδο, της γριάς τ'αδράχτι, πετεινόχορτο. Το όνομα καλέντουλα προέρχεται από το λατινικό calendae ( οι πέντε ή επτά πρώτες μέρες κάθε μήνα ) αφού το φυτό είναι ανθισμένο τους περισσότερους μήνες του χρόνου, και το arvum = αγρός