Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μωβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μωβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Τα Καλογέρια, οι βολβοί και ο Λινναίος

 

Στα Κύθηρα και όχι μόνον, η λαϊκή  ονομασία «καλογέρια» αναφέρεται σε  διάφορα είδη του γένους Muscari και συγγενών γενών (όπως Bellevalia), λόγω της χαρακτηριστικής μορφής και του σκούρου χρωματισμού της ταξιανθίας. Πιθανόν να  χρησιμοποιήθηκαν ανάλογα με την περιοχή και  άλλα  ονόματα, πάντως στα νότια του νησιού των Κυθήρων με το όνομα «καλογέρια» οι παλιότεροι κάτοικοι αναφέρονταν στα  είδη Μuscari commutatum (άγρια καλογέρια), Βellevalia dubia και Μuscari comosum (ήμερα καλογέρια). Μάζευαν τα νεαρά ανθισμένα φυτά και τα κατανάλωναν σαν βραστή σαλάτα. Κάποιοι μάλιστα έπιναν το σκουρόχρωμο ζουμί τους. (Προφορική μαρτυρία από την κ. Καλλιόπη από την Παλιόπολη) Από το τρίτο είδος Muscari comosum χρησιμοποιούσαν και τον βολβό όπως έχω περιγράψει σε προηγούμενο άρθρο. https://floracytherea.blogspot.com/search?q=leopoldia

 Η σύγχυση που προκύπτει από τη λαϊκή ονομασία «καλογέρια» είναι  χαρακτηριστικό παράδειγμα της κατάστασης που επικρατούσε στη βοτανική πριν από την καθιέρωση της επιστημονικής ονοματολογίας.Στην παραδοσιακή κοινωνία, η ονοματοδοσία των φυτών βασιζόταν σε εξωτερικά χαρακτηριστικά, χρήσεις ή συμβολισμούς. Έτσι, το όνομα «καλογέρια» πιθανόν να σχετίζεται με το σκούρο χρώμα των ανθέων ή με τη μορφή της ταξιανθίας που θυμίζει καλόγερο. Ωστόσο, αυτή η ποιητική και εμπειρική προσέγγιση, αν και πολιτισμικά πολύτιμη, δεν μπορούσε να εξασφαλίσει ακρίβεια. Το ίδιο όνομα μπορούσε να χρησιμοποιείται από διαφορετικές κοινότητες για διαφορετικά είδη, ενώ παράλληλα το ίδιο είδος μπορούσε να φέρει πολλαπλές ονομασίες.

Η ανάγκη για ένα σταθερό και καθολικά αποδεκτό σύστημα ονοματολογίας οδήγησε, τον 18ο αιώνα, στη ριζική τομή που επέφερε ο  Κάρολος Λινναίος (Carl Linnaeus). Με την καθιέρωση του διωνυμικού συστήματος, κάθε φυτό απέκτησε ένα μοναδικό επιστημονικό όνομα αποτελούμενο από δύο μέρη: το όνομα του γένους και το ειδικό επίθετο. Έτσι, η αμφισημία των λαϊκών ονομασιών αντικαταστάθηκε από μια σαφή και διεθνώς κατανοητή γλώσσα.

Στην περίπτωση των «καλογεριών», το διωνυμικό σύστημα επιτρέπει να διακρίνουμε με ακρίβεια αν αναφερόμαστε σε είδη του γένους Muscari ή σε συγγενή του γένους Bellevalia, τα οποία στο παρελθόν συχνά συγχέονταν, ακόμη και σε επιστημονικό επίπεδο, καθώς ορισμένα από αυτά είχαν αρχικά ενταχθεί στο ίδιο γένος. Η σαφής αυτή διάκριση είναι κρίσιμη όχι μόνο για τη βοτανική ταξινόμηση, αλλά και για την οικολογία, τη φαρμακολογία και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.

Παρά την επιστημονική πρόοδο, οι λαϊκές ονομασίες εξακολουθούν να επιβιώνουν και να χρησιμοποιούνται, διατηρώντας μια ζωντανή σχέση με την τοπική γνώση και την πολιτισμική παράδοση. Ωστόσο, η περίπτωση των «καλογεριών» υπενθυμίζει με σαφήνεια γιατί η επιστημονική ονοματολογία υπήρξε απαραίτητη: χωρίς αυτήν, η επικοινωνία για τον φυσικό κόσμο θα παρέμενε ασαφής, και η γνώση  θα μεταδιδόταν δύσκολα.

 

Σάββατο 9 Απριλίου 2016

Ανοιξιάτικοι βολβοί : "Πικρό στο στόμα,... γλυκό στο σώμα!"

Leopoldia comosa (L.) Parl.

Λεοπόλδια η δασύτριχη


Syn. Muscari comosum (L.) Mill.
        Hyacinthus comosus (L.) Mill.


Asparagaceae



Πολυετές βολβώδες φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο και την Ευρώπη με εξάπλωση έως το Ιράν ανατολικά και σαν επιγενές στη Βόρεια Αμερική και Αυστραλία.



Αρχικά το είδος ταξινομήθηκε στο γένος Μuscari εξ ου και το συνώνυμο το οποίο ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται ευρέως. Το γένος Leopoldia, το οποίο από πολλούς θεωρείται ακόμα σαν υπογένος του muscari περιλαμβάνει 12 είδη φυτών, που είναι αρκετά ψηλότερα από αυτά του γένους muscari ενώ τα άθνη είναι πιο αραιά κατανεμημένα στην ταξιανθία. 


Στην κορυφή της ταξιανθίας, το χαρακτηριστικό λοφίο σε έντονο μπλε μωβ χρώμα αποτελείται από στείρα άνθη ενώ χαμηλότερα τα γόνιμα άνθη είναι καφετιά με ωχροκίτρινο στόμιο. Ο βολβός είναι κοκκινωπός και έχει όριο ζωής πέντε με δέκα χρόνια κατά συνέπεια υπερσυλλογή μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των πληθυσμών του φυτού αφού τους στερείται η δυνατότητα να ανανεωθούν μέσω επικονίασης. (βλ παρακάτω περίπτωση στην Κρήτη)



Οι βολβοί της leopoldia είναι βρώσιμοι και από πολλούς λαούς της Μεσογείου θεωρούνται εξαιρετική λιχουδιά. Στην Απουλία της Νότιας Ιταλίας τους τηγανίζουν με αυγά και φτιάχνουν μια πικρούτσικη ομελέτα.
Στην Κρήτη οι βολβοί λέγονται ασκορδουλάκοι. Τρώγονται βραστοί ή τουρσί σαν μεζές ή συνοδευτικά σε πιάτα κρεατικών. Τα τελευταία χρόνια οι ντόπιοι παραπονούνται ότι λόγω υπερσυλλογής οι πληθυσμοί της leopoldia ελαττώνονται επικίνδυνα και υπάρχει ανάγκη προστασίας του φυτού. (Απόφαση Δήμου Φαιστού 16/2/2016)
Στα Κύθηρα τα λέμε καλογέρια, συλλέγονται την άνοιξη και αποτελούν ένα από τα αγαπημένα πιάτα της Καθαράς Δευτέρας. Χαράζονται σταυρωτά και βράζονται δύο τρία νερά να ξεπικρίσουν. Στη συνέχεια είτε σερβίρονται φρεσκοβρασμένοι με λαδόξυδο και σκορδαλιά, είτε συντηρούνται σαν τουρσί.
Στη νότια Ιταλία τους κάνουν ψητούς στα κάρβουνα με πολύ λάδι, αλάτι και πιπέρι. Μια παρόμοια συνταγή μου έδωσε ο φυσιολάτρης τσιριγώτης Παύλος Σοφίος. Τα πλένει καλά και αφαιρεί μόνο τα εξωτερικά φλούδια, τα ραντίζει με λάδι, αλάτι και πιπέρι τα τυλίγει σε λαδόκολλα και μετά σε αλουμινόχαρτο και τα ψήνει είτε στα κάρβουνα είτε στο φούρνο. Με τον τρόπο αυτόν γίνονται πολύ μαλακά χωρίς να χάνουν τα εξωτερικά στρώματα όπως γίνεται με το υπερβολικό βράσιμο.

Οι βολβοί ήταν δημοφιλές φαγητό ήδη από την αρχαιότητα. Ο στωικός φιλόσοφος Χρύσιππος στην πραγματεία του “Περί Καλού” καταγράφει ένα αρχαίο ρητό όπου ο χυλός από βολβούς και φακές θεωρείται αμβροσία στης παγωνιάς το κρύο ( Αθήναιος, Δ47).




Ο Διοσκουρίδης θεωρεί τους πικρούς βολβούς εξαιρετικούς για την διευκόλυνση της πέψης, με παυσίπονη δράση σε αρθριτικά και ρευματισμούς κ.α

...βολβὸς ἐδώδιμος εὐστόμαχος ὁ πυρρός, ἀπὸ Λιβύης κομιζόμενος, ὁ δὲ πικρὸς καὶ σκιλλώδης εὐστομαχώτερος, πεπτικός. πάντες δὲ δριμεῖς καὶ θερμαντικοί, συνουσίαν παρορμῶντες, τραχύνοντες γλῶσσαν καὶ παρίσθμια, πολύτροφοι καὶ σαρκοποιητικοί, ἐμπνευματοῦντες· ποιοῦσι δὲ καταπλασσόμενοι πρὸς στρέμματα καὶ θλάσματα καὶ σκόλοπας καὶ πρὸς τὰς τῶν ἄρθρων ὀδύνας καὶ ποδάγρας σὺν μέλιτι καὶ καθ᾽ ἑαυτούς, καὶ τὰ ἐπὶ τῶν ὑδρωπικῶν οἰδήματα καὶ κυνόδηκτα ὁμοίως σὺν μέλιτι·ἐπέχουσι δὲ καὶ ἱδρῶτας....” ΜΜ2.170
Το όνομα του γένους δόθηκε από τον Ιταλό βοτανολόγο Filippo Parlatore (1816-1877) προς τιμήν του Λεοπόλδου του ΙΙ, Μεγάλου Δούκα της Τοσκάνης (1797-1870). Επειδή το όνομα του γένους είναι ήδη ένα βαρύ φορτίο για το λεπτεπίλεπτο αυτό φυτό προτίμησα το δασύτριχη σαν χαρακτηριστικό επίθετο από το εύκομος που είναι μεν σωστό αλλά προσθέτει επιπλέον βάρος στο όνομα. 
Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό comosus-a-um=  ο έχων πλούσια κόμη, δασύτριχος ( αναφέρεται στον Πλίνιο, πυκνόφυλλος)
Θεωρούνται εξαιρετικό τονωτικό, διουρητικό και όπως όλα τα πικρά ενισχυτικό της πέψης και της όρεξης.

Το συνώνυμο muscari προέρχεται από την ελληνική λέξη μόσχος, (musk) μια ουσία με διαπεραστική οσμή,που εκκρίνεται από τους αδένες ζώων όπως του αρσενικού ελαφιού της Σιβηρίας ή φυτικών ειδών όπως του abelmoschus moschatus


Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2015

Βραχοσαλάτα, Σαλάτα του Γυαλού και Σταμναγκάθι

Chichorium spinosum L.


