Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Boraginaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Boraginaceae. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Κήρινθο το μείζον


Cerinthe major L.

Boraginaceae

 Βομβίνος και κήρινθο. Κύθηρα, Απρίλιος 2011.
Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα
Μονοετές φυτό αυτοφυές σε όλη τη Μεσόγειο. Το εντυπωσιακό άνθος περιέχει πολύ νέκταρ και οι μέλισσες το εκτιμούν ιδιαίτερα. Αυτό συν το ότι τα φύλλα του έχουν γεύση που θυμίζει κερί οδήγησε στην ονομασία κήρινθος= κηρός +άνθος που για τους αρχαίους Έλληνες αναφερόταν στην κιτρινωπή ουσία (γύρη) με την οποία τρέφονται οι νύμφες της μέλισσας. Στις Κυκλάδες ακόμα μέχρι σήμερα ονομάζουν τη γύρι, κεράθι.
Το επίθετο major= μείζων προφανώς αναφέρεται στο μέγεθος του άνθους που συγκρινόμενο με αυτά άλλων ειδών του γένους είναι μεγάλο.
Ο κήρινθος, σε αρχαίες πηγές περιγράφεται σαν μια διαφορετική μορφή μελιού. Ο Αριστοτέλης λέει για τη γεύση του κηρίνθου ότι μοιάζει με γλυκό σύκο. Περιγράφει ότι οι μέλισσες μεταφέρουν κερί και κήρινθο, με τα πόδια τους αλλά χωνεύουν μόνο το μέλι και αποβάλλουν το υπόλοιπο όταν φτάσουν στον προορισμό τους. Ο Varro δίνει άλλη εκδοχή: Πιστεύει ότι οι μέλισσες το χρησιμοποιούν σαν τελείωμα στα κελιά της κηρήθρας. Ο Βιργίλιος περιγράφει ότι το χρησιμοποιούσαν για να προσελκύσουν σμήνη άγριων μελισσών σε κυψέλες.
Προφανώς πρόκειται για τη γνωστή πολύτιμη για τις μέλισσες και τους ανθρώπους γύρη, που οι μέλισσες κουβαλούν στις θήκες των ποδιών τους και η οποία έχει “κέρινη” όψη, αφού η μέλισσα την επεξεργάζεται με ουσίες που εκκρίνονται με το σάλιο της ώσπου να αποκτήσει λεία όψη.
Κατά τον Μεσαίωνα καλλιεργήθηκε σαν καλλωπιστικό στους κήπους της Ευρώπης. Το φυτό παρέμεινε δημοφιλές κατά την Αναγέννηση, στη συνέχεια όμως η καλλιέργεια του εγκαταλείφθηκε μέχρι τον εικοστό αιώνα οπότε επανήλθε στο προσκήνιο. Στα Κύθηρα το βρήκα σε περιορισμένο χώρο μέσα σε κατοικημένη περιοχή.'Ισως πρόκεται για καλλιεργημένο είδος που ξέφυγε και αναπτύχθηκε μόνο του.      


Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

Εντυπωσιακό Μπλέ Αστέρι


Borago οfficinalis L.
Μπουράντσα,Βατσινιά


Boraginaceae



 Κύθηρα,Απρίλιος 2011. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα

Μονοετές φυτό με προέλευση την πόλη Αλέπο (Χαλάμπ) της βορειοδυτικής Συρίας. Σαν επιγενές είναι πια αυτοφυές στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης , της Βόρειας Αφρικής αλλά και της Βόρειας Αμερικής. Καλλιεργείται σαν βότανο με φαρμακευτικές ιδιότητες αξιοζήλευτες, αλλά και σαν λαχανικό.
Το επιστημονικό όνομα προέρχεται κατά μία εκδοχή από το λατινικό burra>borra που σημαίνει τραχύ μάλλινο ύφασμα λόγω της εμφάνισης του φυτού, που είναι τριχωτό. Κατά μία άλλη εκδοχή το όνομα προέρχεται από την κελτική λέξη barrach που σημαίνει “γενναίος άνδρας” ( Henslow), αφού από αρχαιοτάτων χρόνων το μποράγκο θεωρείται ότι επηρεάζει θετικά τον ψυχισμό του ανθρώπου. Μια τρίτη άποψη ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παραφθορά της λατινικής λέξης cor= καρδιά + ago= προάγω.
Το επίθετο officinalis προέρχεται από το ουσιαστικό opificina>officina = εργαστήρι, αποθήκη > εμπορικό βοτάνων> φαρμακείο, officinalis = φαρμακευτικό
Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος αναφέρει ότι ανάμιξή του με κρασί φτιάχνει ποτό ευφρόσυνον που διώχνει το φόβο και την κατάθλιψη και γεμίζει την ψυχή με θάρρος και αισιοδοξία. Κατά τον Διοσκουρίδη το μποράγκο ήταν το περίφημο νηπενθές του Ομήρου το οποίο μέσα στο κρασί έφερνε την απόλυτη λήθη.
Ακόμα σήμερα σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται τα άνθη του για διακόσμηση στις σαλάτες και στα καλοκαιρινά κοκτέιλ ή σαν ζαχαρωτά,για να δίνουν χαρά και ψυχική ευφορία. Οι τρυφεροί βλαστοί του χρησιμοποιούνται σε σαλάτες και έχουν δροσερή γεύση που θυμίζει αγγούρι. ( Στην Κρήτη ένα από τα κοινά ονόματα του είναι αγγουρίτσα.) Τα φρέσκα φύλλα τρώγονται ωμά ή βρασμένα. Η περίφημη Green Sauce που φτιάχνεται στη Φρανκφούρτη περιέχει ανάμεσα στα άλλα μυρωδικά και μποράγκο. Από τους σπόρους του παράγεται λάδι πλούσιο σε γάμμα λινολεϊκό οξύ, εξαιρετικά πολύτιμο στην βιομηχανία καλλυντικών.

Μερικοί το συνδέουν με το βούγλωσσο, όνομα που κατεξοχήν αποδίδεται στο είδος anchusa officinalis. (Βλ παλαιότερη ανάρτηση anchusa italica). Πάντως και τα τρία φυτά, που εξάλλου ανήκουν στην ίδια οικογένεια, έχουν παρόμοιες ιδιότητες.  

Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

Άγχουσα η κυανή ( Άγχουσα η ιταλική)


Anchusa azurea Mill.=Anchusa italica Retzius

Boraginaceae
Κύθηρα, Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Πολυετές φυτό από τα ψηλότερα του γένους Άγχουσα, μπορεί να φτάσει ακόμα και 150 εκ ύψος, κοινό σε όλη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στις κεντρικές και νότιες περιοχές. Απαντάται ακόμα στη Δυτική Ασία και μέχρι τον Καύκασο και το Πακιστάν. Πάντως η προέλευσή του θεωρείται μεσογειακή. 
Στην Ελλάδα απαντώνται 11 είδη του γένους Άγχουσα. Σε πολλές περιοχές της Μεσογείου τα λουλούδια και οι τρυφερές κορυφές τρώγονται ωμά ή βρασμένα σε σαλάτες και πίτες.


Από τη ρίζα του φυτού παράγεται κόκκινη βαφή όπως και από άλλα είδη της οικογένειας. (βλ. παλαιότερες σχετικές αναρτήσεις) Τα υπέροχα μπλέ λουλούδια του πραγματικά στολίδια όσο είναι πάνω στο φυτό μαραίνονται και πεθαίνουν σε λιγότερο από 10 ώρες αν κοπούν. Το κοινό όνομα με το οποίο είναι γνωστό το φυτό σε πολλές περιοχές της Ελλάδας “ βοϊδόγλωσσα” είναι συνέχεια του αρχαίου ελληνικού “βούγλωσσον” το οποίο χρησιμοποίησε ο Θεόφραστος και ο Διοσκουρίδης.

Δευτέρα 9 Μαΐου 2011

Αλκάνα η βαφική


Alkanna tinctoria (L.) Tausch
Βαφόριζα, Ριζάρι


Boraginaceae


Το όνομα της προέρχεται από το μεσαιωνικό λατινικό alchanna που με τη σειρά του προέρχεται από το αραβικό al-hanna η χένα (Lawsonia inermis, Lythraceae) το επίθετο από το tinctus= αυτός που βάφει.
Η αλκάνη η βαφική είναι αυτοφυής σε παραθαλάσσια μέρη σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τη νότια Γαλλία. Έχει σκουρόχρωμη ρίζα με μαυριδερό φλοιό και σάρκα κόκκινη - μπλε γύρω από λευκωπό πυρήνα από όπου παραδοσιακά εξάγεται η αλκανίνη, μια χρωστική ουσία, που είναι καλά διαλυτή σε λάδι ή οινόπνευμα αλλά όχι στο νερό, και δίνει λαμπερό ρουμπινί χρώμα. Χρησιμοποιήθηκε στο βάψιμο υφασμάτων και σαν χρωστικό σε φυτικά λάδια, κρασιά, βερνίκια καθώς και για χρωματισμό μαρμάρου και ξύλου.

Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το φυτό συχνά συγχέεται με την άγχουσα την ιταλική αφού στην αρχαιότητα πιθανόν περιγραφόταν με τα ονόματα άγχουσα ή βούγλωσσον (Διοσκουρίδης).  
Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση της ρίζας της Αλκάνας βρίσκεται στα έργα του Ιπποκράτη που την περιέγραψε σαν φάρμακο για τη θεραπεία ελκών. Ο Θεόφραστος αναφέρει επίσης την εφαρμογή της για βαφή και φάρμακο. Ο Διοσκουρίδης περιέγραψε λεπτομερώς το φυτό στο τέταρτο βιβλίο Περί Ύλης Ιατρικής, αναφέροντας μεταξύ άλλων, ότι θεραπεύει δαγκώματα δηλητηριωδών φιδιών. Ο Πλίνιος την περιγράφει λέγοντας ότι βάφει τα χέρια κατακόκκινα. Την θεωρεί καλό φάρμακο για το δέρμα ιδιαίτερα των ηλικιωμένων. Πάπυρος γραμμένος στα Ελληνικά του 3-4ου μ.Χ αιώνα, που βρέθηκε στην Αίγυπτο αναφέρει την αλκάνα σαν πηγή φυτικής κόκκινης βαφής. Πράγματι, ακόμα και στο Βυζάντιο όπου η πορφύρα (ακριβή και δυσεύρετη) είχε την τιμητική της, η αλκάνα αποτέλεσε ένα φθηνό και καλό φυτικό υποκατάστατο σαν βαφή.
Σήμερα χρησιμοποιείται σαν χρωστική τροφών (Ε103), και καλλυντικών. 
Στα Κύθηρα παλιά χρησιμοποιούσαν τη ρίζα κάποιου φυτού για βάψιμο των υφαντών, (τα περίφημα ρίζινα, με σκούρο καφεκόκκινο χρώμα) δεν είμαι όμως σίγουρη ότι πρόκειται για την αλκάνα αφού οι πληθυσμοί της στο νησί δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλοι. Θα επανέλθω σχετικά.

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Άγχουσα η κυματόφυλλη


Anchusa undulata L.

Boraginaceae
Φεβρουάριος 2011. Φωτογραφία Σταυρούλα Φατσέα


Το φυτό αυτό της μεγάλης οικογένεις των Βοραγινιδών είναι σχετικά σπάνιο στη Βόρεια Ευρώπη και πιο κοινό στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στη Νότια Ελλάδα και Ιταλία. Γνωστό από την αρχαιότητα, αναφέρεται στη Λυσιστράτη του Αριστοφάνη σαν ψιμύθιο, καλλυντικό που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να βάφουν τα μάγουλά τους κόκκινα*.Το λατινικό όνομα Anchusa προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό άγχουσα και το undulate = κυμματοειδής, που αναφέρεται στο σχήμα των φύλλων. Ο Διοσκουρίδης , ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και ο Γαληνός του αποδίδουν πολλές θεραπευτικές ιδιότητες κυρίως σε δερματικές παθήσεις μώλωπες και τσιμπήματα εντόμων και φιδιών.
*“ άγχουσα δε είδος βοτάνης, ής η ρίζα ερυθρά ή ερυθραίνουσι τα πρόσωπα αι γυναίκες.” Αριστοφάνης, Λυσιστράτη. Σουίδας


Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Αγχουζέλα η ποικιλόχρωμη



Anchusella variegata ( L.) Bigazzi, Nardi & Selvi

Boraginaceae

Ανατολικά Κύθηρα. Φεβρουάριος 2011
Ενδημικό της Νότιας Ελλάδας.Τα φύλλα του είναι λογχοειδή, αγκαθωτά με άσπρα στίγματα. Το μικρό άνθος με τις όμορφες ματζεντί βούλες έχει διάμετρο, περίπου 5 χιλιοστά.Το βρήκαμε στα Κύθηρα σε διάφορες τοποθεσίες ανατολικά και βόρεια κοντά στη θάλασσα και στα δυτικά του νησιού στα μεσόγεια. 

Φεβρουάριος 2011. Βορειοδυτικά Κύθηρα.
Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα