Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μανιτάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μανιτάρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2025

Η Ηλιοστάλαχτη στα μονοπάτια με τα μανιτάρια


Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, ένα συναρπαστικό ταξίδι στον μαγικό κόσμο των μανιταριών. 





Με το παραμύθι "Η Ηλιοστάλαχτη στα μονοπάτια με τα μανιτάρια", θα ταξιδέψετε σε ένα συναρπαστικό σύμπαν όπου τα μανιτάρια δεν είναι απλώς τροφή, αλλά οι αφανείς ήρωες του πλανήτη! 🌍

🌱 Μάθετε για...
🍄 Τη ζωτική σημασία των μυκήτων για τη φύση
🌳 Τον κρυφό ρόλο τους στα οικοσυστήματα
📚 Πώς να τους αναγνωρίζετε και να τους εκτιμάτε

📢 Αποκτήστε το σήμερα και ανακαλύψτε την απίθανη σοφία της φύσης μέσα από ένα μαγευτικό παραμύθι! ✨ Παραγγελίες: camarela@otenet.gr




Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Το υγρόμετρο της φύσης

Astraeus hygrometricus (Pers.) Morgan 1889

Syn. Lycoperdon hygrometricum Pers. (το αρχικό όνομα που του δόθηκε από τον Persoon το 1801).
Geastrum hygrometricum (Pers.) Hook.
Astraeus asiaticus


Αστραίος ο υγρομετρικός

Diplocystaceae



Το Astraeus hygrometricus, είναι ένας μύκητας της οικογένειας Diplocystaceae. Αρχικά, το καρπόσωμα είναι σφαιρικό μοιάζοντας κάπως με το είδη του γένους Λυκόπερδο (Lycoperdon), αλλά καθώς ωριμάζει, το εξωτερικό του περίβλημα διασπάται ακτινωτά, σχηματίζοντας μια δομή που θυμίζει αστέρι. Οι ακτίνες αυτές έχουν  υγροσκοπική ιδιότητα και έτσι ανοίγουν σε συνθήκες υψηλής υγρασίας διευκολύνοντας τη διασπορά των σπορίων του και  κλείνουν όταν η ατμόσφαιρα  είναι ξηρή.


Ο μύκητας αυτός είναι εκτομυκορριζικός.

Οι εκτομυκορριζικοί μύκητες "τυλίγουν" τις ρίζες του φυτού με ένα πυκνό δίκτυο από υφές (μυκηλιακές ίνες) χωρίς να εισχωρούν μέσα στα κύτταρα των ριζών. Βοηθούν το φυτό να απορροφά νερό και θρεπτικά συστατικά (κυρίως άζωτο και φώσφορο) από το έδαφος. Σε αντάλλαγμα, το φυτό παρέχει στους μύκητες σάκχαρα και άλλα οργανικά μόρια που παράγει μέσω της φωτοσύνθεσης.

 Συναντάται σε εδάφη φτωχά σε θρεπτικά συστατικά, συχνά αμμώδη ή αργιλώδη, και ενώ αρχικά θεωρήθηκε ότι έχει  ευρεία, κοσμοπολίτικη, γεωγραφική κατανομή, νεώτερες έρευνες περιορίζουν την εξάπλωσή του σε περιοχές της Ευρώπης, κυρίως στο νότο από τη Γαλλία μέχρι την Τουρκία. Συγκεκριμένα, φυλογενετικές αναλύσεις  διαχώρισαν πληθυσμούς που προηγουμένως θεωρούνταν ως Astraeus hygrometricus σε ξεχωριστά είδη. Για παράδειγμα, πληθυσμοί στην Ασία και τη Βόρεια Αμερική έχουν πλέον ταξινομηθεί ως διαφορετικά είδη του γένους Astraeus.

Παρά την εξωτερική του ομοιότητα με τους μύκητες του γένους Geastrum, το A. hygrometricus διαφέρει γενετικά και μορφολογικά. Μικροσκοπικά, τα σπόριά του είναι σφαιρικά, με διάμετρο 7,5–11 μικρόμετρα,ν και φέρουν λεπτές ακίδες στην επιφάνειά τους. 

 Γενικά δεν θεωρείται  βρώσιμο λόγω της σκληρής υφής του, αλλά σε χώρες της Ασίας, όπως η Ινδία και η Ιαπωνία, καταναλώνεται για τη γεύση του και τις πιθανές φαρμακευτικές του ιδιότητες. Παραδοσιακά, έχει χρησιμοποιηθεί στην κινεζική ιατρική ως αιμοστατικό μέσο, ενώ πρόσφατες μελέτες υποδεικνύουν ότι περιέχει βιοδραστικές ενώσεις με αντιβακτηριακές, αντιφλεγμονώδεις και αντικαρκινικές ιδιότητες. Η κατανόηση του A. hygrometricus συμβάλλει στην ευρύτερη γνώση των μυκορριζικών σχέσεων και των δυνατοτήτων χρήσης των μανιταριών στη φαρμακευτική.


Στα Κύθηρα, το βρήκα σε διάφορες τοποθεσίες κυρίως στο κέντρο του νησιού σε βοσκότοπους και χορτολιβαδικές εκτάσεις.




Πηγές:

wikipedia.org/wiki/Astraeus_hygrometricus

(Biswas G, Nandi S, Kuila D, Acharya K. A Comprehensive Review on Food and Medicinal Prospects of Astraeus hygrometricus. Pharmacognosy Journal. 2017;9(6):799-

Awan, Yawar, Astraeus Hygrometricus and its Various Aspests (June 26, 2014). Available at SSRN: https://ssrn.com/abstract=2459395 or http://dx.doi.org/10.2139/ssrn.2459395


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Αγαρικό το ξανθόδερμο

Agaricus xanthodermus Genev.


Syn. Pratella xanthoderma(Genev.) Gillet,
Psalliota xanthoderma(Genev.) Richon &Roze



Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική. Αναπτύσσεται συνήθως κατά ομάδες σε εδάφη πλούσια σε νεκρή φυτική ύλη ή κοπριά, ξέφωτα ή χερσότοπους. 


Το καπέλο έχει διάμετρο 5 έως 12 εκ. και είναι θολωτό στα πρώτα στάδια και επίπεδο αργότερα, υπόλευκο με γκριζοκαφετί περιοχές και τελικά ανοικτό καφετί στην ωριμότητα. Στο άγγιγμα κιτρινίζει ιδιαίτερα στη βάση και στην περίμετρο του καπέλου και έχει έντονη μυρωδιά ιωδίου ή μελανιού. Τα ελάσματα είναι πυκνά, ελεύθερα, χρώματος αρχικά απαλού ροζ, ενώ στην ωριμότητα γίνονται σκούρο καφέ. Το πόδι, 1-2 εκ πλάτος και 8-10 εκατοστά ύψος, με βολβώδη βάση είναι συμπαγές αρχικά, κούφιο αργότερα, λείο, λευκό με γκριζωπές ίνες. 


Το είδος περιγράφηκε και ονομάστηκε από το Γάλλο βοτανολόγο Leon Gaston Genevier, το 1876. Το χαρακτηριστικό επίθετο προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ξανθός και δέρμα, αναφορά στην ιδιότητα του να κιτρινίζει έντονα στο άγγιγμα. 
                            


                       ΠΡΟΣΟΧΗ : ΤΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΞΙΚΟ 



Λόγω της ομοιότητας του με άλλα νόστιμα εδώδιμα είδη του γένους εχει γίνει αιτία πολλών γαστρεντερικών δηλητηριάσεων καθώς περιέχει τοξικά στοιχεία σε υψηλές συγκεντρώσεις. 
(Gill M., Strauch RJ. 1984) Η κατανάλωσή του προκαλεί στομαχικές κράμπες, ναυτία, εμετό εφίδρωση και διάρροια.


Στα Κύθηρα το βρήκα σε διάφορες τοποθεσίες σε πρινερά ή άκρες αγρών. Μεγάλη προσοχή καθώς εύκολα μπορεί να το μπερδέψει κανείς με τα εδώδιμα μαστραγγούρια (Αγαρικό το πεδινό). Έτσι κι αλλιώς η συλλογή μανιταριών για κατανάλωση δε θα πρέπει να ενθαρρύνεται καθώς οι πληθυσμοί τους στο νησί των Κυθήρων δεν είναι πολυάριθμοι και με δεδομένη την κλιματική αλλαγή και τις δασικές πυρκαγιές είναι πιθανό αρκετά είδη να βρίσκονται σε κίνδυνο εξαφάνισης αν και δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα σχετικά. 

