Αναγνώστες

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Βραχοσαλάτα, Σαλάτα του Γυαλού και Σταμναγκάθι

Chichorium spinosum L.


Compositae/Asteraceae




Πυκνός, αγκαθωτός χαμόθαμνος που φτάνει σε ύψος 20-25 πόντους. Εξαπλωμένος σε όλες τις ακτές της Μεσογείου από τη Μάλτα έως την Κύπρο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τα φύλλα του λεία, σαρκώδη και οδοντωτά βγαίνουν κοντά στη βάση του φυτού ενώ τα εξωτερικά κλαδάκια έχουν αγκαθωτή απόληξη. Ανθίζει από τέλη Μαίου έως Σεπτέμβριο. Τα μωβ άνθη στις μασχάλες των βλαστών μοιάζουν με αυτά του κοινού ραδικιού (cichorium intybus)


Οι τρυφεροί βλαστοί τρώγονται σαν ωμή σαλάτα ή βρασμένοι. Γίνονται επίσης τουρσί. Θεωρούνται νόστιμη λιχουδιά ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου το φυτό σε άγρια κατάσταση είναι πολύ διαδεδομένο. Βέβαια η υψηλή ζήτηση και η καταστροφή των θάμνων από αλόγιστη συλλογή οδήγησε στην ανάγκη καλλιέργειας του φυτού με την αναμενόμενη υποβάθμιση της γεύσης και της διατροφικής του αξίας.

Στα Κύθηρα πριν την επικράτηση του τουριστικού πνεύματος το λέγαμε βραχοσαλάτα ή σαλάτα του γυαλού. Το κρητικό όνομα σταμναγκάθι οφείλεται στην συνήθεια των παλιών Κρητικών να βουλώνουν με το φυτό το στόμιο της στάμνας για να προστατεύσουν το νερό μέσα σ'αυτήν.

Οι παλιοί Τσιριγώτες το συνέλεγαν συνετά, προσέχοντας να μην καταστρέψουν τη ρίζα του θάμνου έτσι ώστε να το έχουν για πολλά χρόνια. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ξεριζώνεται ολόκληρος το θάμνος με αποτέλεσμα οι αριθμοί του να έχουν μειωθεί δραματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά του νησιού όπου το πρόλαβα σε μεγάλη αφθονία γύρω στο 2000. Πρόσφατα επικράτησε και στα Κύθηρα το όνομα σταμναγκάθι για λόγους ευκολίας αναγνώρισης, κυρίως από τους επισκέπτες του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα ενώ για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση της τουριστικής περιόδου γίνεται εισαγωγή όπως και στα υπόλοιπα λαχανικά.


Ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί τη λέξη μυάκανθος για το φυτό (Περί Φυτών Ιστ. Vi 5,1) ενώ με το όνομα κιχώριο αναφέρεται στο cichorium intybus, το κοινό αγριοράδικο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό επίθετο spinosus-a-um = αγκαθωτός.




Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Λύθρο το βουρλόμορφο

Lythrum junceum Banks & Sol. 1794


Syn. Lythrum graefferi Ten.
        Lythrum meonanthum Steud.

Lythraceae



Πολυετές φυτό αυτοφυές σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία. Αγαπά τα υγρά μέρη και το συναντάμε αρχές καλοκαιριού σε χαντάκια, ρεματιές, άκρες των δρόμων, όπου υπάρχει υγρασία. Τα λεπτεπίλεπτα ροζ λουλούδια του αναπτύσσονται κατά μήκος όρθιων βλαστών από το Μάιο έως τον Ιούλιο.
Στο γένος lythrum ανήκουν περίπου 38 υδρόφιλα είδη με εξάπλωση σε όλη την εύκρατη ζώνη.
Στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική,  είδη του γένους όπως το lythrum salicaria και το lythrum hyssopifolia χρησιμοποιήθηκαν κατά των αιμορροΐδων και των εσωτερικών αιμορραγιών κατά της δυσεντερίας και εξωτερικά σαν επουλωτικά πληγών. Είναι πιθανό σε κάποιο από αυτά τα είδη να αναφέρεται ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης όταν περιγράφει το φυτό λυσιμάχειο ή λύτρο.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λύθρον = λερωμένο αίμα, πιθανή αναφορά στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών του γένους. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό junceus -a -um = αυτός που μοιάζει με βούρλο.


Στα Κύθηρα το συναντάμε σε χαντάκια, ρεματιές και γενικά σε υγρά μέρη σε όλο το νησί. 



Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Η χρυσή παπαρούνα του γυαλού

Glaucium flavum Grantz 1763


Syn. Glaucium luteum Scop.
Chelidonium glaucium L.
Chelidonium fulvum Poir.

Papaveraceae

Γλαύκιο το χρυσοκίτρινο






Πολυετές φυτό, ανθεκτικό στην ξηρασία και την αλμύρα. Φυτρώνει πάντα σε παραθαλάσσιες τοποθεσίες σε όλη τη Δυτική Ευρώπη και τη Βρετανία, στη Μεσόγειο και τη Δυτική Ασία. Αγαπά τα ηλιόλουστα μέρη και ανθίζει από Μάιο έως Αύγουστο.

Το λάδι από τους σπόρους του χρησιμοποιήθηκε στην σαπωνοποιία και σαν καύσιμο του παραδοσιακού λύχνου καθώς καίγεται χωρίς να βγάζει πολύ καπνό.

Στην παραδοσιακή ιατρική θεωρείται ότι προκαλεί αύξηση έκκρισης χολής και έτσι χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση προβλημάτων της χοληδόχου κύστεως και του ήπατος. Θεωρείται επίσης ότι θεραπεύει τους σπασμούς των βρόγχων και του εντέρου. Στην Αλγερία χρησιμοποιείται παραδοσιακά εκχύλισμα του φυτού για τη θεραπεία κρεατοελιών.

Ήδη από την αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε σαν ισχυρό φάρμακο κατά των παθήσεων του ήπατος και των εντέρων. Στον Διοσκουρίδη αναφέρεται ως μήκων κερατίτις (4.65):

......δύναμιν δε έχει η μεν ρίζα εψηθείσα άχρι ημίσους εν ύδατι και ποθείσα ισχιάδας και ηπατικάς διαθέσεις θεραπεύειν και τους παχέα ή αραχνιώδη ουρούντας ωφελείν το δε σπέρμα πλήθος οξυβάφου ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν επιεικώς καθαίρει. Τα δε φύλλα και τα άνθη εσχάρας περιρρήττει κατα πλασθέντα συν ελαίω, εγχρισθέντα δε τα επί κτηνών άργεμα και νεφέλια αποκαθαίρει.



Σύγχρονη επιστημονική έρευνα δείχνει σημαντική αντικαρκινική δράση εκχυλίσματος της ρίζας του φυτού που είναι πλούσια σε ισχυρά αλκαλοειδή. (Laboratory of Plant Biotechnology end Ethnobotany, Algeria, Bournine L, Bensalem S et al., 2013)

Παρόλο που έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στην παραδοσιακή ιατρική η τοξικότητα του φυτού είναι υψηλή και επομένως δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται χωρίς εξειδικευμένη γνώση. Είναι εξαιρετικά ερεθιστικό για τα μάτια και μπορεί να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα με απλή επαφή. Ο γαλακτώδης χυμός του μπορεί να προκαλέσει από απλό ερεθισμό του δέρματος έως οξεία δερματίτιδα.
Η γλαυκίνη, αλκαλοειδές που περιέχεται στο φυτό έχει ψυχοτρόπο δράση παρόμοια με αυτή των οπιωδών προκαλώντας σε κάποιους ένα αίσθημα ευφορίας και ηρεμίας.


Το όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό γλαυκός= γκριζόλευκος, λαμπερός, κυανόφαιος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό flavus-a-um = κίτρινο, χρυσοκίτρινο


Κυριακή, 19 Ιουλίου 2015

Φρανκένια η δασύτριχη

Frankenia hirsuta L.


Syn. Frankenia laevis var. hirsuta
        Franca thymifolia Vis.

Frankenianceae




Πολυετές χαμαίφυτο που αγαπά τις αμμώδεις ή βραχώδεις παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Η φρανκένια η δασύτριχη απαντάται σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη έως την Ινδία και τη Νότια Αφρική.


Ριζώνει στις αβαθείς λακουβίτσες των γεμάτων αλμύρα βράχων. Οι τριχωτοί βλαστοί έρπουν στους βράχους απολαμβάνοντας τον ανοιξιάτικο ήλιο και καθώς η μέρα μεγαλώνει στις αρχές του καλοκαιριού ανθίζουν προσφέροντας φωτεινή ομορφιά στο αφυδατωμένο τοπίο.