Compositae/Asteraceae




Πυκνός, αγκαθωτός χαμόθαμνος που φτάνει σε ύψος 20-25 πόντους. Εξαπλωμένος σε όλες τις ακτές της Μεσογείου από τη Μάλτα έως την Κύπρο. Ανθίζει από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τα φύλλα του λεία, σαρκώδη και οδοντωτά βγαίνουν κοντά στη βάση του φυτού ενώ τα εξωτερικά κλαδάκια έχουν αγκαθωτή απόληξη. Ανθίζει από τέλη Μαίου έως Σεπτέμβριο. Τα μωβ άνθη στις μασχάλες των βλαστών μοιάζουν με αυτά του κοινού ραδικιού (cichorium intybus)


Οι τρυφεροί βλαστοί τρώγονται σαν ωμή σαλάτα ή βρασμένοι. Γίνονται επίσης τουρσί. Θεωρούνται νόστιμη λιχουδιά ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου το φυτό σε άγρια κατάσταση είναι πολύ διαδεδομένο. Βέβαια η υψηλή ζήτηση και η καταστροφή των θάμνων από αλόγιστη συλλογή οδήγησε στην ανάγκη καλλιέργειας του φυτού με την αναμενόμενη υποβάθμιση της γεύσης και της διατροφικής του αξίας.

Στα Κύθηρα πριν την επικράτηση του τουριστικού πνεύματος το λέγαμε βραχοσαλάτα ή σαλάτα του γυαλού. Το κρητικό όνομα σταμναγκάθι οφείλεται στην συνήθεια των παλιών Κρητικών να βουλώνουν με το φυτό το στόμιο της στάμνας για να προστατεύσουν το νερό μέσα σ'αυτήν.

Οι παλιοί Τσιριγώτες το συνέλεγαν συνετά, προσέχοντας να μην καταστρέψουν τη ρίζα του θάμνου έτσι ώστε να το έχουν για πολλά χρόνια. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια ξεριζώνεται ολόκληρος το θάμνος με αποτέλεσμα οι αριθμοί του να έχουν μειωθεί δραματικά, ιδιαίτερα στα ανατολικά του νησιού όπου το πρόλαβα σε μεγάλη αφθονία γύρω στο 2000. Πρόσφατα επικράτησε και στα Κύθηρα το όνομα σταμναγκάθι για λόγους ευκολίας αναγνώρισης, κυρίως από τους επισκέπτες του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω καλλιεργείται σε μικρή κλίμακα ενώ για να καλυφθεί η αυξημένη ζήτηση της τουριστικής περιόδου γίνεται εισαγωγή όπως και στα υπόλοιπα λαχανικά.


Ο Θεόφραστος χρησιμοποιεί τη λέξη μυάκανθος για το φυτό (Περί Φυτών Ιστ. Vi 5,1) ενώ με το όνομα κιχώριο αναφέρεται στο cichorium intybus, το κοινό αγριοράδικο. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό επίθετο spinosus-a-um = αγκαθωτός.




Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ψωραλέα η ασφάλτοσμος

Bituminaria bituminosa (L.) C.H. Stirt.


Fabaceae/Leguminosae

Syn. Psoralea bituminosa L.


Ασφάλτιο το ασφάλτοσμο 




Πολυετές φυτό εξαπλωμένο σε όλη τη Μεσόγειο. Ανθίζει από τέλη Φεβρουαρίου ως τον Μάιο. Φαίνεται ένα ασήμαντο έως ενοχλητικό ζιζάνιο καθώς οι πολλές διακλαδώσεις των βλαστών του του δίνουν μεγάλο όγκο. Γεμίζει τις άκρες των δρόμων και καλλιεργημένα ή ακαλλιέργητα χωράφια στις αρχές τις άνοιξης. Τα φύλλα και οι βλαστοί αναδίδουν έντονη οσμή πίσσας εξ ου και το λατινικό όνομα και επίθετο, bituminosus -a um = αυτός που έχει οσμή πίσσας
Κάποια υποείδη θεωρούνται σπουδαία ζωοτροφή.

Κατά τον Διοσκουρίδη (Μ.Μ ΙΙΙ,109) οι σπόροι, τα φύλλα και η ρίζα του φυτού Τρίφυλλον, το οποίο αναφέρεται στην ψωραλέα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία παθήσεων του ουροποιητικού, της επιληψίας, της υδρωπικίας στα αρχικά στάδια, σαν κατάπλασμα απαλύνει τον πόνο από δαγκώματα φιδιών και γενικά είναι καλό αντίδοτο στα περισσότερα δηλητήρια:

τρίφυλλον· οἱ δὲ ὀξύφυλλον καλοῦσι [οἱ δὲ μινυανθές, οἱ δὲ ἀσφάλτιον, οἱ δὲ κνήκιον, Ῥωμαῖοι τριφόλιουμ ἀκούτουμ, οἱ δὲ τριφόλιουμ ὀδοράτουμ]. θάμνος ἐστὶ πήχεως ἢ μείζων, ῥάβδους ἔχων λεπτάς, μελαίνας, σχοινώδεις, παραφυάδας <πολλὰς> ἐχούσας, ἐφ᾽ ὧν φύλλα ὅμοια λωτῷ τῷ δένδρῳ, τρία καθ᾽ ἑκάστην βλάστησιν· ὀσμὴ δὲ αὐτῶν ἄρτι μὲν φυομένων πηγάνου, αὐξηθέντων δὲ ἀσφάλτου· ἄνθος δὲ ἀνίησι πορφυροῦν, σπέρμα δὲ ὑπόπλατυ, ὑπόδασυ, ἐκ τοῦ ἑτέρου πέρατος ὥσπερ κεραίαν ἔχον· ῥίζα λεπτή, μακρά, στερεά. {2} βοηθεῖ δὲ τὸ σπέρμα καὶ τὰ φύλλα πινόμενα ἐν ὕδατι πλευριτικοῖς, δυσουροῦσιν, ἐπιλημπτικοῖς, ἀρχομένοις ὑδρωπιᾶν, ὑστερικαῖς· ἄγει δὲ καὶ καταμήνια. δεῖ δὲ διδόναι τοῦ μὲν σπέρματος δραχμὰς τρεῖς, τῶν δὲ φύλλων δραχμὰς τέσσαρας· ἀρήγει δὲ καὶ θηριοδήκτοις σὺν ὀξυμέλιτι τὰ φύλλα πινόμενα. ἱστόρησαν δέ τινες ὅτι ὅλου τοῦ θάμνου καὶ τῆς ῥίζης τὸ ἀφέψημα καὶ τῶν φύλλων καταντλούμενον ἐπὶ τῶν ἑρπετοδήκτων παραιτεῖται τοὺς πόνους. ἐὰν δὲ θεραπευθείς τις τῷ ὕδατι [ἐὰν] ἕτερον ἕλκος ἔχων καταντληθῇ, τὰ αὐτὰ πάσχει τοῖς δηχθεῖσι. ποτίζουσι δέ τινες ἐπὶ μὲν τριταίου τρία φύλλα ἢ τρία σπερμάτια ἐν οἴνῳ, ἐπὶ δὲ τεταρταίου τέσσαρα, ὡς λύοντα τὰς περιόδους· μείγνυται δὲ αὐτῆς ἡ ῥίζα καὶ ἀντιδότοις.”



Η παραδοσιακή λαϊκή θεραπευτική στα Βαλκάνια χρησιμοποιεί την ψωραλέα για θεραπεία δερματικών ασθενειών καθώς και ενίσχυση του τριχωτού της κεφαλής, ενώ στη Μάλτα υπάρχει καταγραφή χρήσης της για θεραπεία των ρευματικών πόνων. Υπάρχει ομοιοπαθητικό φάρμακο που φτιάχνεται από το φυτό με τη συντομογραφία psoral.




Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει σε ένα βαθμό την παράδοση. Εκχύλισμα όλων των μερών του φυτού παρουσιάζεται πλούσιο σε δραστικά συστατικά που έχουν σημαντικές αντιβακτηριδιακές και αντιοξειδωτικές ιδιότητες. (Azzouzi S, et al. 2014). Πειράματα σε κουνέλια δείχνουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα στη θεραπεία δερματικών παθήσεων και συγκεκριμένα της λεύκης.(Kurian-Sankar 2007)


Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Hρύγγιο το παράλιο


Eryngium maritimum L.


Γαλανάγκαθο, Αγκαθιά
Apiaceae



Αβλέμονας, Κύθηρα 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές φυτό, αυτοφυές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές ακτές, σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους.
Το ασήμαντο εκ πρώτης όψεως αυτό αγκάθι μεταμορφώνεται σε σπάνιο κόσμημα την εποχή της ανθοφορίας του. Τα σκληρά αγκαθωτά φύλλα του και τα λεπτεπίλεπτα άνθη έχουν χρώμα μπλέ μωβ ή ασημοπράσινο και προσελκύουν πλήθος επικονιαστών. Οι ρίζες μπορούν να φτάσουν έως και ένα μέτρο μήκος και συγκρατούν τα χαλαρά αμμώδη εδάφη αποτρέποντας τη διάβρωσή τους.


Το φυτό ονομάζεται ηρύγγιο από τον Θεόφραστο και το Διοσκουρίδη και θεωρείται ήδη από την αρχαιότητα ευεργετικό σε περιπτώσεις ηπατικών και στομαχικών παθήσεων, κατακράτησης υγρών, αερίων. Σε αυτή του την ιδιότητα οφείλει το όνομα του. Ερύγγιο ή ηρύγγιο από το ρήμα ερυγγάνω = ερεύγομαι και ρεύγομαι = ρεύομαι= εκβάλλω στομαχικά αέρια από το στόμα
Το αφέψημα της ρίζας του θεωρείται ότι έχει διουρητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ακόμα στην λαϊκή ιατρική σε παθήσεις του ουροποιητικού. Το eryngium maritimun είναι επίσης ευρέως χρησιμοποιούμενο ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι οι τρυφεροί βλαστοί αλλά και οι ρίζες τρώγονται, συνήθεια που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες περιοχές, όπου τρώγεται σαν βραστή σαλάτα με λαδόξιδο και σκόρδο ή μαγειρεμένο με αρνί φρικασέ, σε ομελέτες κλπ. Η μαγειρεμένη ρίζα έχει γεύση γλυκιά σαν του κάστανου. Οι Αγγλοσάξωνες τη ζαχαρώνουν και φτιάχνουν καραμέλες που είναι περιζήτητες.

Αν και το είδος έχει μεγάλη εξάπλωση, θεωρείται απειλούμενο και σε μερικά μέρη της Ευρώπης υπό εξαφάνιση ( ανατολική Σκωτία ) αφού τα φυσικά ενδιαιτήματά του δέχονται μεγάλες πιέσεις κυρίως λόγω της τουριστικής “ανάπτυξης” και έλλειψης ενημέρωσης των επισκεπτών που συχνά το μαζεύουν σαν ενθύμιο.


Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Αμάραντα


Limonium sinuatum (L.) Miller

Λειμώνιο το δαντελωτό 


Plumbaginaceae


Κύθηρα,  2011- 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα




Αειθαλές φυτό που αναπτύσσεται από ξυλώδες ρίζωμα σε παράλιες περιοχές όλης της Μεσογείου , αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου. Τα σέπαλα του άνθους έχουν ευχάριστο μωβ χρώμα που παραμένει αναλλοίωτο για πολύ καιρό αν αποξηρανθεί μακριά από άμεσο ηλιακό φως. Ετσι από πολλούς ονομάζεται αμάραντο και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε αποξηραμένες συνθέσεις μαζί με καλλιεργούμενα υβρίδια σε διάφορα χρώματα.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη λειμών = λιβάδι , ενώ το επίθετο sinuatum = με δαντελωτή άκρη, αναφέρεται στην όψη των σεπάλων.




Η κοινή ονομασία στην αγγλική γλώσσα sea lavender, αναφέρεται στο θαυμάσιο μωβ χρώμα του που είναι όμοιο με της λεβάντας, και στους οικότοπους που προτιμά, κατά κανόνα, κοντά στην θάλασσα. Στα Κύθηρα το συναντούμε στις βορειοανατολικές και ανατολικές ακτές όπου μερικές φορές φυτρώνει ακόμα και πάνω στην άμμο.  

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Μπλαβομάνητας


Lepista nuda (Bull.) Cooke

syn. Clitocybe nuda (Fr.) H.E. Bigelow& A.H. Sm.
syn. Tricholoma nudum (Bull. Ex Fr.)

Tricholomataceae



Κύθηρα, Δεκέμβριος 2011. Φωτογραφίες, κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα
Βρήκα αυτό το υπέροχο μανιτάρι σε αρκετά σημεία του νησιού των Κυθήρων, πότε ανάμεσα στις πευκοβελόνες, πότε κρυμμένο καλά στη σκιά πυκνών θάμνων. Πολλοί στο νησί, το λένε μπλαβομάνητα και δεν το τρώνε, παρόλο που στη βιβλιογραφία θεωρείται βρώσιμο αν είναι καλά μαγειρεμένο. Ωμό είναι δυνατό να προκαλέσει από αλλεργίες έως και σοβαρές δηλητηριάσεις. Το χρώμα του από απαλό λιλά έως βαθύ μωβ ξεθωριάζει σε ωχροκαφέ όταν το μανιτάρι γεράσει. Εχει χαρακτηριστικό φρουτώδες άρωμα που μαζί με άλλα χαρακτηριστικά, το ξεχωρίζει από άλλα παρόμοια μανιτάρια που είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη. Αν κανείς δεν είναι απολύτως σίγουρος καλό είναι να μην καταναλώνει άγρια μανιτάρια!!


Το όνομα lepista προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό λεπαστή που σήμαινε ρηχό κύπελλο με σχήμα πεταλίδας ( λεπάς). Το επίθετο nuda από το λατινικό nudus – a – um = γυμνός αναφέρεται στην έλλειψη της χαρακτηριστικής “φουστίστας” που έχουν τα περισσότερα μανιτάρια. 'Οσον αφορά την ταξινόμηση πολλοί βοτανολόγοι θεωρούν ότι το είδος πρέπει να καταταχθεί στο γένος Clitocybe εξ ου και το συνώνυμο το οποίο από πολλούς θεωρείται σωστότερο.  




Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011

Κολχικά... Οι Μαγισσούλες του φθινοπώρου


Colchicum cupanii Gussone

Liliaceae / Colchicaceae
   

Κύθηρα, φθινόπωρο 2011. Φωτογραφίες, κείμενα Σταυρούλα Φατσέα

Το γένος περιλαμβάνει περίπου εξήντα είδη πολυετών φυτών που είναι αυτοφυή στη Δυτική Ασία την Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Πολλά είδη καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά σε όλο τον κόσμο και τα υβρίδια που έχουν δημιουργηθεί είναι πολύ εντυπωσιακά. Συχνά γίνεται σύγχιση με το γένος crocus το οποίο όμως ανήκει σε εντελώς διαφορετική οικογένεια ( Ιridaceae) και είναι ακίνδυνο και πολλές φορές βρώσιμο σε αντίθεση με τα κολχικά που είναι πολύ τοξικά και επικίνδυνα.

Colchicum cupanii Guss.
Τα κολχικά εκτιμώνται ιδιαίτερα για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες και μέρη του φυτού χρησιμοποιούνται από την αρχαιτότητα μέχρι σήμερα, στην κλασσική και ομοιοπαθητική θεραπευτική, για την αντιμετώπιση ρευματοπαθειών,κυρίως της ουρικής αρθρίτιδας. Πάντως όλα τα μέρη του φυτού είναι εξαιρετικά δηλητηριώδη αφού περιέχει το αλκαλοειδές κολχικίνη και σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς ειδική επεξεργασία, και εξειδικευμένες γνώσεις. Τα συμπτώματα δηλητηρίασης από κολχικό μοιάζουν με αυτά του αρσενικού και γύρω στα 5 γρ αρκούν για να προκαλέσουν το θάνατο.

Colchicum cupanii Guss. ?
Το φυτό πήρε το όνομά του από την περιοχή προέλευσης του, την Κολχίδα, πατρίδα της μάγισσας Μήδειας που κατά μία εκδοχή σκότωσε τα παιδιά της χρησιμοποιώντας δηλητήριο από τους βολβούς του κολκικού.

Στο συγκεκριμένο είδος, που είναι ενδημικό της Μεσογείου, το χαρακτηριστικό επίθετο cupanii δόθηκε προς τιμήν του Fr. Francis Cupani (1657-1710) που διετέλεσε διευθυντής των βοτανικών κήπων του Μισιλμέρι κοντά στο Παλέρμο και συγγραφέας του 'Ηortus Catholicus”

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Πρόσπερο το φθινοπωρινό


Prospero autumnale (L.) Speta

Syn. Scilla autumnalis L.