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Μαρίες στα Κύθηρα

Macrolepiota phaeodisca Bellu

Μακρολεπιότα η φαιόδισκη


Agaricaceae



Αρκετά κοινό μανιτάρι της Νότιας Ευρώπης. Καρποφορεί σε ηλιόλουστα χορτολίβαδα ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες από τα τέλη Οκτωβρίου έως το Φεβρουάριο. Ανήκει στο γένος macrolepiota στο οποίο τυπικό είδος είναι η macrolepiota procera. Τα μανιτάρια του γένους θεωρούνται κατά κανόνα βρώσιμα και νόστιμα αν και συνιστάται προσοχή καθώς κάποια από αυτά μοιάζουν με άλλα είδη που είναι τοξικά. Το συγκεκριμένο είδος περιγράφηκε το 1984 από τον Ιταλό φυσιοδίφη Francisco Bellu, ο οποίος και έδωσε το αποδεκτό σήμερα επιστημονικό όνομα Macrolepiota phaeodisca. Σύγχρονη έρευνα το ταξινομεί σαν χρωματική παραλλαγή του είδους macrolepiota excoriata.

Στα Κύθηρα το βρήκα κυρίως στα βόρεια του νησιού σε αγρούς και λιόφυτα ανάμεσα σε χορτάρια και σπανιότερα σε φρυγανότοπους. Η λαϊκή ονομασία στο βόρειο μέρος του νησιού είναι “Μαρία” και θεωρείται ασφαλές και νόστιμο μανιτάρι.


ΠΡΟΣΟΧΗ! Μοιάζει με το είδος chlorophyllum rhacodes, που είναι όμως μεγαλύτερο με μακριά ανασηκωμένα “λέπια”, και προκαλεί γαστρεντερικά προβλήματα ενώ σε κάποιους οργανισμούς μπορεί να προκαλέσει και σοβαρότερες δηλητηριάσεις. Η σάρκα του chlorophyllum rhacodes γίνεται κόκκινη όταν κοπεί ενώ η σάρκα της “Μαρίας” παραμένει λευκή.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Ακόμα και τα θεωρούμενα ασφαλή και βρώσιμα μανιτάρια είναι δυνατόν να γίνουν επικίνδυνα αν αναπτυχθούν σε περιοχή με απορρίμματα, παλιά σίδερα κλπ. Ποτέ μη καταναλώνετε άγρια μανιτάρια αν δεν είστε απόλυτα βέβαιοι από που προέρχονται, και δεν έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στο μανιταροσυλλέκτη.

Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λεπίς – ιδος = λέπι, φολίδα και το επίθετο μακρός -α – ον αναφορά στα μακριά “λέπια” που έχει το καπέλο του καρποσώματος του μανιταριού. Το χαρακτηριστικό επίθετο από το φαιός και δίσκος για προφανείς λόγους.


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Gymnopus brassicolens

Gymnopus brassicolens (Romagn.) Antonin &Noordel.

Syn. Micromphale brassicolens (Romagn.)P.D.Orton
Syn. Marasmius brassicolens Romagn , Collybia brassicolens

Marasmiaceae




Αρκετά συνηθισμένο, μικρό σχετικά μανιτάρι (διάμετρος καπέλλου 15-40 mm) και χαρακτηριστική μυρωδιά σκόρδου ή πολυκαιρισμένου λάχανου. Η καρποφορία του αρχίζει από τις αρχές του φθινοπώρου έως τον Ιανουάριο στα νότια, σε δάση κωνοφόρων ή πλατύφυλλων. Στα Κύθηρα το βρήκα σε πυκνές συστάδες στα μικρά πευκοδάση του νησιού σε σαπισμένη φυτική ύλη κάτω από πρίνους (quercus coccifera).




Το γένος gymnopus περιλαμβάνει περίπου 300 είδη, μεταξύ των οποίων και το είδος gymnopus dryophilus το οποίο θεωρείται βρώσιμο αν και όχι ιδιαίτερης διατροφικής αξίας.



Πολλά από τα είδη που σήμερα θεωρείται ότι ανήκουν στο γένος είχαν αρχικά ταξινομηθεί σε άλλα γένη εξ ου και τα πολλά συνώνυμα.

Το όνομα του γένους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις γυμνός και πους-ποδός ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό brassica = λάχανο και την κατάληξη -olens = με οσμή.


