Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαιρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καλοκαιρινά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2023

Σπάρτο

Spartium junceum L.

Fabaceae

Σπάρτο το βουρλοειδές

Spanish broom



Πολυετής, φυλλοβόλος θάμνος της οικογένειας των Κυαμοειδών (Fabaceae) που μπορεί να φτάσει 4 μέτρα σε ύψος. Το φυτό που είναι το μοναδικό στο γένος Spartium είναι αυτοφυές στην περιοχή της Μεσογείου ενώ έχει εξαπλωθεί ως επιγενές σε πολλές περιοχές του κόσμου. Είναι φυτό ανθεκτικό στη ξηρασία και σε κάθε είδους δύσκολες κλιματικές συνθήκες ή ασθένειες Μπορεί να ευδοκιμήσει και σε άγονα πετρώδη εδάφη. Προτιμά όμως τις ηλιόλουστες θέσεις και σε σκιερές τοποθεσίες η ανθοφορία του είναι μειωμένη. 

Από τα τέλη Μαϊου και ως τα τέλη Ιουνίου στολίζει τα μεσογειακά τοπία με τα λαμπερά κίτρινα άνθη του ενώ το υπέροχο άρωμά τους μαγεύει. Για αυτά τα χαρακτηριστικά του θεωρείται εξαιρετικό καλλωπιστικό για κήπους και πάρκα. Το φυτό έχει πλούσιο ριζικό σύστημα και είναι πολύτιμο για την συγκράτηση πρανών και διαβρωμένων εδαφών*. Οι πολυάριθμοι σπόροι του σκορπίζονται όταν ωριμάσουν, πολλές φορές κάνοντας κρότο, από το μητρικό φυτό και μπορεί να διατηρήσουν τη βλαστητική ικανότητα για πολλά χρόνια !


Οι όρθιοι σκληροί βλαστοί του χρησιμοποιήθηκαν παραδοσιακά στην καλαθοπλεκτική και στη παραγωγή κλωστικών ινών και σκοινιών με μεγάλη αντοχή. Στα Κύθηρα παλιότερα άφηναν τους βλαστούς στο νερό αρκετές μέρες και από το ινώδες εσωτερικό έφτιαχναν κλωστές για χοντρά υφάσματα που ύφαιναν στον αργαλειό ή χοντρά σκοινιά που χρησιμοποιούσαν για να « μπουζιάζουν » τα ζώα. Η επεξεργασία των βλαστών γινόταν με μαγκάνισμα όπως έκαναν και για το λινάρι ( Προφορική μαρτυρία) 




Στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική τσάι από αποξηραμένα άνθη χρησιμοποιήθηκε ως διουρητικό και καρδιοτονωτικό καθώς και για αντιμετώπιση άλλων παθήσεων. Στην Τουρκία χρησιμοποιήθηκε από την λαϊκή ιατρική για αντιμετώπιση πεπτικών ελκών ενώ σύγχρονη έρευνα φαίνεται να επιβεβαιώνει τις ιαματικές ιδιότητες του. (Salim, 1990) ( Perry et al., 1986, Pihan et al., 1987)(Teresa Cerchiara et al.,2013)

Το φυτό αναφέρεται στον Διοσκουρίδη 4. 154 με το ίδιο όνομα : σπαρτίον. 

σπαρτίον· [οἱ δὲ λοβόν, οἱ δὲ λύγον καλοῦσιν.] θάμνος ἐστὶ φέρων ῥάβδους μακράς, ἀφύλλους, στερεάς, δυσθραύστους, αἷς τὰς ἀμπέλους δεσμεύουσι· φέρει δὲ λοβοὺς ὥσπερ φασήλου, ἐν οἷς σπερμάτια φακοειδῆ, ἄνθος μήλινον ὥσπερ λευκοΐου. τούτου ὁ καρπὸς καὶ τὰ ἄνθη ποθέντα σὺν μελικράτῳ ὁλκὴ ὀβολῶν πέντε καθαίρει ἄνω μετ᾽ ἐντάσεως πολλῆς ὥσπερ ὁ ἐλλέβορος ἀκινδύνως, ὁ δὲ καρπὸς κινεῖ <καὶ> τὴν κάτω κάθαρσιν· καὶ αὐτῶν δὲ τῶν ῥάβδων ἐν ὕδατι βραχεισῶν, εἶτα κοπει σῶν καὶ χυλισθεισῶν, ἰσχιαδικῶν ἐστι βοήθημα ὁ χυλὸς ὅσον κύαθος εἷς πινόμενος νήστεσιν· ἔνιοι δὲ ἐναποβρέξαντες ἅλμῃ ἢ θαλάττῃ ἐγκλύζουσι τοὺς ἰσχιαδικούς· ἄγει δὲ αἱματῶδες καὶ ξυσματῶδες.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη σπάρτον = σχοινί, και αναφέρεται σε αρκετούς αρχαίους συγγραφείς δείχνοντας ότι ήδη από την αρχαιότητα οι βλαστοί του χρησιμοποιήθηκαν με αυτόν τον τρόπο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από τη λατινική λέξη juncus = βούρλο.



Σήμερα που το αίτημα για αντικατάσταση των συνθετικών ινών, που έχουν τεράστιο οικονομικό και κυρίως περιβαλλοντικό κόστος, είναι ισχυρό, η έρευνα για χρήση παραδοσιακών πρώτων υλών που είναι πλήρως ανακυκλώσιμες και με χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, συνεχίζεται και ενισχύεται οπότε μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος. Σε αυτή την περίπτωση το spartium junceum ενδέχεται να αποδειχθεί φυτό μεγάλης οικονομικής αξίας για τη σύγχρονη κοινωνία. 

*Preti, F. and Giadrossich, F.: Root reinforcement and slope bioengineering stabilization by Spanish Broom (Spartium junceum L.), Hydrol. Earth Syst. Sci., 13, 1713–1726, https://doi.org/10.5194/hess-13-1713-2009, 2009.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Υοσκύαμος ο λευκός

Hyoscyamus albus L.
Syn. Hyoscyamus varians Vis, Hyoscyamus major Mill., Hyoscyamus aureus sensu Gouan,non L.

Solanaceae


Δίσκιαμος Αδύσκαμος





Μονοετές ή διετές φυτό με τριχωτά φύλλα και βαριά μυρωδιά. Φτάνει σε ύψος τα 40-50 εκ. Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου έως τον Ιούνιο σε βραχώδεις τοποθεσίες, χερσότοπους, ερείπια. 



Αρχικά ιθαγενές στην Ευρασία έχει πια εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο. Όλα τα είδη του γένους είναι τοξικά και πολύ επικίνδυνα αν καταναλωθούν ανεπεξέργαστα. Περιέχουν τρία ισχυρά αλκαλοειδή με φαρμακευτικές ιδιότητες, την ατροπίνη, την υοσκυαμίνη, και την σκοπολαμίνη που χρησιμοποιούνται στη φαρμακοβιομηχανία μετά από ειδική επεξεργασία. Είναι καταπραυντικά, αντισπασμωδικά και παυσίπονα.
Ήδη από την αρχαιότητα οι φαρμακευτικές ιδιότητες του υοσκύαμου ήταν γνωστές. Ο Διοσκουρίδης περιγράφει τρία είδη (hyoscyamus niger, hyoscyamus aureus και hyoscyamus albus και προτιμά το τρίτο είδος γιατί θεωρεί ότι έχει ηπιότερη δράση. Χρησιμοποιεί διάφορα παρασκευάσματα από τα φύλλα και τους σπόρους και τη ρίζα για να ανακουφίσει τον πονόδοντο (χρήση που συναντούμε στα χρόνια μας στη λαική ιατρική της Κρήτης), τις φλεγμονές των ματιών και γενικά σαν παυσίπονα.
....στι δὲ αὐτοῦ διαφορὰ τρισσή· ὁ μὲν γὰρ ἄνθη ὑποπόρφυρα φέρει, φύλλα μίλακι ὅμοια, σπέρμα μέλαν καὶ τοὺς κυτίνους σκληροὺς καὶ ἀκανθώδεις, ὁ δέ τις ἄνθη μηλινοειδῆ, φύλλα καὶ λοβοὺς ἁπαλώτερα, σπέρμα δὲ ὑπόξανθον ὥσπερ ἐρύσιμον. ἀμφότεροι δὲ οὗτοι μανιώδεις ὑπάρχουσι καὶ καρωτικοί, δύσχρηστοι. εὔχρηστος δὲ εἰς θεραπείαν ἠπιώτατος ὢν ὁ τρίτος, λιπαρὸς καὶ ἁπαλὸς καὶ χνοώδης, ἄνθη λευκὰ ἔχων καὶ τὸ σπέρμα λευκόν· φύεται παρὰ θαλάττῃ καὶ ἐν ἐρειπίοις. Χρηστέον οὖν ἐστι τῷ λευκῷ· εἰ δὲ μὴ παρείη οὗτος, χρῆσθαι δεῖ τῷ ξανθῷ, τὸν δὲ μέλανα ἀποδοκιμάζειν ὡς χείριστον. (4.68)







Το όνομα προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις υς -υός = χοίρος και κύαμος= κουκί, επειδή κατά μία παράδοση τα γουρούνια μπορούν να φάνε το φυτό χωρίς να δηλητηριαστούν .  

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Βραχοσαλάτα, Σαλάτα του Γυαλού και Σταμναγκάθι

Chichorium spinosum L.


Compositae/Asteraceae




Πυκνός, αγκαθωτός χαμόθαμνος που φτάνει σε ύψος 20-25 πόντους. Εξαπλωμένος σε όλες τις ακτές της Μεσογείου από τη Μάλτα έως την Κύπρο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τα φύλλα του λεία, σαρκώδη και οδοντωτά βγαίνουν κοντά στη βάση του φυτού ενώ τα εξωτερικά κλαδάκια έχουν αγκαθωτή απόληξη. Ανθίζει από τέλη Μαίου έως Σεπτέμβριο. Τα μωβ άνθη στις μασχάλες των βλαστών μοιάζουν με αυτά του κοινού ραδικιού (cichorium intybus)


Οι τρυφεροί βλαστοί τρώγονται σαν ωμή σαλάτα ή βρασμένοι. Γίνονται επίσης τουρσί. Θεωρούνται νόστιμη λιχουδιά ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου το φυτό σε άγρια κατάσταση είναι πολύ διαδεδομένο. Βέβαια η υψηλή ζήτηση και η καταστροφή των θάμνων από αλόγιστη συλλογή οδήγησε στην ανάγκη καλλιέργειας του φυτού με την αναμενόμενη υποβάθμιση της γεύσης και της διατροφικής του αξίας.

Στα Κύθηρα πριν την επικράτηση του τουριστικού πνεύματος το λέγαμε βραχοσαλάτα ή σαλάτα του γυαλού. Το κρητικό όνομα σταμναγκάθι οφείλεται στην συνήθεια των παλιών Κρητικών να βουλώνουν με το φυτό το στόμιο της στάμνας για να προστατεύσουν το νερό μέσα σ'αυτήν.

Οι παλιοί Τσιριγώτες το συνέλεγαν συνετά, προσέχοντας να μην καταστρέψουν τη ρίζα του θάμνου έτσι ώστε να το έχουν για πολλά χρόνια. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ξεριζώνεται ολόκληρος το θάμνος με αποτέλεσμα οι αριθμοί του να έχουν μειωθεί δραματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά του νησιού όπου το πρόλαβα σε μεγάλη αφθονία γύρω στο 2000. Πρόσφατα επικράτησε και στα Κύθηρα το όνομα σταμναγκάθι για λόγους ευκολίας αναγνώρισης, κυρίως από τους επισκέπτες του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα ενώ για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση της τουριστικής περιόδου γίνεται εισαγωγή όπως και στα υπόλοιπα λαχανικά.


Ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί τη λέξη μυάκανθος για το φυτό (Περί Φυτών Ιστ. Vi 5,1) ενώ με το όνομα κιχώριο αναφέρεται στο cichorium intybus, το κοινό αγριοράδικο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό επίθετο spinosus-a-um = αγκαθωτός.




Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Λύθρο το βουρλόμορφο

Lythrum junceum Banks & Sol. 1794


Syn. Lythrum graefferi Ten.
        Lythrum meonanthum Steud.

Lythraceae



Πολυετές φυτό αυτοφυές σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία. Αγαπά τα υγρά μέρη και το συναντάμε αρχές καλοκαιριού σε χαντάκια, ρεματιές, άκρες των δρόμων, όπου υπάρχει υγρασία. Τα λεπτεπίλεπτα ροζ λουλούδια του αναπτύσσονται κατά μήκος όρθιων βλαστών από το Μάιο έως τον Ιούλιο.
Στο γένος lythrum ανήκουν περίπου 38 υδρόφιλα είδη με εξάπλωση σε όλη την εύκρατη ζώνη.
Στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική,  είδη του γένους όπως το lythrum salicaria και το lythrum hyssopifolia χρησιμοποιήθηκαν κατά των αιμορροΐδων και των εσωτερικών αιμορραγιών κατά της δυσεντερίας και εξωτερικά σαν επουλωτικά πληγών. Είναι πιθανό σε κάποιο από αυτά τα είδη να αναφέρεται ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης όταν περιγράφει το φυτό λυσιμάχειο ή λύτρο.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λύθρον = λερωμένο αίμα, πιθανή αναφορά στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών του γένους. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό junceus -a -um = αυτός που μοιάζει με βούρλο.


Στα Κύθηρα το συναντάμε σε χαντάκια, ρεματιές και γενικά σε υγρά μέρη σε όλο το νησί. 



Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Η χρυσή παπαρούνα του γυαλού

Glaucium flavum Grantz 1763


Syn. Glaucium luteum Scop.
Chelidonium glaucium L.
Chelidonium fulvum Poir.

Papaveraceae

Γλαύκιο το χρυσοκίτρινο






Πολυετές φυτό, ανθεκτικό στην ξηρασία και την αλμύρα. Φυτρώνει πάντα σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες σε όλη τη Δυτική Ευρώπη και τη Βρετανία, στη Μεσόγειο και τη Δυτική Ασία. Αγαπά τα ηλιόλουστα μέρη και ανθίζει από Μάιο έως Αύγουστο.

Το λάδι από τους σπόρους του χρησιμοποιήθηκε στην σαπωνοποιία και σαν καύσιμο του παραδοσιακού λύχνου καθώς καίγεται χωρίς να βγάζει πολύ καπνό.

Στην παραδοσιακή ιατρική θεωρείται ότι προκαλεί αύξηση έκκρισης χολής και έτσι χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλημάτων της χοληδόχου κύστεως και του ήπατος. Θεωρείται επίσης ότι θεραπεύει τους σπασμούς των βρόγχων και του εντέρου. Στην Αλγερία χρησιμοποιείται παραδοσιακά εκχύλισμα του φυτού για τη θεραπεία κρεατοελιών.

Ήδη από την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε σαν ισχυρό φάρμακο κατά των παθήσεων του ήπατος και των εντέρων. Στον Διοσκουρίδη αναφέρεται ως μήκων κερατίτις (4.65):

......δύναμιν δε έχει η μεν ρίζα εψηθείσα άχρι ημίσους εν ύδατι και ποθείσα ισχιάδας και ηπατικάς διαθέσεις θεραπεύειν και τους παχέα ή αραχνιώδη ουρούντας ωφελείν το δε σπέρμα πλήθος οξυβάφου ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν επιεικώς καθαίρει. Τα δε φύλλα και τα άνθη εσχάρας περιρρήττει κατα πλασθέντα συν ελαίω, εγχρισθέντα δε τα επί κτηνών άργεμα και νεφέλια αποκαθαίρει.



Σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει σημαντική αντικαρκινική δράση εκχυλίσματος της ρίζας του φυτού που είναι πλούσια σε ισχυρά αλκαλοειδή. (Laboratory of Plant Biotechnology end Ethnobotany, Algeria, Bournine L, Bensalem S et al., 2013)

Παρόλο που έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην παραδοσιακή ιατρική η τοξικότητα του φυτού είναι υψηλή και επομένως δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται χωρίς εξειδικευμένη γνώση. Είναι εξαιρετικά ερεθιστικό για τα μάτια και μπορεί να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα με απλή επαφή. Ο γαλακτώδης χυμός του μπορεί να προκαλέσει από απλό ερεθισμό του δέρματος έως οξεία δερματίτιδα.
Η γλαυκίνη, αλκαλοειδές που περιέχεται στο φυτό έχει ψυχοτρόπο δράση παρόμοια με αυτή των οπιωδών προκαλώντας σε κάποιους ένα αίσθημα ευφορίας και ηρεμίας.


Το όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό γλαυκός= γκριζόλευκος, λαμπερός, κυανόφαιος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό flavus-a-um = κίτρινο, χρυσοκίτρινο


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Ο σπάνιος στάχυς του Σπραιτζενχόφερ

Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp. spreitzenhoferi


Lamiaceae




Πολυετές χαμαίφυτο με πυκνό φύλλωμα που σχηματίζει όμορφες ημισφαιρικές τούφες πάνω στους κάθετους βράχους που αναπτύσσεται. 
Προτιμά τις σχισμές ορθογκρεμών ασβεστολιθικής σύστασης κυρίως σε χαμηλά υψόμετρα. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο. 


