Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Rosaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Αιμοστατικό θαύμα της φύσης: Εξερευνώντας το γένος Sanguisorba

 

Sanguisorba minor Scop.

Rosaceae

 


Το γένος Sanguisorba (της οικογένειας  Rosaceae Ροδοειδή) περιλαμβάνει περίπου 148 είδη πολυετών ποωδών φυτών, διαδεδομένων κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο. Ανάμεσα στα είδη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκαταλέγονται τα Sanguisorba minor Scop. και Sanguisorba verrucosa (αποκαλούμενο συχνά ως υποείδος ή παραλλαγή του S. minor), τα οποία συνδυάζουν διατροφική, φαρμακολογική και παραδοσιακή χρήση. 


To
Sanguisorba minor γνωστό και ως “σαλάτα μπέρνετ” ή “μικρό μπέρνετ”, είναι πολυετές ποώδες φυτό με πτεροσχιδή φύλλα και μικρές, σφαιρικές, πράσινο-κόκκινες ταξιανθίες. Αντέχει στην ξηρασία και φύεται σε λιβάδια και ασβεστολιθικά εδάφη. Είναι ιδιαίτερα κοινό στη Μεσόγειο, περιλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ελλάδας και της βόρειας Αφρικής. . Τα φύλλα του S. minor καταναλώνονται νωπά σε σαλάτες ή σε ομελέτες στη μεσογειακή κουζίνα, προσφέροντας γεύση που θυμίζει αγγούρι. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν επίσης για να αρωματίζουν ξίδι και κρασί. Το Sanguisorba minor είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις και ταννίνες που εμφανίζουν ισχυρή αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Περιέχει επίσης φλαβονοειδή, πολυσακχαρίτες και λιπαρά οξέα: όπως το λινολεϊκό και το α-λινολενικό οξύ. Οι ουσίες αυτές έχουν ερευνηθεί για τις αντικαρκινικές, αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριακές και αιμοστατικές τους ιδιότητες. Επιπλέον, σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το S. minor εμφανίζει έντονη ανασταλτική δράση στην καρκινική κυτταρική μετάσταση. (βλ. σχετική βιβλιογραφία παρακάτω)




Το S. minor, με τις διατροφικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες, θεωρείται  ένα πολλά υποσχόμενο τρόφιμο και φυτικό συμπλήρωμα. Η υψηλή περιεκτικότητα του σε πολυφαινόλες το καθιστά χρήσιμο ως φυσικό συντηρητικό σε φυτικά έλαια και καλλυντικά προϊόντα.

Το είδος Sanguisorba verrucosa, που από πολλούς θεωρείται υποείδος του Sanguisorba minor εμφανίζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά ωστόσο διακρίνεται λόγω εξογκωμάτων στον καρπό (εξ ου και το όνομα “verrucosa” – με κονδυλώματα). Σε κάθε περίπτωση είναι στενά συγγενικό είδος που απαντάται κυρίως στην Ιβηρική χερσόνησο και τη Μεσογειακή Ευρώπη

Σε διάφορες ευρωπαϊκές παραδόσεις, τα είδη Sanguisorba είχαν χρήση ως αιμοστατικά, απολυμαντικά και ενισχυτικά του αίματος. Η παράδοση αυτή πιθανόν προήλθε από την Κίνα, όπου η ρίζα του S. officinalis  χρησιμοποιήθηκε ως ισχυρό αιμοστατικό παραδοσιακά και χρησιμοποιείται ευρέως ακόμα, ως “Sanguisorbae Radix”, όμως παρόμοιες χρήσεις αποδίδονται και στο S. minor σε άλλες περιοχές.




Το Sanguisorba minor είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις και ταννίνες που εμφανίζουν ισχυρή αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Περιέχει επίσης φλαβονοειδή, πολυσακχαρίτες και λιπαρά οξέα: όπως το λινολεϊκό και το α-λινολενικό οξύ. Οι ουσίες αυτές έχουν ερευνηθεί για τις αντικαρκινικές, αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριακές και αιμοστατικές τους ιδιότητες. Επιπλέον, σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το S. minor εμφανίζει έντονη ανασταλτική δράση στην καρκινική κυτταρική μετάσταση. (βλ. σχετική βιβλιογραφία παρακάτω)

Το S. minor, με τις διατροφικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες, θεωρείται πολλά υποσχόμενο τρόφιμο και φυτικό συμπλήρωμα. Η υψηλή περιεκτικότητα του σε πολυφαινόλες το καθιστά χρήσιμο ως φυσικό συντηρητικό σε φυτικά έλαια και καλλυντικά προϊόντα.

Το S. verrucosa, αν και λιγότερο μελετημένο, παρουσιάζει ανάλογες δυνατότητες και προτείνεται για περαιτέρω φαρμακολογική αξιολόγηση.

 Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό sanguis = «αίμα» και το ρήμα sorbere = απορροφώ, αναφορά στην παραδοσιακή χρήση του φυτού για τον έλεγχο της αιμορραγίας. Η παραδοσιακή κινέζική χρήση της ρίζας του φυτού (Sanguisorbae Radix) προφανώς πέρασε με κάποιο τρόπο  στην λαϊκή δυτική ιατρική, εξ ου και το λατινικό όνομα.

Τα χαρακτηριστικά επίθετα των δύο ειδών από τα λατινικά minor = «μικρότερος» (συγκριτικός του parvus) «ο μικρότερος», αναφερόμενο στο μέγεθος του φυτού σε σύγκριση με το Sanguisorba officinalis, το οποίο είναι μεγαλύτερο σε ύψος και πιο ογκώδες,verrucosa από το λατινικό verruca = «μυρμηγκιά», «εξόγκωμα» + -osa (θηλυκή κατάληξη επίθετου) = «με πολλά...» = «με εξογκώματα» ή «κονδυλώδης» Πιθανότατα αναφέρεται στη μορφολογία των καρπών του φυτού, που έχει μικρές προεξοχές σε αντίθεση με τον καρπό του είδους S.minor που είναι λείος.

Στα Κύθηρα καταγράφονται και τα δύο είδη με πιο κοινό  το Sanguisorba minor που υπάρχει σε όλη την έκταση του νησιού σε ακαλλιέργητους αγρούς και χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Τα είδη Sanguisorba minor και Sanguisorba verrucosa φαίνεται να έχουν  υψηλή διατροφική αξία και ισχυρή φαρμακολογική δραστικότητα. Η περαιτέρω έρευνα μπορεί να αποκαλύψει νέα βιοδραστικά μόρια και να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων φυσικών φαρμακευτικών και διατροφικών προϊόντων.


Βιβλιογραφία

  • Zhou P, et al. (2021). A Comprehensive Review of Genus Sanguisorba: Traditional Uses, Chemical Constituents and Medical Applications. Frontiers in Pharmacology, 12:750165. https://doi.org/10.3389/fphar.2021.750165
  • Karkanis, A. et al. (2019). Chemical Composition and Bioactivity of S. minor Extracts under Different Cultivation Conditions.
  • Romojaro, F. et al. (2013). The antioxidant potential of edible wild plants from Mediterranean areas.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Αχλάδα


Pyrus amygdaliformis Villars


Άπιος η αμυγδαλόμορφη


Rosaceae

Άνοιξη 2012 Κύθηρα. Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα
Tο γένος pyrus περιλαμβάνει πάνω από 30 άγρια είδη αυτοφυή σε όλο τον κόσμο από τις ακτές του Ατλαντικού ως ως την Κίνα. Το συγκεκριμένο είδος η άπιος η αμυγδαλόμορφη, είναι πολύ κοινό σε όλη τη νότια Ευρώπη. Πρόκειται για φυλλοβόλο δέντρο που μπορεί να φτάσει έως και 10 μ σε ύψος αν και συνήθως δεν ξεπερνά τα 5-6 μ Οι καρποί του είναι βρώσιμοι αλλά πολύ στυφοί. Μαζί με άλλα άγρια αυτοφυή είδη αποτέλεσε από την αρχαιότητα και μέχρι σήμερα υποκείμενο για εμβολιασμό (μπόλιασμα) με ήμερες ποικιλίες.


Η καλλιέργειά της αχλαδιάς είναι γνωστή από την αρχαιότητα. O Όμηρος αναφέρει πως η όγχνη (αχλαδιά) μαζί με τα άλλα οπωροφώρα δέντρα, δώρα των θεών, στολίζει τον κήπο του Αλκινόου,

ὄγχναι καὶ ῥοιαὶ καὶ μηλέαι ἀγλαόκαρποι
συκέαι τε γλυκεραὶ καὶ ἐλαῖαι τηλεθόωσαι.
Οδύσσεια Ραψωδία Η

Ο Πλούταρχος 50 -120 μΧ, στα Ηθικά , βιβλίο VI (Αίτια Ελληνικά ) λέει πως όταν ο Ίναχος θρυλικός ιδρυτής του Αργους μετέφερε κατοίκους των ορεινών στις εύφορες πεδιάδες της Βοιωτίας αυτοί είχαν σαν αποκλειστική τροφή τα άγρια αχλάδια, τις αρχάδες. ( Αρχάς – αρχάδος )
Πιθανόν από αυτή την παράδοση προέρχεται η ιδέα ότι το άγριο αχλάδι ήταν το ψωμί των Αργείων ( Μπάουμαν) . Μια άλλη εκδοχή που δίνει ο ίδιος είναι πως τα άγρια αχλάδια πρωτοεμφανίστηκαν στην Πελοπόννησο όταν η περιοχή ακόμα ονομαζόταν Απια και από τότε τα αχλάδια ονομάστηκαν άπια. Απιος η αχλαδιά, άπιον το αχλάδι. Και οι δύο εκδοχές έχουν προφανή σχέση με τις σύγχρονες νεοελληνικές λέξεις για το δέντρο και το φρούτο. Αχράς αχράδος = αχλαδιά αχλάδι. Απιος άπιον > απιδιά, υποκ. Απίδι.

Στον πατέρα της βοτανικής, Θεόφραστο μαθαίνουμε ότι η καλλιέργεια της αχλαδιάς όπως και άλλων οπωροφόρων δέντρων ήταν ήδη αρκετά εξελιγμένη και τον 4ο πΧ αιώνα. Όλα σχεδόν τα μυστικά της καλλιέργειας που μας βοηθούν σήμερα να συνδράμουμε τη φύση ώστε να τελειοποιηθεί το αχλάδι, εκτός από τα παρασιτοκτόνα και την διασταυρούμενη επικονίαση ήταν γνωστά και στην εποχή του Θεόφραστου.


Ο Πλίνιος περιγράφει πως το άγριο αχλάδι ωριμάζει πολύ αργά. Κομμένο σε φέτες και αποξήραμένο στον αέρα σταματά τη διάρροια. Αφέψημα που γίνεται με τους αποξηραμένους καρπούς και τα φύλλα θεωρείται αντισπασμωδικό και κατά της δυσμηνόρροιας. Ακόμα λέει πως η στάχτη από το ξύλο της αχλαδιάς είναι αποτελεσματικό αντίδοτο σε δηλητηριάσεις από μανιτάρια.


Ακόμα και σήμερα σε μερικά χωριά της
Κρήτης πολτοποιούν τους στυφούς καρπούς και φτιάχνουν μίγμα που το χρησιμοποιούν κατά των εντερικών διαταραχών και της διάρροιας.


Στα Κύθηρα όπως και σε όλη τη Μεσόγειο οι πυκνοί κόρυμβοι από λευκά άνθη της αχλάδας δοξάζουν την άνοιξη και είναι πραγματική απόλαυση για τα μάτια.