Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λευκό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λευκό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Η σπάνια και πολύτιμη Νεπέτα των Κυθήρων

Nepeta scordotis L. (1756)

Συνώνυμα:
Nepeta hirsuta L.
Nepeta procumbens Mill.

 Lamiaceae – Χειλανθή

Το σχετικά σπάνιο αυτό φυτό ανήκει στο γένος Nepeta, στο οποίο ταξινομούνται περίπου 250–300 είδη, με κύρια εξάπλωση στην Ευρασία και τη βόρεια Αφρική, ενώ αρκετά έχουν εισαχθεί και στη Βόρεια Αμερική.






Το Nepeta scordotis είναι αυτόχθονο της νοτιοανατολικής Ευρώπης και απαντά σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένης της Κρήτης. Αναπτύσσεται κυρίως σε ξηρά, πετρώδη εδάφη και φρυγανότοπους, σε ηλιόλουστες θέσεις. Όπως και άλλα είδη του γένους, είναι αρωματικό φυτό, καλά προσαρμοσμένο σε ξηροθερμικές συνθήκες.

Στο νησί των Κυθήρων είναι μάλλον σπάνιο· το έχω εντοπίσει σε πέντε τοποθεσίες, μία στο βόρειο τμήμα, τρεις στο κεντρικό μέρος του νησιού ενώ πρόσφατα ο καθηγητής βοτανικής Alex Kocyan μου υπέδειξε μία ακόμα θέση στα νοτιοδυτικά. Με βάση την τοπική του παρουσία, εκτιμώ ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί απειλούμενο σε επίπεδο νησιού, κυρίως λόγω της κλιματικής αλλαγής και της αυξανόμενης ανθρώπινης δραστηριότητας που ενδέχεται να υποβαθμίσει τους φυσικούς του οικοτόπους.

Ένα συγγενικό είδος του γένους, το Nepeta cataria (γνωστό ως catnip), είναι ιδιαίτερα γνωστό για την επίδρασή του στις γάτες. Όταν το οσφραίνονται, πολλές ώριμες γάτες παρουσιάζουν χαρακτηριστική συμπεριφορά: τρίβονται στο φυτό, παίζουν, γουργουρίζουν και τριλίζουν, σε μια κατάσταση ευφορίας που διαρκεί συνήθως 10–15 λεπτά. Για τον λόγο αυτό, αποξηραμένα φύλλα του φυτού χρησιμοποιούνται ευρέως στην κατασκευή παιχνιδιών για γάτες.

Το όνομα του γένους Nepeta πιθανόν προέρχεται από την αρχαία ετρουσκική πόλη Nepete (σημερινή Nepi στην Ιταλία), η οποία φαίνεται να συνδέεται ετυμολογικά με ρίζα που σημαίνει «νερό». Το ειδικό επίθετο scordotis προέρχεται από την ελληνική λέξη «σκόρδον»  και  αναφέρεται στην χαρακτηριστική οσμή του φυτού.

 Βιβλιογραφία - Πηγές                                                            

Plants of the World Online (POWO).
https://powo.science.kew.org/

World Flora Online (WFO).
 http://www.worldfloraonline.org/

International Plant Names Index (IPNI).
 https://www.ipni.org/

Euro+Med PlantBase.
 http://www.emplantbase.org/



 

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Tordylion apulum, η αρωματική καυκαλήθρα

 


Tordylion apulum L. 

Syn. Condylocarpus apulus (L.) Hoffm.

Condylocarpus humilis (Desf.) W.D.J. Koch 

Pastinaca apula (L.) Koso-Pol.


Apiaceae /Umbelliferae


Καυκαλήθρα, Καυκαλίδα, Τορδίλιον της Απουλίας




Είναι φυτό μονοετές ή σπανιώτερα διετές, με ευρεία εξάπλωση σε όλη τη Μεσόγειο, νότια Ευρώπη και τη δυτική Ασία, έως το Ιράν. Στα Κύθηρα υπάρχει σε όλη την έκταση του νησιού σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους αγρούς, ακόμα και σε φρυγανότοπους με μέτρια υγρασία αρκεί να είναι σε ηλιόλουστη θέση. 






Τα τρυφερά φύλλα του φυτού είναι περιζήτητα για το άρωμά τους και συλλέγονται την άνοιξη πρίν την ανθοφορία. Στα Κύθηρα  επικρατεί το λαϊκό όνομα καυκαλίδα και οι παλιές νοικοκυρές ιδίως στο βόρειο τμήμα του νησιού τη θεωρούσαν απαραίτητο αρωματικό για την καλισούνα και τα καλισουνάκια (χορτόπιτα - χορτοπιτάκια με διάφορα άγρια χόρτα ή και σπανάκι, μυζήθρα και ντόπιο κατσικίσιο τυρί και αυγά). Σε όλη την  Ελλάδα εξ άλλου οι καυκαλήθρες χρησιμοποιούνται από τους αρχαίους χρόνους για να δίνουν άρωμα, κυρίως σε πίτες και βραστές σαλάτες. Στην Ιταλία και νότια Γαλλία, τα προσθέτουν σε σούπες και ωμές σαλάτες.


Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον και η ζήτηση για τα λεγόμενα διατροφικά φαρμακευτικά προϊόντα (nutraceuticals) αυξάνεται ταχύτατα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες κυρίως λόγω της διαπίστωσης των κινδύνων για την υγεία που συνδέεται με αυξανόμενη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφών. Αρκετά μεσογειακά άγρια χόρτα (ζοχοί, ραδίκια, κ.α) επανήλθαν στο προσκήνιο και θεωρούνται εξαιρετική πηγή υψηλής διατροφοφαρμακευτικής αξίας με ανιοξειδωτικές ιδιότητες. Ανάμεσα τους σημαντική θέση έχει η καυκαλήθρα. 

Σύγχρονη έρευνα δείχνει την πολύτιμη θρεπτική αξία του φυτού καθώς φαίνεται να περιέχει περισσότερα ιχνοστοιχέια και αντιοξειδωτικές ουσίες από διάφορα καλλιεργούμενα και ευρείας κατανάλωσης είδη. (τομάτες, πιπεριές και καρότα) (A.Ranfa et al. 2015) Ο Διοσκουρίδης το θεωρεί εμμηναγωγό και κατά της δυσουρίας και των νεφροπαθειών. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες δεν επιβεβαιώνονται από τη σύγχρονη έρευνα αν και το αιθέριο του έλαιο φαίνεται να έχει αντιβακτηριδιακή δράση. ( C. Kofinas, et al. 1993)

Το όνομα του γένους "τορδίλιον" εμφανίζεται στη Μateria Μedica του Διοσκουρίδη. Προέρχεται από την ελληνική λέξη τόρνος και το ρήμα ίλλω= περιστρέφω, συστρέφω, αναφορά στο σχήμα των καρπών με το « σκάλισμα » στην περιφέρεια τους. Το χαρακτηριστικό επίθετο προέρχεται από το τοπωνύμιο Απουλία της νότιας Ιταλίας. 


Διοσκουρίδης 3.54

τόρδιλον· ἔνιοι δὲ καὶ τοῦτο σέσελι Κρητικὸν καλοῦσι. φύεται ἐν τῷ κατὰ Κιλικίαν Ἀμανῷ. ἔστι δὲ βοτάνιον φρυγανῶδες, ἔχον σπερμάτιον περιφερές, διπλοῦν, ὅμοιον ἀσπιδισκίοις, ὑπόδριμυ, ἀρωματίζον, πινόμενον πρὸς δυσουρίαν καὶ ἐμμήνων ἀγωγήν. ὁ δὲ χυλὸς τοῦ καυλοῦ καὶ τοῦ σπέρματος ἔτι χλωροῦ ὄντος ὅσον τριώβολον ποθεὶς σὺν γλυκεῖ ἡμέρας δέκα νεφριτικοὺς ὑγιάζει. ἡ δὲ ῥίζα πρακτική, ἀνάγουσα καὶ τὰ ἐκ θώρακος ἐκλειχομένη μετὰ μέλιτος.


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Αγαρικό το ξανθόδερμο

Agaricus xanthodermus Genev.