Το γένος frankenia εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο με πάνω από 80 διαφορετικά είδη, και ο Λινναίος το ονόμασε έτσι, προς τιμήν του Johann Franke (1590-1661) καθηγητή ανατομίας και βοτανικής στην Ουψάλα, που πρώτος μελέτησε τα φυτά της Σουηδίας. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό hirsutus-a-um = δασύτριχος, τραχύς.


Στα Κύθηρα τη βρήκα στα ανατολικά του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω είναι η πρώτη καταγραφή του συγκεκριμένου είδους, για το νησί των Κυθήρων, ενώ αναφέρεται στα Αντικύθηρα και στις γύρω βραχονησίδες (Τζανουδάκης, Ιατρού, Πανίτσα 2004)

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Ο σπάνιος στάχυς του Σπραιτζενχόφερ

Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp. spreitzenhoferi


Lamiaceae




Πολυετές χαμαίφυτο με πυκνό φύλλωμα που σχηματίζει όμορφες ημισφαιρικές τούφες πάνω στους κάθετους βράχους που αναπτύσσεται. 
Προτιμά τις σχισμές ορθογκρεμών ασβεστολιθικής σύστασης κυρίως σε χαμηλά υψόμετρα. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο. 


Οι ταξιανθίες με τα μικροσκοπικά λευκά άνθη σε ομάδες των 4-6 αναπτύσσονται σαν στάχυ όπως και σε πολλά άλλα είδη του γένους εξ ου και το λατινικό όνομα του. Τα πέταλα είναι λευκά με ροζ στίγματα στο άνω και στο κάτω χείλος. Χαρακτηρίζεται σπάνιο αλλά δεν έχει οριστεί καθεστώς προστασίας καθώς δεν φαίνεται να απειλείται ιδιαίτερα κυρίως λόγω του δυσπρόσιτου του ενδιαιτήματός του.


Στο υποείδος virella (Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp.virella D.Perss. που εμφανίζεται μόνο στο κάστρο της Μονεμβασιάς, το άνω χείλος είναι εντελώς λευκό,και τα φύλλα πιο πράσινα. Παρόμοια φυτά (με εντελώς λευκό άνω χείλος) βρήκα σε όλες τις ανατολικές ακτές του νησιού.



Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους δόθηκε από τον Γερμανό βοτανολόγο Theodor Henrich Herrmann von Heldreich, (1822-1902) προς τιμήν του αυστριακού G.C. Spreitzenhofer (1835-1883) που μελέτησε τη χλωρίδα των Ιονίων Νήσων στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο ίδιος επισκέφτηκε τα Κύθηρα και συνέλεξε δείγματα φυτών τον Ιούνιο του 1880.(Α. Γιαννίτσαρος, 2004)

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Η Ευφυής και Επικίνδυνη Αριστολοχία

Αριστολοχία η αειθαλής


Aristolochia sempervirens L.

Syn. Aristolochia undata Moench
Aristolochia altissima Desf.
Aristolichia sempervirens subsp. αltissima (Desf.)Greuter

Aristolochiaceae



Πολυετές, αναρριχώμενο φυτό αρκετά κοινό στην Ανατολική Μεσόγειο ιδιαίτερα στη Νότιο Ιταλία και Νότιο Ελλάδα. Αγαπά τα σκιερά, υγρά μέρη και αναρριχάται έως και 6 μ ψηλά. Στη Μάνη το λένε λαγηνάκι, στη Μακεδονία φλομονόχορτο ενώ καταγράφονται και τα κοινά ονόματα αμπεδοκλαδόριζα, στιβάλια του λαγού, μπεκρολαδόχερο κ.α.

Στο γένος aristolochia ανήκουν περίπου 500 είδη εξαπλωμένα σε όλο τον κόσμο, πολλά από αυτά με εντυπωσιακά εξωτικά άνθη πχ ( aristolochia elegans)

Η ευφυΐα της Αριστολοχίας φαίνεται στο μηχανισμό επικονίασης που έχει αναπτύξει. Τα άνθη του με το σωληνοειδές σχήμα λέγονται εντομόφιλα και είναι γεμάτα μικρά λευκά τριχίδια με φορά προς το εσωτερικό του περιανθίου. Στο κατώτατο μέρος της καμπύλης τα τριχίδια γίνονται αρκετά μακριά και έτσι επιτρέπουν την είσοδο σε μικροσκοπικά έντομα και μύγες που προσελκύονται από την οσμή κρέατος που αναδίδει το άνθος.