Liliaceae/Hyacinthaceae

Κύθηρα, Φθινόπωρο 2011.
Φωτογραφίες, κείμενα: Σταυρούλα Φατσέα
Μικρό στολίδι του φθινοπώρου από αυτά, που για να τα δεις, πρέπει να σκύψεις με προσοχή και έννοια. Ο βολβός του περιμένει τα πρωτοβρόχια για να ανθίσει στις αρχές Οκτωβρίου. Τα μικρά κρινάκια ανοίγουν σταδιακά από τη βάση προς την κορυφή της ανθοταξίας.

Το φυτό υπάρχει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, σε φρυγανότοπους, πετρώδεις και βραχώδεις τοποθεσίες.  
Το αρχικό όνομα που δόθηκε από τον Λινναίο, Scilla, παραπέμπει στο γένος που ανήκει και η ασκέλα ( Scilla maritima, βλ. σχετική παλιότερη ανάρτηση) και γι αυτό πιθανολογείται ότι το φυτό είναι τοξικό.
 Το όνομα από το λατινικό ρήμα prospero=παρέχω καλό οιωνό, δίνω ελπίδα. 
Το επίθετο από τo λατινικό autumnus ή auctumnus=φθινόπωρο>autumnale=φθινοπωρινό 

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Άκανθος η ακανθώδης


Acanthus spinosus L.

Acanthaceae



Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Πολυετές φυτό εξαιρετικά ανθεκτικό,ενδημικό της Μεσογείου, Νότιας Ευρώπης και Δυτικής Ασίας. Μαζί με τα συγγενικά είδη Acanthus mollis και Acanthus balcanicus καλλιεργoύνται σαν καλλωπιστικά σε όλο τον κόσμο.
Το λατινικό όνομα προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ακίς=αιχμηρό αντικείμενο, βελόνα + άνθος ενώ το επίθετο από το λατινικό spina = αγκάθι > spinosus = αγκαθωτός
Η άκανθος, ή άκανθα έδωσε το όνομά της στη διακόσμηση του κορινθιακού κιονόκρανου αφού όπως μας παραδίδεται ήταν η πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο καλλιτέχνημα.



Χαρακτικό του Cl. Perrault, 1684
Ο Καλλίμαχος (5ος αιώνας π.Χ ) παρατήρησε ένα καλάθι με παιχνίδια σκεπασμένο με μια μικρή πλάκα, πάνω στον τάφο ενός μικρού κοριτσιού ( κάποιοι λένε πως ήταν η ίδια του η κόρη). Την επόμενη Ανοιξη παρατήρησε ότι άκανθοι που είχαν φυτρώσει γύρω από το καλάθι είχαν σχεδόν αγκαλιάσει την πλάκα και τα φύλλα τους χάιδευαν τις πλευρές του καλαθιού. Αυτό του έδωσε την ιδέα για το κλασσικό κορινθιακό κιονόκρανο που θεωρήθηκε το πιο πλούσια διακοσμημένα της αρχαιότητας, και αγαπήθηκε ιδιαίτερα στη Ρωμαϊκή εποχή αλλά και διαχρονικά. Χαρακτηριστικό δείγμα οι στύλοι του ναού του Ολυμπίου Διός, κοντά στην Πύλη του Ανδριανού στο κέντρο της Αθήνας.



Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

Θυμάρι



Thymus capitatus (L.) Hoffmanns&Link
Syn. Coridothymus capitatus (L.) Rchb.f

Lamiaceae


 Αειθαλής θάμνος αυτοφυής σε όλη τη Μεσόγειο. Χρησιμοποιείται ευρύτατα για θεραπευτικούς σκοπούς από την αρχαιότητα. Οι Σουμέριοι το χρησιμοποίησαν σαν καρύκευμα και φάρμακο.Στην Αρχαία Αίγυπτο χρησιμοποιήθηκε στο βαλσάμωμα των νεκρών. Στην Αρχαία Ελλάδα σαν λιβάνι για τον καθαρισμό των ναών. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος λέει πως όταν καίγεται το θυμάρι διώχνει όλα τα κακόβουλα πλάσματα. Ο Διοσκουρίδης περιγράφει 5 είδη θυμαριού μεταξύ αυτών και το γνωστό μας μεσογειακό θυμάρι. Συστήνει το φυτό για αναπνευστικά προβλήματα, σαν αποχρεμπτικό για το άσθμα και εξωτερικά σαν απολυμαντικό των πληγών μαζί με ξύδι.

Είναι πολύ δημοφιλές σαν καρύκευμα και συντηρητικό τροφών ήδη από την αρχαιότητα. Από τη Ρωμαϊκή εποχή χρησιμοποιήθηκε σαν συντηρητικό και αρωματικό τυριών και η φράση “μυρίζει θυμάρι” σήμαινε έπαινο για το φαγητό. Στην περίφημη γαλλική κουζίνα το θυμάρι κατέχει σημαντική θέση και υπάρχει πάντα στο ματσάκι μυρωδικών (bouquet garnis)

Παλιοί θρύλοι λένε ότι το θυμάρι δίνει θάρρος και αισιοδοξία απομακρύνοντας την μελαχγολία και τη δειλία. Σε αρχαίες τελετουργίες πολεμιστές έκαναν μπάνιο με θυμάρι πριν τη μάχη για να αποκτήσουν δύναμη και θάρρος.Στο Μεσαίωνα οι κυρίες κεντούσαν μια μέλισσα πάνω σε ένα κλαδί θυμάρι στα μαντήλια που έκαναν δώρο στους ιππότες τους.