Syn. Pratella xanthoderma(Genev.) Gillet,
Psalliota xanthoderma(Genev.) Richon &Roze



Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική. Αναπτύσσεται συνήθως κατά ομάδες σε εδάφη πλούσια σε νεκρή φυτική ύλη ή κοπριά, ξέφωτα ή χερσότοπους. 


Το καπέλο έχει διάμετρο 5 έως 12 εκ. και είναι θολωτό στα πρώτα στάδια και επίπεδο αργότερα, υπόλευκο με γκριζοκαφετί περιοχές και τελικά ανοικτό καφετί στην ωριμότητα. Στο άγγιγμα κιτρινίζει ιδιαίτερα στη βάση και στην περίμετρο του καπέλου και έχει έντονη μυρωδιά ιωδίου ή μελανιού. Τα ελάσματα είναι πυκνά, ελεύθερα, χρώματος αρχικά απαλού ροζ, ενώ στην ωριμότητα γίνονται σκούρο καφέ. Το πόδι, 1-2 εκ πλάτος και 8-10 εκατοστά ύψος, με βολβώδη βάση είναι συμπαγές αρχικά, κούφιο αργότερα, λείο, λευκό με γκριζωπές ίνες. 


Το είδος περιγράφηκε και ονομάστηκε από το Γάλλο βοτανολόγο Leon Gaston Genevier, το 1876. Το χαρακτηριστικό επίθετο προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις ξανθός και δέρμα, αναφορά στην ιδιότητα του να κιτρινίζει έντονα στο άγγιγμα. 
                            


                       ΠΡΟΣΟΧΗ : ΤΟ ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟΞΙΚΟ 



Λόγω της ομοιότητας του με άλλα νόστιμα εδώδιμα είδη του γένους εχει γίνει αιτία πολλών γαστρεντερικών δηλητηριάσεων καθώς περιέχει τοξικά στοιχεία σε υψηλές συγκεντρώσεις. 
(Gill M., Strauch RJ. 1984) Η κατανάλωσή του προκαλεί στομαχικές κράμπες, ναυτία, εμετό εφίδρωση και διάρροια.


Στα Κύθηρα το βρήκα σε διάφορες τοποθεσίες σε πρινερά ή άκρες αγρών. Μεγάλη προσοχή καθώς εύκολα μπορεί να το μπερδέψει κανείς με τα εδώδιμα μαστραγγούρια (Αγαρικό το πεδινό). Έτσι κι αλλιώς η συλλογή μανιταριών για κατανάλωση δε θα πρέπει να ενθαρρύνεται καθώς οι πληθυσμοί τους στο νησί των Κυθήρων δεν είναι πολυάριθμοι και με δεδομένη την κλιματική αλλαγή και τις δασικές πυρκαγιές είναι πιθανό αρκετά είδη να βρίσκονται σε κίνδυνο εξαφάνισης αν και δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα σχετικά. 

Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Μαρίες στα Κύθηρα

Macrolepiota phaeodisca Bellu

Μακρολεπιότα η φαιόδισκη


Agaricaceae



Αρκετά κοινό μανιτάρι της Νότιας Ευρώπης. Καρποφορεί σε ηλιόλουστα χορτολίβαδα ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες από τα τέλη Οκτωβρίου έως το Φεβρουάριο. Ανήκει στο γένος macrolepiota στο οποίο τυπικό είδος είναι η macrolepiota procera. Τα μανιτάρια του γένους θεωρούνται κατά κανόνα βρώσιμα και νόστιμα αν και συνιστάται προσοχή καθώς κάποια από αυτά μοιάζουν με άλλα είδη που είναι τοξικά. Το συγκεκριμένο είδος περιγράφηκε το 1984 από τον Ιταλό φυσιοδίφη Francisco Bellu, ο οποίος και έδωσε το αποδεκτό σήμερα επιστημονικό όνομα Macrolepiota phaeodisca. Σύγχρονη έρευνα το ταξινομεί σαν χρωματική παραλλαγή του είδους macrolepiota excoriata.