Οι ταξιανθίες με τα μικροσκοπικά λευκά άνθη σε ομάδες των 4-6 αναπτύσσονται σαν στάχυ όπως και σε πολλά άλλα είδη του γένους εξ ου και το λατινικό όνομα του. Τα πέταλα είναι λευκά με ροζ στίγματα στο άνω και στο κάτω χείλος. Χαρακτηρίζεται σπάνιο αλλά δεν έχει οριστεί καθεστώς προστασίας καθώς δεν φαίνεται να απειλείται ιδιαίτερα κυρίως λόγω του δυσπρόσιτου του ενδιαιτήματός του.


Στο υποείδος virella (Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp.virella D.Perss. που εμφανίζεται μόνο στο κάστρο της Μονεμβασιάς, το άνω χείλος είναι εντελώς λευκό,και τα φύλλα πιο πράσινα. Παρόμοια φυτά (με εντελώς λευκό άνω χείλος) βρήκα σε όλες τις ανατολικές ακτές του νησιού.



Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους δόθηκε από τον Γερμανό βοτανολόγο Theodor Henrich Herrmann von Heldreich, (1822-1902) προς τιμήν του αυστριακού G.C. Spreitzenhofer (1835-1883) που μελέτησε τη χλωρίδα των Ιονίων Νήσων στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο ίδιος επισκέφτηκε τα Κύθηρα και συνέλεξε δείγματα φυτών τον Ιούνιο του 1880.(Α. Γιαννίτσαρος, 2004)

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Βρίζα η μέγιστη .... Τα χρυσαφιά κοχύλια του καλοκαιριού

Briza maxima L.

Syn. Macrobriza maxima(L.) Tzelev
Poa maxima (L.) Cav.

Poaceae/Graminae

Βρίζα η μέγιστη





Το γένος περιλαμβάνει περίπου 12 είδη ετήσιων και πολυετών φυτών που είναι αυτοφυή στα βόρεια εύκρατα κλίματα.
Η Βρίζα η μέγιστη είναι ετήσια πόα που μπορεί να φτάσει έως 60 εκ. σε ύψος. Το φυτό ιθαγενές της Βόρειας Αφρικής, Μεσογείου και Νότιας Ευρώπης έχει εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο σαν επιγενές.
Τα κομψά άθνη μοιάζουν με λαμπερά κοχύλια , γυναικεία σκουλαρίκια, ή πληγωμένες καρδιές, που κρέμονται από λεπτότατους μίσχους και τρεμουλιάζουν στο παραμικρό φύσημα του αέρα. Παραμένουν όμορφα όταν ξεραθούν και το θρόισμα τους στον άνεμο καθώς και το σχήμα τους είναι αιτία πολλών κοινών ονομάτων του φυτού σε ευρωπαϊκές γλώσσες: rattlesnake grass , quaking grass, shell grass στα αγγλικά, grande amourette στα γαλλικά. Για τον ίδιο λόγο καλλιεργούνται και χρησιμοποιούνται στην ανθοδετική σε αποξηραμένες συνθέσεις.
Βρίζα η σιτηρά, ή σίκαλη αναφέρεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο τον 1ο μ.Χ αιώνα ως καλλιεργούμενο και όχι αυτοφυές φυτό. Καθώς φαίνεται το όνομα σίκαλη επικράτησε για το συγκεκριμένο σιτηρό ενώ το όνομα βρίζα εκλατίνισε και υιοθέτησε ο Λινναίος για αυτοφυή φυτά που είχαν όμως μόνον διακοσμητική αξία και στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρονται ως Ψευδόβριζες. (Γενναδίου, Φυτολογικόν Λεξικόν)

Το όνομα του γένους πιθανόν προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα βρίζω αορ. έβριξα που σημαίνει αποκοιμιέμαι, κοιμάμαι γαλήνια καθώς τα περισσότερα είδη και τα σιτηρά που αρχικά ονομάζονταν έτσι κινούνται ήρεμα σα να νανουρίζονται από τον άνεμο.

Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό maximus-a-um = πολύ μεγάλος, μέγιστος.


Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Μαστιχάγκαθο

Carlina gummifera (L.) Less.

Syn. Atractylis gummifera L.Asteraceae/Compositae

Ατρακτυλίς η κομμιοφόρος


Κύθηρα, Ιούνιος 2014

Στο γένος Carlina ανήκουν περί τα 20 είδη τυπικά αγκάθια της Μεσογείου. Η Kαρλίνα η κομμιοφόρος αναπτύσσεται σε ξηρά άγονα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε ακαλλιέργητους αγρούς. Τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα μήκους 15 έως 40 εκ. σχηματίζουν ροζέτα από το κέντρο της οποίας βγαίνει η ανθοφόρα κεφαλή με ροζ μωβ σωληνωτά ανθίδια. Τα φύλλα ξεραίνονται και το άνθος παραμένει ακμαίο για μεγάλο διάστημα έως ότου γονιμοποιηθεί. Τότε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ξεραίνεται και τα καρποφόρα αχένια σκορπίζονται με τον άνεμο, μακριά από το μητρικό φυτό. 
To φυτό έχει μακρύ ρίζωμα που μπορεί να φτάσει τους 40 πόντους μήκος και 8 εκ. διάμετρο. Όταν κοπεί, εκκρίνει παχύρρευστη γαλακτώδη ουσία, που στην επαφή με τον αέρα γίνεται μαστιχωτή.