Στην παραδοσιακή ελληνική θεραπευτική οι παλιοί χρησιμοποιούσαν το θυμάρι για τον πονόδοντο, το βήχα, τις βρογχίτιδες και σαν αποσμητικό. Η σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει ότι οι δραστικές ουσίες που περιέχει έχουν έντονη αντισηπτική , χωνευτική και αντιπυρετική δράση. Είναι επίσης τονωτικό των ούλων!!! 
Λίγες σταγόνες αιθέριο έλαιο θυμαριού σε κάποιο λάδι βάσης κάνουν καλό σε τσιμπήματα εντόμων, επιφανειακές πληγές, πονοκεφάλους, ρευματισμούς κ.α. Μια παράδοση λέει πως ένα κλαράκι θυμάρι κάτω από το μαξιλάρι διώχνει την αυπνία και εξασφαλίζει ήρεμο ύπνο.

Σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Ευρώπης το θυμάρι ( για την ακρίβεια κάποιο από τα πολλά είδη που είναι αυτοφυή στις περιοχές αυτές) θεωρήθηκε σύμβολο θάρρους και ανδρείας, επουλωτικό, διεγερτικό, τονωτικό,αφροδισιακό. Αν, ακολουθώντας τη ρήση του Αντισθένη “ Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις”, ερευνήσουμε τη ρίζα του λατινικού ονόματος θα δούμε τη σχέση που η θαυμάσια αρχαία ελληνική γλώσσα εκφράζει μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου. Το όνομα thymus προέρχεται από το αρχαίο ελληνικός θυμός = θάρρος, ζωτική δύναμη, πάθος. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα ένα από τα τρία μέρη της ψυχής είναι ο θυμός, η κινητήρια δύναμη των ευγενών συναισθημάτων. Αξίζει να σημειωθεί η σχέση με το ρήμα θύω που αρχικά σήμαινε βγάζω καπνούς και στη συνέχεια θυσιάζω.Το θυμίαμα ( λέξη από την ίδια ρίζα) ευφραίνει τους παντοδύναμους θεούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα με το έντονο άρωμα των αρωματικών φυτών που καίγονται προσφορά σε κείνους.


Κύθηρα, Ιούνιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα


Κορυφαίο μελισσοτροφικό φυτό, δίνει το εξαιρετικό θυμαρίσιο μέλι το οποίο από πολλούς θεωρείται ανώτερο όλων. Στο θυμάρι κυρίως οφείλεται η υπέροχη γεύση του Κυθηραϊκού μελιού, αφού το είδος Thymus capitatus που κυριαρχεί στο Τσιρίγο, Ιούνιο και Ιούλιο είναι από τα πιο αρωματικά είδη θυμαριού.  

Σάββατο 11 Ιουνίου 2011

Δελφίνιο


Delphinium L.

Ranunculaceae
Κύθηρα Μάϊος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Περίπου 500 είδη ανήκουν στο γένος delphinium, μερικά από αυτά, εντυπωσιακά καλλωπιστικά με υπέροχα χρώματα. Υπάρχουν επίσης υβριδικά είδη που είναι προϊόντα προσεκτικής και πολύχρονης καλλιέργειας.
Το γένος ονομάστηκε έτσι ήδη από τους Aρχαίους Έλληνες λόγω της ομοιότητας του άνθους, με το δελφίνι, αρχ. ελλ. Δελφίς> μτγν δελφίν – ĩνος.


Στην Ελλάδα καταγράφονται περίπου δώδεκα είδη αυτοφυούς δελφινίου, μεταξύ αυτών και το τοπικό ενδημικό delphinium hellenicum Pawl. Κατά τον καθηγητή Α. Γιαννίτσαρο (Additions to the Flora of Kythira II, 2004) το νοτιότερο μέρος όπου το συγκεκριμένο είδος έχει καταγραφεί είναι τα Κύθηρα.

delphinium peregrinum ssp gracile?

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Φασκομηλέα


Salvia fruticosa Mill. ( Salvia triloba) L.

Lamiaceae/ Labiateae


Κύθηρα, Απρίλιος 2011.
Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
 Το γένος Salvia περιλαμβάνει περίπου 900 είδη φυτών με εξάπλωση στις εύκρατες και τροπικές περιοχές της γης. Αρκετά από αυτά με μεγάλα εντυπωσιακά άνθη, καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά. Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη Salvia με κοινά ονόματα όπως φασκομηλιά, χαχομηλιά, αλισφακία, αλιφασκιά, ιεροβότανο, αγιάννης, γοργόγιαννης κ.α. Τα σημαντικότερα αυτοφυή είδη στην Ελλάδα είναι η Salvia officinalis ( σπάνιο ) και η Salvia fruticosa (triloba) (κοινό).Το δεύτερο πιθανόν είναι ο ελελίσφακος του Θεόφραστου. (βλ. παρακάτω)
Το όνομά salvia χρησιμοποίησε πρώτος ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και προέρχεται από το λατινικό ρήμα salvare= σώζω, διασώζω. Η νέα ελληνική λέξη φασκομηλιά προέρχεται με αντιμετάθεση από το μεσν. Σφακομηλέα= σφάκος + μηλέα ( Μπαμπινιώτης 1998) Σφάκος είναι αρχαιότατη λέξη που δήλωνε είτε τη φασκομηλιά είτε ένα είδος λειχήνα με ευχάριστη οσμή αλλά πολύ πικρή γεύση. Η λέξη παραμένει σε πολλές νοελλληνικές διαλέκτους ( Κρήτη, Κύθηρα) και δηλώνει συνήθως κάτι πολύ πικρό. ( σπάκα, αγριόσπακα = η πικροδάφνη στα Κύθηρα)

Είναι πασίγνωστο πια το αραβικό ρητό: “ Γιατί να πεθάνει κάποιος όταν έχει φασκόμηλο στην αυλή του;”. Οι σπουδαίες φαρμακευτικές ιδιότητες του φασκόμηλου έχουν περιφραφεί από την αρχαιότητα. Οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν “φυτό ιερό”, και πίστευαν ότι αποτρέπει τον θάνατο. Αναφέρεται στον Θεόφραστο,ο οποίος διακρίνει δύο είδη τον “σφάκον” και τον “ελελίφασκον”.