Στα Κύθηρα το βρήκα κυρίως στα βόρεια του νησιού σε αγρούς και λιόφυτα ανάμεσα σε χορτάρια και σπανιότερα σε φρυγανότοπους. Η λαϊκή ονομασία στο βόρειο μέρος του νησιού είναι “Μαρία” και θεωρείται ασφαλές και νόστιμο μανιτάρι.


ΠΡΟΣΟΧΗ! Μοιάζει με το είδος chlorophyllum rhacodes, που είναι όμως μεγαλύτερο με μακριά ανασηκωμένα “λέπια”, και προκαλεί γαστρεντερικά προβλήματα ενώ σε κάποιους οργανισμούς μπορεί να προκαλέσει και σοβαρότερες δηλητηριάσεις. Η σάρκα του chlorophyllum rhacodes γίνεται κόκκινη όταν κοπεί ενώ η σάρκα της “Μαρίας” παραμένει λευκή.

ΠΡΟΣΟΧΗ! Ακόμα και τα θεωρούμενα ασφαλή και βρώσιμα μανιτάρια είναι δυνατόν να γίνουν επικίνδυνα αν αναπτυχθούν σε περιοχή με απορρίμματα, παλιά σίδερα κλπ. Ποτέ μη καταναλώνετε άγρια μανιτάρια αν δεν είστε απόλυτα βέβαιοι από που προέρχονται, και δεν έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στο μανιταροσυλλέκτη.

Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λεπίς – ιδος = λέπι, φολίδα και το επίθετο μακρός -α – ον αναφορά στα μακριά “λέπια” που έχει το καπέλο του καρποσώματος του μανιταριού. Το χαρακτηριστικό επίθετο από το φαιός και δίσκος για προφανείς λόγους.


Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Ασφόδελος

Asphodelus L.

Asphodelaceae / Liliaceae


Το γένος περιλαμβάνει δεκαεπτά είδη πολυετών φυτών αυτοφυών στη δυτική, κεντρική και νότια Ευρώπη. Πολλά από αυτά έχουν εξαπλωθεί σε όλον τον κόσμο σαν επιγενή.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες του φυτού εκθειάζονται από την αρχαιότητα. Από την εποχή του Ιπποκράτη έως και σήμερα η λαϊκή ιατρική θεωρεί ότι παρασκευάσματα από τις ρίζες και τα φύλλα του φυτού έχουν διουρητική, αποχρεμπτική, καρδιοτονωτική και εμετική δράση ενώ σαν αλοιφή ή κατάπλασμα θεωρείται ότι θεραπεύουν φλεγμονές και έλκη του δέρματος και των βλενογόννων, την τριχόπτωση, τους πόνους στα αυτιά και τα μάτια. Ιδιαίτερα εκτιμάται ο ασφόδελος από τον Διοσκουρίδη που τον θεωρεί κυριολεκτικά πανάκεια για όλες τις ασθένειες.

Asphodelus fistulosus L.




Οι κόνδυλοι του φυτού αφού κορνιοτοποιηθούν και αναμειχθούν με κρύο νερό δίνουν ισχυρή κόλλα που χρησιμοποιείται στη βιβλιοδεσία και την υποδηματοποιία (Grieve, A Modern Herbal, Penguin, 1984) καθώς επίσης και κίτρινη βαφή.(Upholf.J.C.Th. Dictionary of Economic Plants, Weinheim, 1959)




Οι Αρχαίοι Ελληνες συνέδεσαν το φυτό με τον Αδη και τους νεκρούς. Ισως το γεγονός ότι το υπόγειο τμήμα του φυτού, οι κονδυλώδεις ρίζες οι οποίες είναι μεν βρώσιμες (λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε άμυλο) αλλά θεωρούνται δεύτερης ποιότητας τροφή, κατάλληλη για τους φτωχούς ή ελάχιστη προσφορά στους νεκρούς οδήγησε τους αρχαίους έλληνες στο να φυτεύουν ασφόδελους κοντά στους τάφους. Η Περσεφόνη εμφανίζεται με στεφάνι από ασφόδελους στα μαλλιά και το φυτό σε πολλές περιπτώσεις συμβολίζει τη λησμονιά του θανάτου.