Πιθανότατα πρόκειται για το φυτό που ο Θεόφραστος περιγράφει σαν “χαμαιλέων ο λευκός” ή άκανος. Ο Θεόφραστος διακρίνει δύο είδη, τον χαμαιλέοντα τον λευκό και τον χαμαιλέοντα τον μέλανα με διαφορετικές ιδιότητες, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά. (Κατά των σκωλήκων των εντέρων, κατά της διάρροιας, σαν δηλητήριο που σκοτώνει τους σκύλους και τα γουρούνια!!)
Χαμαιλέων δε ο μεν λευκός ο δε μέλας · αι δε δυνάμεις των ριζών και αυταί δε αι ρίζαι τοις είδεσι διάφοροι. Του μεν γαρ λευκή και παχεία και γλυκεία και οσμήν έχουσα βαρείαν·


Σύγχρονη έρευνα δείχνει την υψηλή περιεκτικότητα της ρίζας του φυτού σε τοξικές ουσίες που δρουν όπως η στρυχνίνη. (J. Scarborough,1978)

Το όνομα του γένους, Carlina, αποδίδεται στον Κάρολο τον Μέγα, Καρλομάγνο, αφού ένας θρύλος θέλει τα στρατεύματά του να θεραπεύονται από την πανώλη χάρη σε κάποια είδη του γένους.
To ελληνικό όνομα του γένους ατρακτυλίς – ιδος = από την ελληνική λέξη άτρακτος = αδράχτι.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο για κάποιο είδος αγκαθιού ( μοσχάγκαθο;) του οποίου το στέλεχος χρησιμοποιούσαν σαν αδράχτι. “Το δε πλείον [του ραβδίου] γυμνόν, τραχύ, ω και αι γυναίκες χρώνται αντι ατράκτου” (Διοσκουριδης ΙΙΙ, 107)

Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό gummis, -is = γόμα, κόμμι + fer-a-um = φέρων




Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Βαλλωτή η καλυκοφόρος


Ballota acetabulosa (L.) Benth.

Lamiaceae/Labiatae


Τα μπαμπακούλια

Κύθηρα, Μάιος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Το γένος βαλλωτή περιλαμβάνει περίπου 33 είδη αυτοφυών στις εύκρατες περιοχές της Ευρώπης , Βόρειας Αφρικής και Δυτικής Ασίας. Μεγαλύτερη ποικιλία ειδών εμφανίζεται στη Μεσογειακή λεκάνη.


Το όνομα φαίνεται να χρησιμοποίησε ο Διοσκουρίδης για το φυτό που σήμερα ονομάζουμε ballota nigra, βαλλωτή η μέλαινα, ενώ από τις πηγές προκύπτει ότι το φυτό ballota acetabulosa, ο Διοσκουρίδης το περιγράφει ως ψευδοδίκταμο.

τὸ δὲ ψευδοδίκταμνον καλούμενον φύεται <μὲν> ἐν πολλοῖς τόποις, ἐμφερὲς δὲ τῷ πρὸ αὐτοῦ, ἔλαττον δὲ καὶ ἧττον δριμύ. ποιεῖ δὲ τὰ αὐτὰ τῷ δικτάμνῳ, οὐχ ὁμοίως ἐνεργοῦν.

Διοσκουρίδης Βιβλίο 3.32.2α



Το χαρακτηριστικό επίθετο του γένους acetabulosa, προέρχεται από το λατινικό acetabulum = κυλίκιο, κάλυκας των ανθέων εξ ου και η ορθή μετάφραση καλυκοφόρος ή καλυκοειδής. Η εμφάνιση του φυτού χαρακτηρίζεται από την παρουσία των πολλών πυκνών καλύκων που συχνά μοιάζουν σαν να είναι αυτοί τα άνθη του φυτού, ενώ στην πραγματικότητα τα μικροσκοπικά λουλουδάκια αναπτύσσονται στο κέντρο τους.
Στην παραδοσιακή, λαϊκή ιατρική οι νεαροί βλαστοί (πανάκια) πολτοποιούνται και τοποθετούνται πάνω σε καψίματα και επιφανειακά τραύματα τα οποία επουλώνουν. Εσωτερικά θεωρείται ότι θεραπεύει τις φλεγμονές, είναι αντιβηχικό και καταπραΰνει γαστροεντερικά προβλήματα.
Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει ότι το εκχύλισμα βαλλωτής έχει ισχυρή αντιβακτηριδιακή δράση και θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στη θεραπεία μολύνσεων. (Dulger-Sener 2010)
Κοινές ονομασίες στην Ελλάδα: φυτιλάκι, αλουμινάκι, αποπουλιά, φουφλιά, φουρφουλιά,λυχναράκι, φάσσας, καπτουριά, καντηλαναύτρα

Στα Κύθηρα το φυτό είναι γνωστό σε όλο το νησί με το λαϊκό όνομα μπαμπακούλια. Παλαιότερα, τέτοια εποχή κάθε χρόνο μάζευαν τα μπαμπακούλια, δηλαδή τους ξερούς κάλυκες του φυτού. Τα μικρά αυτά χωνάκια τα τοποθετούσαν ανεστραμμένα ανά δύο αφού έβγαζαν το σπόρο από το ένα, στο λάδι του καντηλιού, που υπήρχε στο εικονοστάσι κάθε σπιτιού και τα άναβαν. Η φλογίτσα τους κρατούσε περίπου 10 ώρες αναμμένη χωρίς να δημιουργεί καπνιά.



Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Hρύγγιο το παράλιο


Eryngium maritimum L.


Γαλανάγκαθο, Αγκαθιά
Apiaceae



Αβλέμονας, Κύθηρα 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές φυτό, αυτοφυές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές ακτές, σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους.
Το ασήμαντο εκ πρώτης όψεως αυτό αγκάθι μεταμορφώνεται σε σπάνιο κόσμημα την εποχή της ανθοφορίας του. Τα σκληρά αγκαθωτά φύλλα του και τα λεπτεπίλεπτα άνθη έχουν χρώμα μπλέ μωβ ή ασημοπράσινο και προσελκύουν πλήθος επικονιαστών. Οι ρίζες μπορούν να φτάσουν έως και ένα μέτρο μήκος και συγκρατούν τα χαλαρά αμμώδη εδάφη αποτρέποντας τη διάβρωσή τους.