Επιπλέον στο σφαιρικό ασκό στη βάση, όπου βρίσκονται τα όργανα επικονίασης, το τοίχωμα γίνεται λεπτότερο και έτσι φωτεινότερο δίνοντας την ψεύτικη εντύπωση στο ανυποψίαστο έντομο, ότι εκεί υπάρχει έξοδος.(Cammerloher, 1923). Όταν πια το έντομο αντιληφθεί την παγίδα είναι αργά. Τα τριχίδια που επέτρεψαν την είσοδο του έχουν ήδη σκληρύνει αρκετά και είναι σχεδόν αδύνατο να ξαναβγεί. Λούζεται με κόκκους γύρης στην προσπάθεια του να ελευθερωθεί και μόλις συμβεί αυτό περίπου 24-48 ώρες αργότερα τα τριχίδια μαραίνονται επιτρέποντας στο έντομο να βγει. Έτσι με αριστοτεχνικό τρόπο το φυτό αναγκάζει το έντομο να μεταφέρει την πολύτιμη γύρη του σε άλλο άνθος και να επιτευχθεί η σταυρωτή επικονίαση που είναι απαραίτητη για τη διαιώνισή του.

Το όνομα του γένους προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις άριστος +λοχεία, αφού ήδη από την αρχαιότητα Αιγύπτιοι, Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν φυτά του γένους σαν υποβοηθητικά του τοκετού. Συγκεκριμένα αναφέρεται στο Θεόφραστο ίσως για το είδος aristolochia rotunda L. (Κατά τον Δ. Καββαδά η αριστολοχία του Θεοφράστου, αναφέρεται στο είδος aristolochia sempervirens κατά άλλους στο είδος aristolochia clematitis L.)

χρησίμη δὲ πρὸς πολλά˙ καὶ  aρίστη πρὸς κεφαλήν,  aγαθὴ δὲ καὶ πρὸς τὰ
ἄλλα ἕλκη, καὶ πρὸς τὰ ἑρπετὰ καὶ πρὸς ὕπνον καὶ πρὸς ὑστέραν. Τὰ μὲν
οὖν προσάγειν κελεύουσιν ἐν ὕδατι  aναδεύσαντα καὶ καταπλάττοντα,
τὰ δὲ ἄλλα εἰς μέλι ἐνξύσαντα καὶ ἔλαιον˙ πρὸς δὲ τὰ τῶν ἑρπετῶν ἐν
οἴνῳ ὀξίνῃ πίνειν καὶ ἐπὶ τὸ δῆγμα ἐπιπλάττειν˙ εἰς ὕπνον δὲ ἐν οἴνῳ
μέλανι αὐστηρῷ κνίσαντα˙ ἐὰν δὲ αἱ μῆτραι προπέσωσι, τῷ ὕδατι
aποκλύζειν.



Στην παραδοσιακή κινεζική και ινδική θεραπευτική, είδη του γένους χρησιμοποιούνται ευρύτατα για πλήθος παθήσεων.


Οι απόψεις διίστανται καθώς σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι κάποια δραστικά συστατικά των φυτών του γένους aristolochia, ιδίως το αριστολοχικό οξύ, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές μεταλλάξεις στο ανθρώπινο γονιδίωμα, καρκινογενέσεις και νεφροπάθειες. (Schmeiser et al., 1990)




Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ψωραλέα η ασφάλτοσμος

Bituminaria bituminosa (L.) C.H. Stirt.


Fabaceae/Leguminosae

Syn. Psoralea bituminosa L.


Ασφάλτιο το ασφάλτοσμο 




Πολυετές φυτό εξαπλωμένο σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου ως τον Μάιο. Φαίνεται ένα ασήμαντο έως ενοχλητικό ζιζάνιο καθώς οι πολλές διακλαδώσεις των βλαστών του του δίνουν μεγάλο όγκο. Γεμίζει τις άκρες των δρόμων και καλλιεργημένα ή ακαλλιέργητα χωράφια στις αρχές τις άνοιξης. Τα φύλλα και οι βλαστοί αναδίδουν έντονη οσμή πίσσας εξ ου και το λατινικό όνομα και επίθετο, bituminosus -a um = αυτός που έχει οσμή πίσσας
Κάποια υποείδη θεωρούνται σπουδαία ζωοτροφή.