Στον Όμηρο αναφέρεται..., “Ασφοδελός Λειμών” το λιβάδι με τους ασφόδελους σαν το τελικό καταφύγιο των ψυχών των κοινών θνητών.
Πέρασαν το ρέμα του Ωκεανού και τη Λευκή Πέτρα,
πέρασαν τις πύλες του ήλιου και τον κόσμο των ονείρων, κι έσωσαν
γρήγορα στ᾽ Ασφοδελό Λιβάδι, όπου κατοικούν οι ψυχές...

Ομήρου Οδύσσεια Ω
Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης
Θεωρείται σπουδαίο μελισσοτροφικό φυτό αφού η πρώιμη ανθοφορία του βοηθά τις μέλισσες να δυναμώσουν έως ότου αρχίσουν οι μεγάλες ανθοφορίες της άνοιξης. Η γύρη που παράγεται την εποχή που επικρατεί η ανθοφορία του ασφόδελου έχει έντονο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα.


















Από αισθητική άποψη, ενώ το άνθος του φυτού είναι υπέροχο από κοντά, η συνολική εντύπωση που δίνει το φυτό με το ακαθόριστα χλωμό, ωχρόλευκο ως καφετί χρώμα και τα στελέχη που ορθώνονται σαν αποστεωμένα χέρια, δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστη.

ἂς μὴ μᾶς ξεχάσουν, τὶς ἀδύναμες ψυχὲς μέσα στ᾿ ἀσφοδίλια,
ἂς γυρίσουν πρὸς τὸ ἔρεβος τὰ κεφάλια τῶν θυμάτων:
Ἐμεῖς ποὺ τίποτε δὲν εἴχαμε θὰ τοὺς διδάξουμε τὴ γαλήνη.

Δεκέμβρης 1933 - Δεκέμβρης 1934

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ Μυθιστόρημα

Στα Κύθηρα έχω συναντήσει τρία είδη:Το είδος Asphodelus ramosus L., (ασπέρδουκλας), το είδος asphodelus fistulosus και τέλος το είδος asphodelus luteus (asphdodeline lutea). Το τελευταίο είναι αρκετά σπάνιο στα Κύθηρα. Έως σήμερα έχω συναντήσει ένα πληθυσμό στο βόρειο μέρος του νησιού).



Asphodeline lutea (L.) Rchb.

Κοινές ονομασίες του φυτού asphodelus aestivus στα Κύθηρα* και σε άλλα μέρη της Ελλάδας είναι: ασπέρδουκλας, και ασπέρδουγκλας (Ιόνια Νησιά), σποδρίλι (Χίος), ασφέλταρος (Τήνος), σπερδούκλα (Λακωνία), σφεντιλιά (Κρήτη), σφούρδουκλας (Ρόδος) κ.α.

*Η πληροφορία ότι κοινή ονομασία του είναι άρβυκας ή άρθηκας προφανώς οφείλεται σε σύγχυση με το φυτό ferula communis το οποίο ονομάζεται έτσι στα Κύθηρα και αλλού.


Οι παλιοί γεωργοί του νησιού των Κυθήρων προέβλεπαν τον καιρό του επόμενου χειμώνα παρατηρώντας το στέλεχος του ασπέρδουκλα. Ίσιο και ψηλό σήμαινε “καλοχρονέα” δηλ. ήπιο καιρό και άφθονη παραγωγή. Στραβό και όχι αρκετά ψηλό στέλεχος σήμαινε κακοκαιρία και φτωχή καρποφορία. Στα Κύθηρα στις ζωοπανήγυρεις, στον Άγιο Κωνσταντίνο και στον Αγιο Θόδωρο, συνήθιζαν να βάζουν ένα κλαδί ασπέρδουκλα στα προς πώληση ζώα ( συνήθως γαϊδουράκια) ώστε να τα ξεχωρίζουν. Ακόμα και σήμερα η φράση " θα του βάλω τον ασπέρδουκλα " σημαίνει ότι κάποιος ή κάτι είναι για "πούλημα"( προφορική μαρτυρία: Παναγιώτης Φατσέας, Μανώλης Καλλίγερος)

Ως προς την ετυμολογία του ομηρικού επιθέτου ασφοδελός και του ουσιαστικού ασφόδελος οι απόψεις των ειδικών διίστανται. Μία εκδοχή είναι ότι πρόκειται για προελληνική λέξη. ( Ν.Π.Ανδριώτης, 1953)
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που θέλει τη λέξη να προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό σποδός=στάχτη, τέφρα, με προσθήκη του αρχικού α- και της κατάληξης -ελος. (www. heterophoton.blogspot.gr )


Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Ελληνικό Κύμινο...

Hellenocarum multiflorum (Sm.) H.Wolff 1927

Carum multiflorum (Sm.) Boiss.

 Syn. Athamanta multiflora Sm.

Apiaceae/Umbelliferae



Σε παλαιότερη ταξινόμηση το φυτό που παρουσιάζω εδώ ανήκε στο γένος Carum L. στο οποίο ανήκουν περίπου είκοσι είδη με γνωστότερο το Carum carvi, το άγριο κύμινο, και είναι γνωστό ήδη από τον Διοσκουρίδη. Το φυτό υπό συζήτηση ονομάζεται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες κύμινο γκρέκο ή κύμινο της Ελλάδας, οπότε συμπεραίνω ότι, όταν το 1927 ο Wolff ταξινόμησε ορισμένα είδη σε διαφορετικά γένη, το συγκεκριμένο φυτό ονομάστηκε hellenocarum.

Στο γένος hellenocarum το οποίο η σύγχρονη ταξινομία ξεχώρισε από το γένος carum ανήκουν επί του παρόντος τέσσερα είδη. Η επιστημονική έρευνα στα είδη της οικογένειας των σκιαδοφόρων συνεχίζεται αλλά το όνομα το οποίο φαίνεται να επικρατεί σαν ορθότερο είναι αυτό.


Το hellenocarum multiflorum εξαπλώνεται από την Αλβανία, την Ελλάδα, την Τουρκία έως το Ιράκ. Είναι φυτό βραχόφιλο,αρέσκεται να φυτρώνει στις σχισμές ασβεστολιθικών βράχων σε ηλιόλουστες τοποθεσίες σε υψόμετρα 200 έως 2000μ.


Είναι πολυετές φυτό του οποίου οι βλαστοί μπορεί να φτάσουν τα 50 εκ. Την εποχή της ανθοφορίας τα φύλλα της βάσης είναι σχεδόν εντελώς ξερά.

Το βασικό συνθετικό του ονόματος carum έχει μάλλον αμφιλεγόμενη ετυμολογία καθώς αρκετοί συγγραφείς θεωρούν ότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κάρον ή κάρος = κύμινο και το συνδέουν με τη χρήση του ονόματος από τον Διοσκουρίδη: “κάρος σπερμάτιον εστί γνώριμον..... αναλογούν ανίσω” Διοσκ. 3.66.
Κατά τον Πλίνιο το όνομα συνδέεται με την περιοχή Καρία της Μικράς Ασίας τόπο προέλευσης του κύμινου κατά τους αρχαίους χρόνους.

Το χαρακτηριστικό επίθετο, multiflorum προέρχεται από τα λατινικά multi + florus-a-um = πολυανθής

Στα Κύθηρα βρήκα το φυτό στις σχισμές βράχων στο βουνό της Αγίας Ελέσσας και σε όλους τους γκρεμούς στα νότια του νησιού.  

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ανθεμίδα στο γυαλό

Anthemis rigida Boiss ex Heldrsubsp.liguliflora (Halacsy) Greuter

Syn. Anthemis pusilla Greuter subsp. liguliflora (Halacsy) W. Greuter & Rech.f.

Ανθεμίς η άκαμπτη υποείδος γλωσσανθής

Συν.Ανθεμίς η μικροσκοπική υποείδος γλωσσανθής

Compositae/Asteraceae





 Μικρή μαργαριτούλα που αναπτύσσεται σε βραχώδεις τοποθεσίες κοντά στη θάλασσα σχηματίζοντας πυκνό χαλί. Ανθίζει από Μάρτιο έως Ιούνιο.