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Ιππότες στο Δάσος

Τριχόλωμα το καστανόλευκο


Tricholoma albobrunneum (Pers.) P.Kumm. 1871*

Syn. Tricholoma striatum (Schaeff.)Sacc. ?


Tricholomataceae








Το γένος Τριχόλωμα περιλαμβάνει περί τα 60 είδη τα οποία αρχικά είχαν ταξινομηθεί στο γένος Agaricus από τον Σουηδό μυκητολόγο Elias Magnus Fries, όπως εξάλλου και τα περισσότερα μανιτάρια με ελάσματα. Το 1871 ο Γερμανός μυκητολόγος Paul Kummer ταξινόμησε αρκετά από αυτά τα είδη στο γένος Tricholoma το οποίο είχε ήδη περιγραφεί από τον Fries.
Το όνομα του γένους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις τρίχα και λώμα = στρίφωμα, υπονοώντας χνουδωτή περιφέρεια του καπέλλου που μάλλον είναι κάπως αταίριαστο καθώς ελάχιστα είδη του γένους έχουν τέτοιο χαρακτηριστικό.Το επίθετο του είδους από τα λατινικά albus-a-um=λευκός και brunneus-a-um=καστανόχρωμος






Πολλά είδη tricholoma είναι τοξικά και πρέπει να αποφεύγεται η συλλογή τους ενώ άλλα θεωρούνται εξαιρετικά νόστιμα, όπως το φημισμένο Tricholoma matsutake ασιατικής προέλευσης. Γίνεται έρευνα σχετικά με πιθανές αντιβιοτικές ή μυκητοκτόνες ιδιότητες των μανιταριών του γένους καθώς είναι γνωστό ότι κάποια είδη περιέχουν ουσίες που δρούν κατά των παθογόνων μικρομυκήτων που μπορεί να προσβάλλουν τον άνθρωπο. (Κελτεμλίδης, Τα φαρμακευτικά μανιτάρια και οι θεραπευτικές τους χρήσεις)




Το είδος που παρουσιάζω σήμερα, εμφανίζεται πολύ συχνά στα πευκοδάση του νησιού των Κυθήρων σε μικρές ομάδες πολλές φορές κάτω από παχύ στρώμα πευκοβελόνων.


'Οπως τα περισσότερα μανιτάρια συμβάλλει σημαντικά στην ισορροπημένη ζωή του δάσους. Δεν είναι κατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο αν και δεν θεωρείται επικίνδυνο από όλους τους ειδικούς.

Οι Κυθήριοι μανιταροσυλλέκτες, ιδιαίτερα οι παλαιότεροι, συμβουλεύουν να αποφεύγονται σχεδόν όλα τα μανιτάρια του δάσους. Όπως έχω αναφέρει και σε παλαιότερη ανάρτηση τα ονομάζουν ζουρλομανίταρα και δεν τα συλλέγουν για κανένα λόγο. 



Σε κάθε περίπτωση η συλλογή μανιταριών πρέπει να γίνεται με μέγιστη προσοχή καθώς ακόμα και βρώσιμα είδη μπορεί να γίνουν τοξικά για τον άνθρωπο εαν αναπτυχθούν σε μολυσμένη περιοχή.


*Ευχαριστώ την Lucie Zibarova για τη βοήθεια στην αναγνώριση.


Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Σαν από άλλο κόσμο....

Clathrus ruber P.Micheli ex Pers. (1801)

Κλείθρο το ερυθρό


Phallaceae


Το παράξενο αυτό μανιτάρι είναι αυτοφυές και αρκετά συνηθισμένο στη Νότια Ευρώπη από όπου έχει μεταφερθεί στη Βόρεια Ευρώπη και από εκεί στην Αμερικανική Ήπειρο. Αναπτύσσεται σε νεκρή φυτική ύλη σε δάση, σε κήπους ή σε πρασιές μέσα από ένα λευκό “αβγό” ριζωμένο στο έδαφος με μακριές μυκηλιακές ίνεs. 


Στη φάση αυτή το μανιτάρι θεωρείται βρώσιμο. Ωστόσο υπάρχουν αναφορές για σοβαρές δηλητηριάσεις μετά από κατανάλωση του ώριμου καρποσώματος. 