Κατά τον Διοσκουρίδη (Μ.Μ ΙΙΙ,109) οι σπόροι, τα φύλλα και η ρίζα του φυτού Τρίφυλλον, το οποίο αναφέρεται στην ψωραλέα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία παθήσεων του ουροποιητικού, της επιληψίας, της υδρωπικίας στα αρχικά στάδια, σαν κατάπλασμα απαλύνει τον πόνο από δαγκώματα φιδιών και γενικά είναι καλό αντίδοτο στα περισσότερα δηλητήρια:

τρίφυλλον· οἱ δὲ ὀξύφυλλον καλοῦσι [οἱ δὲ μινυανθές, οἱ δὲ ἀσφάλτιον, οἱ δὲ κνήκιον, Ῥωμαῖοι τριφόλιουμ ἀκούτουμ, οἱ δὲ τριφόλιουμ ὀδοράτουμ]. θάμνος ἐστὶ πήχεως ἢ μείζων, ῥάβδους ἔχων λεπτάς, μελαίνας, σχοινώδεις, παραφυάδας <πολλὰς> ἐχούσας, ἐφ᾽ ὧν φύλλα ὅμοια λωτῷ τῷ δένδρῳ, τρία καθ᾽ ἑκάστην βλάστησιν· ὀσμὴ δὲ αὐτῶν ἄρτι μὲν φυομένων πηγάνου, αὐξηθέντων δὲ ἀσφάλτου· ἄνθος δὲ ἀνίησι πορφυροῦν, σπέρμα δὲ ὑπόπλατυ, ὑπόδασυ, ἐκ τοῦ ἑτέρου πέρατος ὥσπερ κεραίαν ἔχον· ῥίζα λεπτή, μακρά, στερεά. {2} βοηθεῖ δὲ τὸ σπέρμα καὶ τὰ φύλλα πινόμενα ἐν ὕδατι πλευριτικοῖς, δυσουροῦσιν, ἐπιλημπτικοῖς, ἀρχομένοις ὑδρωπιᾶν, ὑστερικαῖς· ἄγει δὲ καὶ καταμήνια. δεῖ δὲ διδόναι τοῦ μὲν σπέρματος δραχμὰς τρεῖς, τῶν δὲ φύλλων δραχμὰς τέσσαρας· ἀρήγει δὲ καὶ θηριοδήκτοις σὺν ὀξυμέλιτι τὰ φύλλα πινόμενα. ἱστόρησαν δέ τινες ὅτι ὅλου τοῦ θάμνου καὶ τῆς ῥίζης τὸ ἀφέψημα καὶ τῶν φύλλων καταντλούμενον ἐπὶ τῶν ἑρπετοδήκτων παραιτεῖται τοὺς πόνους. ἐὰν δὲ θεραπευθείς τις τῷ ὕδατι [ἐὰν] ἕτερον ἕλκος ἔχων καταντληθῇ, τὰ αὐτὰ πάσχει τοῖς δηχθεῖσι. ποτίζουσι δέ τινες ἐπὶ μὲν τριταίου τρία φύλλα ἢ τρία σπερμάτια ἐν οἴνῳ, ἐπὶ δὲ τεταρταίου τέσσαρα, ὡς λύοντα τὰς περιόδους· μείγνυται δὲ αὐτῆς ἡ ῥίζα καὶ ἀντιδότοις.”



Η παραδοσιακή λαϊκή θεραπευτική στα Βαλκάνια χρησιμοποιεί την ψωραλέα για θεραπεία δερματικών ασθενειών καθώς και ενίσχυση του τριχωτού της κεφαλής, ενώ στη Μάλτα υπάρχει καταγραφή χρήσης της για θεραπεία των ρευματικών πόνων. Υπάρχει ομοιοπαθητικό φάρμακο που φτιάχνεται από το φυτό με τη συντομογραφία psoral.




Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει σε ένα βαθμό την παράδοση. Εκχύλισμα όλων των μερών του φυτού παρουσιάζεται πλούσιο σε δραστικά συστατικά που έχουν σημαντικές αντιβακτηριδιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. (Azzouzi S, et al. 2014). Πειράματα σε κουνέλια δείχνουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα στη θεραπεία δερματικών παθήσεων και συγκεκριμένα της λεύκης.(Kurian-Sankar 2007)


Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Ηλιάνθεμο το συριακό

Helianthemum syriacum (Jacq.) Dum. Cours. 1802

Cistaceae

Cistus lavandulifolius Lam.
Cistus syriacus Jacq.
Cistus thivaudii (Pers.) Poir.

