Η κατανομή του στο Νότιο Αιγαίο, φαίνεται να είναι περιορισμένη, υπάρχουν καταγραφές εκτός από τα Κύθηρα και στην Αμοργό, την Κίμωλο (Κουγιουμτζής Κ. 2013) και την Κάρπαθο (Γεωργίου Ο. 1997). Ενδέχεται να είναι σπάνιο ή και απειλούμενο αλλά δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους απειλουμένων ειδών.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ανθεμίς = άνθος και χρησιμοποιείται από τον Διοσκουρίδη για το χαμομήλι (3.114). Το χαρακτηριστικό επίθετο rigida από το λατινικό επίθετο rigidus-a-um= άκαμπτος. Το χαρακτηριστικό επίθετο pusilla από το λατινικό pusillus-a-um= μικρος. Το επίθετο που χαρακτηρίζει το υποείδος liguliflora, από τα ligulate=γλωσσοειδής και flora= άνθος


Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Μαράσμιος, ο Λάζαρος του βασιλείου των μυκήτων

Marasmius Fries, 1838

Marasmiaceae

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer
Το γένος περιλαμβάνει περίπου 500 είδη μανιταριών μερικά από τα οποία είναι βρώσιμα, π.χ. Μarasmius oreades. Λόγω του μικρoσκοπικού μεγέθους τους τα περισσότερα είδη περνάνε απαρατήρητα και πρέπει κανείς να προσπαθήσει πολύ, για να ανακαλύψει την υπέροχη ομορφιά τους. Ευτυχώς η τεχνολογία μας βοηθάει σ’αυτό καθώς με τις δυνατότητες που δίνουν οι σύγχρονες φωτογραφικές μηχανές καθένας μπορεί να θαυμάσει τις λεπτομέρειες αυτών των καταπληκτικών πλασμάτων.
Τα μανιτάρια του γένους παρουσιάζουν ένα εξαιρετικό χαρακτηριστικό στο οποίο οφείλουν και το όνομά τους. Σε ξηρό καιρό μαραίνονται, κατά κάποιο τρόπο “πεθαίνουν” για λίγο, (βλ. σχετικά: The Biology of Resurrection: Life After Death in Fungi, by SG Saupe) και μόλις τα επίπεδα υγρασίας ανέβουν ξαναβρίσκουν την αρχική τους μορφή, ξαναζωντανεύουν. Το χαρακτηριστικό αυτό, στα αγγλικά, marcescence, οδήγησε τον Fries στην ταξινόμηση που χρησιμοποιούμε έως σήμερα. Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη μαρασμός.


Παρόλο το μικροσκοπικό τους μέγεθος παίζουν σημαντικό ρόλο στα δασικά οικοσυστήματα βοηθώντας στην αποσύνθεση της νεκρής φυτικής ύλης και τη μετουσίωσή της σε ωφέλιμα θρεπτικά στοιχεία. Φαίνονται εύθραυστα και λεπτεπίλεπτα στην πραγματικότητα όμως, είναι σκληροτράχηλα πλάσματα που αντέχουν ακραίες συνθήκες, όπως περιγράφω παραπάνω.


Η ταυτοποίηση των διαφόρων ειδών είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση και συχνά απαιτείται μικροσκοπική εξέταση. Εξ άλλου όπως και σε πολλά άλλα είδη μυκήτων εγείρονται σοβαρά θέματα αλλαγών στην ταξινόμηση μετά την επανάσταση που έφερε τα τελευταία χρόνια η ταυτοποίηση με βάση το DNA.

Marasmius corbariensis (Roum.) Singer. Σε ξερά φύλλα ελιάς. 
Στα Κύθηρα, έχω συναντήσει μέχρι σήμερα τρία διαφορετικά είδη σε διάφορες τοποθεσίες. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το καταπληκτικό Marasmius corbariensis (Roum.) Singer, που βρήκα σε λιόφυτο στο κέντρο του νησιού.


Marasmius corbariensis (Roum.) Singer


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Ο σπάνιος στάχυς του Σπραιτζενχόφερ

Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp. spreitzenhoferi


Lamiaceae




Πολυετές χαμαίφυτο με πυκνό φύλλωμα που σχηματίζει όμορφες ημισφαιρικές τούφες πάνω στους κάθετους βράχους που αναπτύσσεται. 
Προτιμά τις σχισμές ορθογκρεμών ασβεστολιθικής σύστασης κυρίως σε χαμηλά υψόμετρα. Ανθίζει από Μάιο έως Ιούλιο. 


Οι ταξιανθίες με τα μικροσκοπικά λευκά άνθη σε ομάδες των 4-6 αναπτύσσονται σαν στάχυ όπως και σε πολλά άλλα είδη του γένους εξ ου και το λατινικό όνομα του. Τα πέταλα είναι λευκά με ροζ στίγματα στο άνω και στο κάτω χείλος. Χαρακτηρίζεται σπάνιο αλλά δεν έχει οριστεί καθεστώς προστασίας καθώς δεν φαίνεται να απειλείται ιδιαίτερα κυρίως λόγω του δυσπρόσιτου του ενδιαιτήματός του.


Στο υποείδος virella (Stachys spreitzenhoferi Heldr. subsp.virella D.Perss. που εμφανίζεται μόνο στο κάστρο της Μονεμβασιάς, το άνω χείλος είναι εντελώς λευκό,και τα φύλλα πιο πράσινα. Παρόμοια φυτά (με εντελώς λευκό άνω χείλος) βρήκα σε όλες τις ανατολικές ακτές του νησιού.



Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους δόθηκε από τον Γερμανό βοτανολόγο Theodor Henrich Herrmann von Heldreich, (1822-1902) προς τιμήν του αυστριακού G.C. Spreitzenhofer (1835-1883) που μελέτησε τη χλωρίδα των Ιονίων Νήσων στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο ίδιος επισκέφτηκε τα Κύθηρα και συνέλεξε δείγματα φυτών τον Ιούνιο του 1880.(Α. Γιαννίτσαρος, 2004)

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ελικοφόρο καπνόχορτο

Fumaria capreolata L.  1753



Fumariaceae /Papaveraceae


Μονοετές αναρριχώμενο φυτό, αυτοφυές στην Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική και επιγενές στη Νέα Ζηλανδία, Νότιο Αμερική και Νότια Αυστραλία, όπου θεωρείται ζιζάνιο καθώς απειλεί τη χαμηλή βλάστηση σε περιοχές που εξαπλώνεται.

Ανθίζει νωρίς την άνοιξη και έως τα μέσα Ιουνίου. Μπορεί να φτάσει έως ένα μέτρο ύψος. Μερικές φορές, τα λευκά άνθη με την βαθυκόκκινη άκρη γίνονται ρόζ μετά την επικονίαση.


Φυτά του γένους, ιδιαίτερα η φουμάρια η φαρμακευτική ( fumaria officinalis) εκτιμήθηκε πολύ από τους Ρωμαϊκούς χρόνους για τις τονωτικές και αιμοκαθαρτικές ιδιότητες της. Είναι ιδιαιτέρως ευεργετική σε ηπατικές παθησεις και σε δερματικά προβλήματα όπως στο έκζεμα. Το βότανο έχει αντισπασμωδική, χολαγωγική και ήπια διουρητική δράση. Οφθαλμόλουτρα με έγχυμα από τα φύλλα θεραπεύουν την επιφεφυκίτιδα. Χρειάζεται, όπως για όλα τα βότανα, ιδιαίτερη προσοχή καθώς μακροχρόνια χρήση μπορεί να προκαλέσει καταστολή και έντονη υπνηλία.
Το όνομα προέρχεται από παλαιότερη (18ος αιώνας) ονομασία του φυτού, fumus= καπνός terrae = της γης, πιθανή αναφορά στην μυρωδιά καπνού που έχουν οι ρίζες. Αλλος πιθανός λόγος για την ονομασία είναι ότι γκριζοπράσινα φύλλα κάποιων ειδών του γένους δίνουν την εντύπωση καπνού που βγαίνει από τη γη.Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό capreolatus -a - um = αναρριχώμενos, ελικοφόρος



Κοινά ονόματα : καπνιά, καπνόχορτο, καπνίτης , στάχτερη, χιονίστρα