Το φυτό ονομάζεται ηρύγγιο από τον Θεόφραστο και το Διοσκουρίδη και θεωρείται ήδη από την αρχαιότητα ευεργετικό σε περιπτώσεις ηπατικών και στομαχικών παθήσεων, κατακράτησης υγρών, αερίων. Σε αυτή του την ιδιότητα οφείλει το όνομα του. Ερύγγιο ή ηρύγγιο από το ρήμα ερυγγάνω = ερεύγομαι και ρεύγομαι = ρεύομαι= εκβάλλω στομαχικά αέρια από το στόμα
Το αφέψημα της ρίζας του θεωρείται ότι έχει διουρητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ακόμα στην λαϊκή ιατρική σε παθήσεις του ουροποιητικού. Το eryngium maritimun είναι επίσης ευρέως χρησιμοποιούμενο ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι οι τρυφεροί βλαστοί αλλά και οι ρίζες τρώγονται, συνήθεια που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες περιοχές, όπου τρώγεται σαν βραστή σαλάτα με λαδόξιδο και σκόρδο ή μαγειρεμένο με αρνί φρικασέ, σε ομελέτες κλπ. Η μαγειρεμένη ρίζα έχει γεύση γλυκιά σαν του κάστανου. Οι Αγγλοσάξωνες τη ζαχαρώνουν και φτιάχνουν καραμέλες που είναι περιζήτητες.

Αν και το είδος έχει μεγάλη εξάπλωση, θεωρείται απειλούμενο και σε μερικά μέρη της Ευρώπης υπό εξαφάνιση ( ανατολική Σκωτία ) αφού τα φυσικά ενδιαιτήματά του δέχονται μεγάλες πιέσεις κυρίως λόγω της τουριστικής “ανάπτυξης” και έλλειψης ενημέρωσης των επισκεπτών που συχνά το μαζεύουν σαν ενθύμιο.


Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Αμάραντα


Limonium sinuatum (L.) Miller

Λειμώνιο το δαντελωτό 


Plumbaginaceae


Κύθηρα,  2011- 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα




Αειθαλές φυτό που αναπτύσσεται από ξυλώδες ρίζωμα σε παράλιες περιοχές όλης της Μεσογείου , αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου. Τα σέπαλα του άνθους έχουν ευχάριστο μωβ χρώμα που παραμένει αναλλοίωτο για πολύ καιρό αν αποξηρανθεί μακριά από άμεσο ηλιακό φως. Ετσι από πολλούς ονομάζεται αμάραντο και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε αποξηραμένες συνθέσεις μαζί με καλλιεργούμενα υβρίδια σε διάφορα χρώματα.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη λειμών = λιβάδι , ενώ το επίθετο sinuatum = με δαντελωτή άκρη, αναφέρεται στην όψη των σεπάλων.




Η κοινή ονομασία στην αγγλική γλώσσα sea lavender, αναφέρεται στο θαυμάσιο μωβ χρώμα του που είναι όμοιο με της λεβάντας, και στους οικότοπους που προτιμά, κατά κανόνα, κοντά στην θάλασσα. Στα Κύθηρα το συναντούμε στις βορειοανατολικές και ανατολικές ακτές όπου μερικές φορές φυτρώνει ακόμα και πάνω στην άμμο.  

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Θυμάρι



Thymus capitatus (L.) Hoffmanns&Link
Syn. Coridothymus capitatus (L.) Rchb.f

Lamiaceae


 Αειθαλής θάμνος αυτοφυής σε όλη τη Μεσόγειο. Χρησιμοποιείται ευρύτατα για θεραπευτικούς σκοπούς από την αρχαιότητα. Οι Σουμέριοι το χρησιμοποίησαν σαν καρύκευμα και φάρμακο.Στην Αρχαία Αίγυπτο χρησιμοποιήθηκε στο βαλσάμωμα των νεκρών. Στην Αρχαία Ελλάδα σαν λιβάνι για τον καθαρισμό των ναών. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος λέει πως όταν καίγεται το θυμάρι διώχνει όλα τα κακόβουλα πλάσματα. Ο Διοσκουρίδης περιγράφει 5 είδη θυμαριού μεταξύ αυτών και το γνωστό μας μεσογειακό θυμάρι. Συστήνει το φυτό για αναπνευστικά προβλήματα, σαν αποχρεμπτικό για το άσθμα και εξωτερικά σαν απολυμαντικό των πληγών μαζί με ξύδι.

Είναι πολύ δημοφιλές σαν καρύκευμα και συντηρητικό τροφών ήδη από την αρχαιότητα. Από τη Ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιήθηκε σαν συντηρητικό και αρωματικό τυριών και η φράση “μυρίζει θυμάρι” σήμαινε έπαινο για το φαγητό. Στην περίφημη γαλλική κουζίνα το θυμάρι κατέχει σημαντική θέση και υπάρχει πάντα στο ματσάκι μυρωδικών (bouquet garnis)

Παλιοί θρύλοι λένε ότι το θυμάρι δίνει θάρρος και αισιοδοξία απομακρύνοντας την μελαχγολία και τη δειλία. Σε αρχαίες τελετουργίες πολεμιστές έκαναν μπάνιο με θυμάρι πριν τη μάχη για να αποκτήσουν δύναμη και θάρρος.Στο Μεσαίωνα οι κυρίες κεντούσαν μια μέλισσα πάνω σε ένα κλαδί θυμάρι στα μαντήλια που έκαναν δώρο στους ιππότες τους.

Στην παραδοσιακή ελληνική θεραπευτική οι παλιοί χρησιμοποιούσαν το θυμάρι για τον πονόδοντο, το βήχα, τις βρογχίτιδες και σαν αποσμητικό. Η σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει ότι οι δραστικές ουσίες που περιέχει έχουν έντονη αντισηπτική , χωνευτική και αντιπυρετική δράση. Είναι επίσης τονωτικό των ούλων!!! 
Λίγες σταγόνες αιθέριο έλαιο θυμαριού σε κάποιο λάδι βάσης κάνουν καλό σε τσιμπήματα εντόμων, επιφανειακές πληγές, πονοκεφάλους, ρευματισμούς κ.α. Μια παράδοση λέει πως ένα κλαράκι θυμάρι κάτω από το μαξιλάρι διώχνει την αυπνία και εξασφαλίζει ήρεμο ύπνο.

Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Ευρώπης το θυμάρι ( για την ακρίβεια κάποιο από τα πολλά είδη που είναι αυτοφυή στις περιοχές αυτές) θεωρήθηκε σύμβολο θάρρους και ανδρείας, επουλωτικό, διεγερτικό, τονωτικό,αφροδισιακό. Αν, ακολουθώντας τη ρήση του Αντισθένη “ Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις”, ερευνήσουμε τη ρίζα του λατινικού ονόματος θα δούμε τη σχέση που η θαυμάσια αρχαία ελληνική γλώσσα εκφράζει μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου. Το όνομα thymus προέρχεται από το αρχαίο ελληνικός θυμός = θάρρος, ζωτική δύναμη, πάθος. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα ένα από τα τρία μέρη της ψυχής είναι ο θυμός, η κινητήρια δύναμη των ευγενών συναισθημάτων. Αξίζει να σημειωθεί η σχέση με το ρήμα θύω που αρχικά σήμαινε βγάζω καπνούς και στη συνέχεια θυσιάζω.Το θυμίαμα ( λέξη από την ίδια ρίζα) ευφραίνει τους παντοδύναμους θεούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με το έντονο άρωμα των αρωματικών φυτών που καίγονται προσφορά σε κείνους.


Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα


Κορυφαίο μελισσοτροφικό φυτό, δίνει το εξαιρετικό θυμαρίσιο μέλι το οποίο από πολλούς θεωρείται ανώτερο όλων. Στο θυμάρι κυρίως οφείλεται η υπέροχη γεύση του Κυθηραϊκού μελιού, αφού το είδος Thymus capitatus που κυριαρχεί στο Τσιρίγο, Ιούνιο και Ιούλιο είναι από τα πιο αρωματικά είδη θυμαριού.  

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Αθρίμπη


Satureja thymbra L.

Αθρίμπη, Νεραθρίμπη

Lamiaceae/Labiatae


Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το γένος Satureja περιλαμβάνει πάνω από 30 είδη με έντονο άρωμα που θυμίζει θυμάρι και δεντρολίβανο. Το είδος Satureja thymbra είναι αρκετά κοινό σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει από Μάρτιο ως τον Ιούνιο. Υπάρχουν διάφορα κοινά ονόματα σε όλη την Ελλάδα: Θρούμπι, Αθρύμπη, Θύμπρος, Τραγορίγανη κ.α.
Στα Κύθηρα τη λέμε αθρίμπη ή νεραθρίμπη. Παλιότερα χρησιμοποιούσαν το φυτό για να καθαρίσουν τα βαρέλια πριν βάλουν τον καινούργιο μούστο.
Θεωρείται βότανο με μεγάλη θεραπευτική αξία αλλά λόγω μεγάλης περιεκτικότητας σε δραστικά συστατικά πρέπει να γίνεται προσεκτική χρήση. Κατά των λοιμώξεων, θερμαντικό, τονωτικό, αφροδισιακό, ενισχυτικό του ανοσοποιητικού συστήματος, κατά της υπέρτασης. Η δράση του είναι παρόμοια με αυτή του θυμαριού. Εξαιρετικό κατά των δερματοπαθειών και των μυκητιάσεων.

Σαν καρύκευμα προσθέτει ιδιαίτερο πιπεράτο άρωμα σε λαχανικά και όσπρια, διευκολύνοντας συγχρόνως την πέψη. Στα γερμανικά το όνομά του, Bohnenkraut, που σημαίνει βότανο των φασολιών δηλώνει την παραδοσιακή χρήση του με τα όσπρια. Στο παρελθόν το χρησιμοποιούσαν σαν μπαχαρικό αντί για πιπέρι και γι αυτό σε κάποιες ευρωπαϊκές γλώσσες οι κοινές ονομασίες παραπέμπουν στο πιπέρι, “pepper herb”= πιπεροβότανο, poivrette= πιπεράκι. Χρησιμοποιήθηκε επίσης σαν συντηρητικό τροφών επειδή αποτρέπει τη δημιουργία βακτηρίων. Το αιθέριο έλαιο του συγκρίνεται με αυτά της ρίγανης και του θυμαριού και από μερικούς αξιολογείται σαν ανώτερο όσον αφορά στην βακτηριοκτόνο δράση του.

Το όνομα satureja μάλλον χρησιμοποίησε πρώτος ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος που το συνδέει με τους Σατύρους συνοδούς του Διονύσου, θεού του κρασιού. Μια άλλη εκδοχή θεωρεί ότι η λέξη προέρχεται από αραβική ρίζα.

Ο Διοσκουρίδης περιγράφει το φυτό με το όνομα θύμβρα:

θύμβρα· καὶ αὐτὴ γνώριμος, γεννωμένη ἐν λεπτογείοις καὶ τραχέσι τόποις, ὁμοία θύμῳ, ἐλάσσων μέντοι καὶ ἁπαλωτέρα, φέρουσα στάχυν ἄνθους μεστόν, ἔγχλωρον. δύναται δὲ τὰ αὐτὰ τῷ θύμῳ ὁμοίως λαμβανομένη καὶ πρὸς τὴν ἐν ὑγιείᾳ χρῆσιν εὔθετος. γίνεται δὲ καὶ σπαρτὴ θύμβρα, κατὰ πάντα τῆς ἀγρίας ἐλάσσων, εὐχρηστοτέρα δὲ πρὸς βρῶσιν διὰ τὸ μὴ ἐπιτετάσθαι τὴν δριμύτητα.” (3.37)

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Πτιλoστήμων η χαμαιπεύκη


Ptilostemon chamaepeuce (L.) Less.