Πολυετές χαμαίφυτο που εξαπλώνεται σε όλη τη μεσογειακή λεκάνη από την Αλγερία έως την Ιορδανία. Προτιμά τα βραχώδη, ξηρά και ηλιόλουστα εδάφη σε παραθαλάσσιες περιοχές και χαμηλά ως μεσαία υψόμετρα. Αναπτύσσει βλαστούς με μικρά λογχοειδή φύλλα πάνω σε ξυλώδη κορμό από τα τέλη Απριλίου ενώ η ανθοφορία του μπορεί να κρατήσει μέχρι τον Ιούλιο σε ψυχρότερες περιοχές και μεγαλύτερα υψόμετρα. Παρ όλη την ευρεία εξάπλωση του είδους στη Μεσόγειο, θεωρείται σχετικά σπάνιο και στη Γαλλία έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο είδος.






























Στο γένος Helianthemum ανήκουν περίπου 100 είδη, μερικά από τα οποία θεωρούνται σημαντικά φαρμακευτικά φυτά ενώ άλλα καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά καθώς ποικίλες διασταυρώσεις δίνουν εντυπωσιακά άθνη. 
Στα Κύθηρα το βρήκα στα ανατολικά του νησιού.


Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Στάχυς ο κρητικός

Stachys cretica L.

Syn. Stachys italica Mill. , Stachys germanica var.italica (Mill.) Briq.

Lamiaceae






 Το γένος stachys, ένα από τα πολυπληθέστερα της οικογένειας των χειλανθών 
(Labiateae/Lamiaceae) συμπεριλαμβάνει πάνω από 300 είδη με εξάπλωση σε όλο τον κόσμο, εκτός Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στις ζεστές εύκρατες ζώνες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Νοτιοδυτική Ασία, ενώ δευτερευόντως αναπτύσσονται στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στη Νότια Αφρική. Αγαπούν τις πετρώδεις τοποθεσίες κυρίως ασβεστολιθικής σύστασης.

Στο συγκεκριμένο είδος ανήκουν αρκετά υποείδη που εμφανίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και έως τον Εύξεινο Πόντο. Κοινές ονομασίες σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες δείχνουν την εκτίμηση που τρέφει η λαϊκή θεραπευτική για πολλά από τα είδη του γένους.
Για παράδειγμα woundwort, λαικό όνομα του stachys στα Αγγλικά, αφού διάφορα είδη χρησιμοποιήθηκαν για την θεραπεία τραυμάτων και πληγών ιδιαίτερα στη μεσαιωνική Βρετανία.


Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει τις φαρμακευτικές ιδιότητες των πολυχρησιμοποιημένων από την παραδοσιακή ιατρική φυτών. Το αιθέριο έλαιο που προέρχεται από τα αέρια μέρη αρκετών ειδών stachys, βρέθηκε να περιέχει δραστικά συστατικά με έντονη αντιβακτηριδιακή, αντιμικροβιακή και μυκητοκτόνο δράση. (Ozturk M, Duru et al. 2009, Skaltsa HD et al. 2003)


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη στάχυς ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο φανερώνει την γεωγραφική προέλευση του είδους που έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη.
Στα Κύθηρα ανθίζει από μέσα Μαϊου έως τον Ιούνιο κυρίως στο κέντρο του νησιού.  



Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Tetragonolobus purpureus Meonch


Syn. Tetragonolobus palaestinus Boiss.&Blanche
Lotus tetragonolobus L.

Fabaceae / Leguminosae



Μονοετές φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο,Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Έχει εξαπλωθεί σαν επιγενές στην Κίνα, Αυστραλία και Βόρεια Ευρώπη. Αγαπά τις ηλιόλουστες τοποθεσίες , φυτρώνει σε καλλιεργημένους ή χέρσους αγρούς και στις άκρες των δρόμων. Καλλιεργείται σαν κτηνοτροφικό φυτό. Θεωρείται ότι αποκαθιστά τα ποσοστά αζώτου στο έδαφος.

Οι σπόροι του ψημένοι χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατο του καφέ. Οι τρυφεροί λωβοί τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι σε σαλάτες, σούπες και λαδερά. Η γεύση τους θυμίζει σπαράγγι εξ ου και μια από τις κοινές ονομασίες στα Αγγλικά:asparagus pea.
Τα φύλλα του έχουν στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Στην Κρήτη το λένε άσπαγο ή σανταλίδα ενώ η κοινή ονομασία μάνταλο είναι γνωστή και στα Κύθηρα ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού.


Υπέροχο χαρακτικό του Ferdinand Bauer (1760-1826) για την προέκδοση της Flora Greacae
όπου φαίνονται άνθη και λωβοί. 
Tο επιστημονικό όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη τετράγωνο + λωβός αναφορά στο χαρακτηριστικό σχήμα των λοβών του. Το επίθετο του απο το λατινικό purpureus – a -um = πορφυρός  

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Ελικοφόρο καπνόχορτο

Fumaria capreolata L.  1753



Fumariaceae /Papaveraceae


Μονοετές αναρριχώμενο φυτό, αυτοφυές στην Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική και επιγενές στη Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αμερική και Νότια Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο καθώς απειλεί τη χαμηλή βλάστηση σε περιοχές που εξαπλώνεται.

Ανθίζει νωρίς την άνοιξη και έως τα μέσα Ιουνίου. Μπορεί να φτάσει έως ένα μέτρο ύψος. Μερικές φορές, τα λευκά άνθη με την βαθυκόκκινη άκρη γίνονται ρόζ μετά την επικονίαση.


Φυτά του γένους, ιδιαίτερα η φουμάρια η φαρμακευτική ( fumaria officinalis) εκτιμήθηκε πολύ από τους Ρωμαϊκούς χρόνους για τις τονωτικές και αιμοκαθαρτικές ιδιότητες της. Είναι ιδιαιτέρως ευεργετική σε ηπατικές παθησεις και σε δερματικά προβλήματα όπως στο έκζεμα. Το βότανο έχει αντισπασμωδική, χολαγωγική και ήπια διουρητική δράση. Οφθαλμόλουτρα με έγχυμα από τα φύλλα θεραπεύουν την επιφεφυκίτιδα. Χρειάζεται, όπως για όλα τα βότανα, ιδιαίτερη προσοχή καθώς μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει καταστολή και έντονη υπνηλία.
Το όνομα προέρχεται από παλαιότερη (18ος αιώνας) ονομασία του φυτού, fumus= καπνός terrae = της γης, πιθανή αναφορά στην μυρωδιά καπνού που έχουν οι ρίζες. Αλλος πιθανός λόγος για την ονομασία είναι ότι γκριζοπράσινα φύλλα κάποιων ειδών του γένους δίνουν την εντύπωση καπνού που βγαίνει από τη γη.Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό capreolatus -a - um = αναρριχώμενos, ελικοφόρος



Κοινά ονόματα : καπνιά, καπνόχορτο, καπνίτης , στάχτερη, χιονίστρα

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Χοιράδια η ετερόφυλλη : Γοητεία χωρίς όνομα

Scrophularia heterophylla Willd

Scrophularia heterophylla subsp.laciniata Waldst.&Kit.

Syn. Scrophularia caesia Sibth. & Smith



Scrophulariaceae


Σχετικά σπάνιο χασμόφυτο, που συναντάται σε ασβεστολιθικά πετρώματα στις σχισμές των βράχων σε γκρεμούς ακόμα και στις χαραμάδες πέτρινων τοίχων σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. 
Το γένος scrophularia περιλαμβάνει περίπου 200 είδη που εξαπλώνονται στο Βόρειο Ημισφαίριο ενώ στη Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική τα αυτοφυή είδη είναι πολύ λιγότερα.
Το είδος με μεγαλύτερη εξάπλωση στα Κύθηρα, είναι η scrofularia heterophylla. Τη συνάντησα σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες κυρίως κοντά στη θάλασσα σε σχισμές βράχων και ορθογκρεμούς στα βόρεια, ανατολικά και νότια του νησιού. Η αναφορά που υπάρχει σε scrophularia peregrina στο Κάστρο της Χώρας είναι προφανώς εσφαλμένη.


Scrophularia peregrina. Αγ. Μάμας Κύθηρα

Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική η Scrophularia ningpoensis χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία αρκετών ασθενειών όπως αρθρίτιδα, ρευματισμοί, πονόλαιμοι, φλεγμονές κ.α.
Ένα άλλο είδος , η scrophulalria nodosa χρησιμοποιείται στην λαϊκή θεραπευτική σε Ευρώπη και Αμερική σαν διουρητικό, καθαρτικό, διεγερτικό της καρδιάς και τονωτικό του οργανισμού, κατά των χοιράδων και γενικά κατά δερματικών παθήσεων όπου υπάρχει ερεθισμός και κνησμός. Είναι επίσης ένα ισχυρό ομοιοπαθητικό φάρμακο.
Στην Κρήτη το είδος scrophularia peregrina, ονομάζεται βρωμόχορτο ή βρωμοζάκι και έχει ανάλογες χρήσεις. Συνιστάται προσοχή στη χρήση του καθώς ενδέχεται να έχει και τοξική δράση. Το ίδιο είδος υπάρχει στα Κύθηρα σε περιορισμένους πληθυσμούς σε μέρη με μεγάλη υγρασία.




Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι φυτά του γένους περιέχουν συστατικά με ισχυρή παυσίπονη δράση που συγκρίνεται με αυτήν της κορτιζόνης, χωρίς τις  παρενέργειες, ενώ καταδεικνύονται πλήθος άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων. (Biologically Active Substances from the Genus Scrophularia, Galindez, Lanza & Matellano, 2002)

Το όνομα του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη scrofula = χοιράδωση (είδος φυματίωσης), για την οποία φυτά του γένους χρησιμοποιήθηκαν σαν θεραπεία. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από τις ελληνικές λέξεις έτερος + φύλλο πιθανή αναφορά στην ανομοιογένεια του σχήματος των φύλλων. Το κοινό όνομα στην Κρήτη, βρωμόχορτο, οφείλεται στην κάπως δυσάρεστη μυρωδιά των φύλλων του φυτού. 


Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Λειόκαρπος ο εύθραυστος

Leocarpus fragilis ( Dickson) Rostafinsky, 1875

Syn. Leocarpus vernicosus Link, 1809

Physaraceae


Μυξομύκητας, που αρχικά, (όπως και όλοι οι παρόμοιοι μικροοργανισμοί) είχε ταξινομηθεί από τον J.H. Link (19ος αιώνας), σα μήκυτας. Αναπτύσσεται σε νεκρά ή ζωντανά φύλλα, σε κλαδάκια και πεσμένους κορμούς δέντρων, κυρίως μετά από βροχή, οπότε τα επίπεδα υγρασίας είναι υψηλά.


Στο πρώτο στάδιο της ζωής του, το πλασμόδιο, είναι ένα μεγάλο μοναδικό κύτταρο με πολλούς πυρήνες. Κινείται αχόρταγο με καταπληκτική ταχύτητα ... 2,5 εκ την ώρα!!, σε αναζήτηση τροφής. Το πλασμόδιο περικυκλώνει τη λεία του, που μπορεί να είναι βακτήρια, μήκυτες ή οργανικά απόβλητα και εκκρίνει ένζυμα για να την αφομοιώσει. Στη συνέχεια παράγει ένα δίκτυο πρωτοπλασμικών “φλεβών” όπου διακινούνται τα θρεπτικά συστατικά.



 Όταν το πλασμόδιο εξαντλήσει τη διαθέσιμη τροφή μεταμορφώνεται σε εξειδικευμένα καρποσώματα, τα σποράγγια, όπου σχηματίζονται τα σπόρια που μοιάζουν με σκόνη. Τα καρποσώματα τελικά διαρρηγνύονται, απελευθερώνοντας τα σπόρια στο περιβάλλον. Αυτά μπορεί να παραμείνουν σε νάρκη στο έδαφος για χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, οπότε ενεργοποιούνται και καθένα απελευθερώνει ένα μικρό κύτταρο με δυνατότητα κίνησης.






Δύο τέτοια κύτταρα ενώνονται και ωριμάζουν σε ένα νέο πλασμόδιο αρχίζοντας τον καινούργιο κύκλο ζωής. Η ανάπτυξή του είναι εξαιρετικά γρήγορη και ενώ στις πρώτες φάσεις της ζωής του το λαμπερό κιτρινοπορτοκαλί χρώμα του λάμπει, καθώς ο οργανισμός γερνά, γίνεται καφετί και έτσι δύσκολα εντοπίσιμος ανάμεσα στα ξερά φύλλα.


Το όνομά του προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις λείος + καρπός ενώ κατά μια άλλη εκδοχή θα μπορούσε το πρώτο συνθετικό να αναφέρεται στο ουσιαστικό λέων. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό fragilis= εύθραυστος


Στα Κύθηρα δεν τον είχα ξαναδεί. Προφανώς λόγω των άφθονων βροχοπτώσεων οι συνθήκες ήταν κατάλληλες και τον συνάντησα αρκετά συχνά κυρίως στα δασύλλια κωνοφόρων.