Το σχήμα του θυμίζει κόκκινο πλέγμα με σφογγώδεις βραχίονες στην εσωτερική επιφάνεια των οποίων εκκρίνεται καφετιά βλέννα με πολύ δυσάρεστη οσμή σαπισμένου κρέατος που προσελκύει μύγες, οι οποίες μεταφέρουν τα πολύτιμα σπόρια που περιέχονται σε αυτή και εξασφαλίζουν έτσι τη διαιώνιση του είδους.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη κλείθρο = κλειδαριά , μεντεσές ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό ruber= ερυθρός.
Στη Γαλλία το λένε Coeur de Sorciere δηλ. Καρδιά της Μάγισσας ενώ υπάρχουν θρύλοι και δοξασίες σε όλη την Νότια Ευρώπη ότι έχει μαγικές ιδιότητες ή ότι όποιος το αγγίζει κινδυνεύει να αρρωστήσει κλπ.


Στα Κύθηρα το έχω συναντήσει σε πολλές διαφορετικές περιοχές σε όλη την έκταση του νησιού. 

Εξίσου εντυπωσιακό αν και μικρότερο το Colus hirudinosus Cavalier&Sechier υπάρχει στα βόρεια και ανατολικά του νησιού.



Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Μαράσμιος, ο Λάζαρος του βασιλείου των μυκήτων

Marasmius Fries, 1838

Marasmiaceae

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer
Το γένος περιλαμβάνει περίπου 500 είδη μανιταριών μερικά από τα οποία είναι βρώσιμα, π.χ. Μarasmius oreades. Λόγω του μικρoσκοπικού μεγέθους τους τα περισσότερα είδη περνάνε απαρατήρητα και πρέπει κανείς να προσπαθήσει πολύ, για να ανακαλύψει την υπέροχη ομορφιά τους. Ευτυχώς η τεχνολογία μας βοηθάει σ’αυτό καθώς με τις δυνατότητες που δίνουν οι σύγχρονες φωτογραφικές μηχανές καθένας μπορεί να θαυμάσει τις λεπτομέρειες αυτών των καταπληκτικών πλασμάτων.
Τα μανιτάρια του γένους παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλουν και το όνομά τους. Σε ξηρό καιρό μαραίνονται, κατά κάποιο τρόπο “πεθαίνουν” για λίγο, (βλ. σχετικά: The Biology of Resurrection: Life After Death in Fungi, by SG Saupe) και μόλις τα επίπεδα υγρασίας ανέβουν ξαναβρίσκουν την αρχική τους μορφή, ξαναζωντανεύουν. Το χαρακτηριστικό αυτό, στα αγγλικά, marcescence, οδήγησε τον Fries στην ταξινόμηση που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη μαρασμός.


Παρόλο το μικροσκοπικό τους μέγεθος παίζουν σημαντικό ρόλο στα δασικά οικοσυστήματα βοηθώντας στην αποσύνθεση της νεκρής φυτικής ύλης και τη μετουσίωσή της σε ωφέλιμα θρεπτικά στοιχεία. Φαίνονται εύθραυστα και λεπτεπίλεπτα στην πραγματικότητα όμως, είναι σκληροτράχηλα πλάσματα που αντέχουν ακραίες συνθήκες, όπως περιγράφω παραπάνω.


Η ταυτοποίηση των διαφόρων ειδών είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση και συχνά απαιτείται μικροσκοπική εξέταση. Εξ άλλου όπως και σε πολλά άλλα είδη μυκήτων εγείρονται σοβαρά θέματα αλλαγών στην ταξινόμηση μετά την επανάσταση που έφερε τα τελευταία χρόνια η ταυτοποίηση με βάση το DNA.

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer. Σε ξερά φύλλα ελιάς. 
Στα Κύθηρα, έχω συναντήσει μέχρι σήμερα τρία διαφορετικά είδη σε διάφορες τοποθεσίες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το καταπληκτικό Marasmius corbariensis (Roum.) Singer, που βρήκα σε λιόφυτο στο κέντρο του νησιού.


Marasmius corbariensis (Roum.) Singer


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Αμανίτης ο ωοειδής


Amanita ovoidea (Bull.) Quel.





Amanitaceae





Μανιτάρι αρκετά κοινό στη Νότια Ευρώπη σε δάση πλατύφυλλων ή κωνοφόρων, σε αλκαλικά εδάφη. Οι απαλές βαμβακένιες ίνες στο πόδι και τα υπολείματα του πέπλου γύρω από το καπέλο του δίνουν γοητευτική εμφάνιση. Το μέγεθος του καπέλου μπορεί να φτάσει 30 εκ. σε διάμετρο στην ωριμότητα ενώ σε βρεφική ηλικία έχει την όψη αυγού, εξ ου και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους.


Θεωρείται βρώσιμο από μερικούς και τοξικό από άλλους, πράγμα που επιτείνει την καχυποψία με την οποία αντιμετωπίζουμε τα άγρια μανιτάρια στη χώρα μας. Εκτιμάται ιδιαίτερα σε αρκετές Μεσογειακές χώρες ( Τουρκία, Ιταλία) λόγω όμως κάποιων περιστατικών δηλητηρίασης μετά από κατανάλωσή του στην Ιταλία, (Σιέννα 2000 και 2012) και λόγω της ομοιότητας του με άλλα τοξικά ή και θανατηφόρα είδη του γένους Amanita, (ιδιαίτερα το Amanita proxima), 
δε συνιστάται να συλλέγεται εκτός από έμπειρους (ή πολύ πεινασμένους!!) μανιταροσυλλέκτες.
Biagi, M., et al. (2014) Investigations into Amanita ovoidea (Bull.) Link.: Edible or Poisonous? NaturalResources, 5, 225-232. http://dx.doi.org/10.4236/nr.2014.56021



Το μανιτάρι περιέγραψε το 1788, ο Γάλλος βοτανολόγος Jean Baptiste Francois Bulliard δίνοντας του το όνομα Agaricus ovoideus. To 1872 ταξινομήθηκε στο γένος Amanita από τον Lucien Quelet, που το μετονόμασε σε Amanita ovoidea.
Στα Κύθηρα υπάρχουν αρκετά στα βόρεια του νησιού, μοναχικά ή σε μικρές ομάδες σε πευκοδάση ή πυκνή μακία.



To όνομα του γένους προέρχεται από το ελληνικό αμανίτης = μανιτάρι και το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό ovum = αυγό. Στην ελληνική βιβλιογραφία περιγράφεται σαν αμανίτης ο αυγοειδής, εγώ όμως προτιμώ το πιο λόγιο, ωοειδής.




Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Υγροκύβη η οξυκωνική


Hygrocybe acutoconica var. acutoconica ( Clem. ) Singer

Υγροκύβη η οξυκωνική

Hygrophoraceae






Μανιτάρι που συναντάται σε όλη την Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, σε αμμώδη ασβεστολιθικά εδάφη, σε δάση δρυός ή κωνοφόρων. Θεωρείται σχετικά σπάνιο αν και συχνά μπορεί να εμφανιστεί σε γκαζόν αστικών περιοχών ή σε χορτολιβαδικές περιοχές κοντά σε δάση. Το λαμπερό κίτρινο χρώμα η γυαλιστερή υφή του καπέλλου και το χαριτωμένο σχήμα της την κάνουν ένα από τα πιο γοητευτικά μικρά μανιτάρια. Τη συνάντησα στα Κύθηρα να φωτίζει τα αποσκιερά σημεία κάτω από τα πεύκα, στα τέλη του φθινοπώρου.
Μοιάζει αρκετά με την υγροκύβη κωνική η οποία όμως μαυρίζει στην ωριμότητα και χάνει το κωνικό σχήμα της.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη υγρός + κύβη = κεφαλή, ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό acutus = οξύς και το ελληνικό κώνος. αναφορά το σχήμα του μανιταριού. Το μανιτάρι αυτό αν και ορισμένοι οδηγοί το χαρακτηρίζουν βρώσιμο καλό είναι να αποφεύγεται.








Η πρώτη επιστημονική περιγραφή έγινε το 1893 από τον Αμερικανό μυκητολόγο Frederick Edward Clements ( 1874-1945) που της έδωσε το όνομα Μycena acutoconica. To 1949 o Rolf Singer γερμανικής καταγωγής μυκητολόγος την ταξινόμησε στο γένος Hygrocybe και το επιστημονικό όνομά της έγινε Hygrocybe acutoconica.   





ΠΡΟΣΟΧΗ!!