Asteraceae/Compositae
Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Αειθαλής θάμνος κοινός σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, σε γκρεμούς, πετρώδεις τοποθεσίες, κοντά στη θάλασσα. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από την ομοιότητα που παρουσιάζουν τα φύλλα του με το πεύκο. Σε μερικές περιοχές της Ελλάδας η κοινή ονομασία μέχρι σήμερα, είναι χαμόπευκο. Ενώ το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό πτίλον= χνουδωτό πούπουλο και το στήμων, αναφορά στη μορφή των λουλουδιών που μοιάζουν με φτερά πάνω στα μακριά στελέχη.

Σάββατο 6 Αυγούστου 2011

Βαλσαμόχορτο


Hypericum L.

Hypericaceae/Clusiaceae



Κύθηρα Μάϊος 2011. Hypericum perforatum L. Φωτογραφία Σ.Φατσέα

 Το γένος περιλαμβάνει πάνω από 400 είδη με εξάπλωση σχεδόν σε όλον τον κόσμο. Στα Κύθηρα έχω μέχρι στιγμής συναντήσει 4 είδη, μεταξύ αυτών σε μικρούς πληθυσμούς, το περίφημο Hypericum perforatum L. που θεωρείται ότι έχει μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε δραστικά συστατικά. Υπάρχει επίσης το Hypericum empetrifolium Willd., και το Hypericum triquetrifolium Turra σε όλο το νησί, και το Hypericum hircinum L. σε ρεματιές και υγρότοπους.

Ιούνιος 2011. Hypericum empetrifolium Willd.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
Το βαλσαμόχορτο όπως πολλοί το λένε συνοδεύεται από τα αρχαία χρόνια από θρύλους μερικοί από τους οποίους εξακολουθούν να ζουν.  Τα μικρά χρυσοκίτρινα άνθη του γεμίζουν το τοπίο με λάμψη. Το κόκκινο λάδι του, το αφέψημά του ή το βάμμα από υπερικό θεραπεύουν τη μελαγχολία και την ήπια κατάθλιψη, επουλώνουν πληγές τονώνουν το ανοσοποιητικό. Το θαυματουργό αυτό βότανο ξαναέγινε δημοφιλές τα τελευταία χρόνια λόγω πρόσφατων ερευνών που έδειξαν ότι κάποια από τα συστατικά του και συγκεκριμένα η υπερικίνη και η υπερφορίνη αυξάνουν τα επίπεδα νευροδιαβιβαστών όπως της σεροτονίνης και της νορεπινεφρίνης, ουσιών υπεύθυνων για τη διατήρηση καλής διάθεσης και συναισθηματικής ισορροπίας. Αποδείχθηκε επίσης ότι η υπερικίνη έχει αντισηπτική δράση κατά των ιών και των βακτηρίων. Οι τανίνες που περιέχονται στο φυτό το κάνουν στυπτικό ενώ περιέχει πλήθος άλλων δραστικών ουσιών που το κάνουν κυριολεκτικά πανφάρμακο!
Αύγουστος 2011. Hypericum hircinum L.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα

Στα Αγγλικά και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες,όπως και στη Βόρεια Ελλάδα λέγεται το βοτάνι του Αι Γιάννη ή του Προδρόμου το βοτάνι, ( St.John's Wort) (Johanniskraut,) ίσως επειδή πολλά είδη βρίσκονται σε πλήρη ανθοφορία τον Ιούνιο που γιορτάζεται ο άγιος. Αλλες κοινές ονομασίες : αγούδουρας, σπαθόχορτο ( κατά τους βυζαντινούς χρόνους το χρησιμοποιούσαν για να θεραπεύσουν τα τραύματα από σπαθί !!!), βαλσαμόχορτο, περίκη, χελωνόχορτο.
Το λατινικό όνομα του γένους προέρχεται είτε από το αρχαίο ελληνικό υπερ+εικών ( Το όνομα που χρησιμοποίησε ο Διοσκουρίδης επειδή το φυτό τοποθετείτο στους ναούς για να απομακρύνει τα κακά πνεύματα. 
Άλλη πιθανή ετυμολόγηση από το
υπό+ερείκη επειδή το φυτό προτιμά παρόμοια ενδιαιτήματα με το γένος ερείκη.

Τα διακριτικά επίθετα που δηλώνουν τα διάφορα είδη έχουν δοθεί βάσει του κυρίαρχου χαρακτηριστικού κάθε είδους.
Perforatum> από το λατινικό ρήμα perforo=τρυπώ, διατρυπώ, αφού τα φύλλα και τα πέταλα του λουλουδιού φαίνονται σαν διάτρητα από τα κόκκινα στίγματα της υπερικίνης.
Ιούνιος 2011. Hypericum triquetrifolium Tur.
Hircinum = τράγειος , που μυρίζει σαν τράγος, από την οσμή που αναδίδουν τα φύλλα του φυτού όταν τα τρίψουμε.
triquetrifolium = με τριγωνικά φύλλα. Στα Κύθηρα το συγκεκριμένο είδος οι παλιοί το έλεγαν αγιούδουρα και το χρησιμοποιούσαν για να φτιάχνουν σκούπες. 
 empetrifolium = από τα αρχαία ελληνικά εν+πέτρα > empetrum = όνομα που  έδωσε ο Διοσκουρίδης σε άλλο βραχόφιλο φυτό, + folium = αυτός που έχει παρόμοια φύλλα

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2011

Κενταύρια η αργυρόχρωμη


Centaurea argentea L.


Compositae/Asteraceae


Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα

Πολυετής θάμνος ενδημικός της Νότιας Ελλάδας. Αυτοφυής στη Δυτική Κρήτη και Κύθηρα. Ανθίζει από το Μάιο ως τα τέλη Ιουλίου.



Χάρη στο όμορφο ασημόγκριζο χρώμα των φύλλων της καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό σε όλο τον κόσμο. Το φυτό σε άγρια μορφή είναι σπάνιο και βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας (Προεδρικό Διάταγμα 67/1981).