Η περιγραφή των μανιταριών εδώ, γίνεται αποκλειστικά και μόνο για πληροφόρηση και γνωριμία με τα είδη. Η ταυτοποίηση ενός είδους μπορεί να είναι εσφαλμένη όταν βασίζεται μόνο σε μακροσκοπική παρατήρηση και πληροφορίες από βιβλιογραφία. Η συλλογή και κατανάλωση άγριων μανιταριών απαιτεί εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία. Πολλά είδη που θεωρούνται βρώσιμα μπορεί να αποδειχθούν τοξικά ή ακατάλληλα για κατανάλωση εαν έχουν αναπτυχθεί σε εδάφη με φυτοφάρμακα, λιπάσματα ή άλλες επικίνδυνες ουσίες.


Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Ωτίσκη, το αυτί του Ιούδα


Auricularia auricula-Judae (Bull.)Wettst.

Syn. Hirneola auricula-Judae


Auriculariaceae

Κύθηρα, Δεκέμβριος 2013
Ζελατινώδης μύκητας με σχήμα που θυμίζει όστρακο ή ανθρώπινο αυτί και αναπτύσσεται σε νεκρούς κορμούς και κλαδιά δέντρων. Αρκετά κοινό σε όλο σχεδόν τον κόσμο, από την Ευρώπη ως την Αυστραλία. Πολύ συχνά συναντάται πάνω στην κουφοξυλιά (Sambucus nigra) εξ ου και το όνομά του, αφού κατά μία παράδοση ο Ιούδας μετά την προδοσία κρεμάστηκε σε ένα τέτοιο δέντρο. Συναντάται επίσης πάνω σε νεκρά ή ζωντανά κλαδιά συκιάς όπου η ελληνική παράδοση θέλει την αυτοκτονία του προδότη.


To όνομα του γένους προέρχεται από την λατινική λέξη auricula= αυτί, αναφορά στην ομοιότητα με το αντίστοιχο όργανο του ανθρώπου.
Ο μύκητας περιγράφηκε επιστημονικά για πρώτη φορά το 1789 από τον Jean Baptiste Francois Bulliard που το ονόμασε Tremella auricula-Judae. Τελικά, και μετά από αρκετές μετακινήσεις σε διάφορα γένη, το 1897 ταξινομήθηκε στο γένος Auricularia από τον Αυστριακό βοτανολόγο μυκητολόγο Richard Wettstein ( 1863-1931)

Στην Ασία και ιδιαίτερα στην Κίνα θεωρείται λιχουδιά. Καταναλώνεται φρέσκο ή αποξηραμένο. H Auricularia polytricha, γνωστή σαν “μαύρο μανιτάρι” χρησιμοποιείται ευρύτατα στην Ασιατική κουζίνα. Τρώγεται ωμό σε σαλάτες ή μαγειρεμένο σε βραστά και σε σάλτσες, παρόλο που καθώς μαρτυρούν όσοι το έχουν δοκιμάσει δεν έχει ιδιαίτερη γεύση ή άρωμα αλλά απορροφά τα αρώματα των υπόλοιπων υλικών και δίνει ωραία υφή στο πιάτο. Στην Κίνα επίσης θεωρείται εδώ και αιώνες ότι έχει σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητες. (κατά της αιμόπτυσης, της αιμορραγίας, της διάρροιας, και κατά των γαστρεντερικών ενοχλήσεων.) Στη Δύση χρησιμοποιήθηκε από τη λαϊκή ιατρική σαν στυπτικό, κατά του πονόλαιμου (Bacon 1627),του πόνου στα μάτια και του ίκτερου.



Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι συχνή χρήση σε μικρές δόσεις μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εγκεφαλικού και καρδιακών προσβολών. Επίσης μπορεί να είναι ευεργετικό στη μείωση της κακής χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων. Συγχρόνως, διεξάγεται έρευνα σχετικά με τις αντιδιαβητικές και αντικαρκινικές ιδιότητες του μανιταριού. Λόγω της πιθανότητας να μειώνει το δείκτη γονιμότητας συνιστάται να αποφεύγεται από εγκύους, θηλάζουσες και γενικά από γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία. Επίσης, επειδή έχει την ιδιότητα να απορροφά βαρέα μέταλλα δεν πρέπει να συλλέγεται σε περιοχές με υψηλούς δείκτες ρύπανσης.