Σφάκος δε και ελελίσφακος διαφέρουσιν ωσάν το μεν ήμερον, το δε άγριον. Λειότερον γαρ το φύλλον του σφάκου και έλαττον και αιχμηρότερον, το δε του ελελίσφακου τραχύτερον”
Θεόφραστος Περί φυτών ιστορίας, 6,2,5

Επίσης αναφέρεται στον Ιπποκράτη, τον Διοσκουρίδη, τον Αέτιο,τον Γαληνό, κ.α
Οι Γάλλοι το έχουν σε μεγάλη εκτίμηση και το χρησιμοποιούν με διάφορους τρόπους στην περίφημη κουζίνα τους, σαν αρωματικό σε τουρσιά και καπνιστά. Οι Κινέζοι το ονομάζουν “τσάι ελληνικό” και συχνά το θεωρούν ανώτερο του δικού τους.


Σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες το είδος Salvia fruticosa αναφέρεται σαν “ελληνικό φασκόμηλο”: sauge grecque, greek sage, graesk salvie, griechischer salbei. Η αφθονία του στην ελληνική φύση και ο συνδυασμός κλίματος και εδαφικών χαρακτηριστικών του προσδίδουν εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες που συγκρίνονται με αυτές του είδους Salvia officinalis. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θεωρείται ανώτερο κυρίως λόγω του λεπτού αρώματος και της μικρότερης τοξικότητας σε περίπτωση υπερβολικής κατανάλωσης. Αναγνωρίζεται σαν θαυμάσιο τονωτικό, αντιρευματικό, εξαιρετικό καλλυντικό για το δέρμα, τα μαλλιά και τα δόντια, στυπτικό, αντισηπτικό, επουλωτικό, αποχρεμπτικό. Κυρίως όσον αφορά το είδος salvia officinalis xρειάζεται προσοχή γιατί υπερβολική κατανάλωση μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στον ανθρώπινο οργανισμό.




Στα Κύθηρα συλλέγουμε τις κορυφές της φασκομηλιάς μετά την ανθοφορία και πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια. [Θεωρείται ότι αυτή της Αγίας Μόνης είναι η καλύτερη στο νησί. Μάλλον πρέπει να πω, ήταν αφού η περυσινή φωτιά μείωσε σοβαρά τον πληθυσμό της. Τη δουλειά αποτελειώνουν τα κατσίκια που βόσκουν στην περιοχή ανενόχλητα και μειώνουν τις πιθανότητες να επανέλθει μετά από χρόνια.] Την αποξηραίνουμε σε ξηρό και σκοτεινό μέρος για περίπου ένα μήνα. Υπήρξε το αγαπημένο ρόφημα των παλιότερων. Τα τελευταία χρόνια δεν είναι και τόσο δημοφιλές είτε εξ αιτίας της ιδιαίτερης γεύσης είτε διότι αντικαταστάθηκε από άλλα μοντέρνα ροφήματα. Κρίμα για μας! Θα μπορούσαμε πολλαπλά να ωφεληθούμε αφού εκτός των άλλων συμβάλλει και στην όξυνση των νοητικών λειτουργιών κάτι που μάλλον μας χρειάζεται επειγόντως!


Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Λιμόδωρο το αποβάλλον


Limodorum abortivum (L.) Schwartz, 1753


Orchidaceae




Πανέμορφη λεπτοκαμωμένη ορχιδέα που βρήκα στα βόρεια του νησιού. Η ομορφιά του άνθους της συγκρίνεται με τις μεγαλοπρεπείς τροπικές συγγενείς της.
Το λιμόδωρο το αποβάλλον, όπως προτιμώ να το λέω, (θεωρώ την μετάφραση του abortivum ως εκτρωτικό κάπως άκομψη βλ.ετυμολ. παρακάτω) είναι σχετικά κοινό σε όλη τη Μεσόγειο ενώ υπάρχει και στην κεντρική Ευρώπη. Το στέλεχος και τα φύλλα, που δεν αναπτύσσονται πλήρως αλλά έχουν μορφή φολίδας είναι σκούρο μωβ γκρί χρώμα και δεν περιέχουν χλωροφύλλη. Το φυτό δεν κάνει φωτοσύνθεση αλλά εξαρτάται από άλλους οργανισμούς για να αναπτυχθεί. Ωστόσο δεν θεωρείται παρασιτικό, αλλά συμβιωτικό με ορισμένους μύκητες (rusella fungus) που εξασφαλίζουν την ανάπτυξή του. Το δυνατό υπόγειο τμήμα του, το ρίζωμα, μπορεί να υπάρχει έως και 10 χρόνια πριν ανθίσει. Γι αυτό ίσως θεωρείται από πολλούς σπάνιο.
Κύθηρα Απρίλιος 2011. Φωτογραφίες Σταυρούλα Φατσέα
Το λατινικό όνομα προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από το αρχαίο ελληνικό 
λειμών = λιβάδι και το δώρον ενώ το επίθετο abortivum από το λατινικό aborior που σημαίνει απoβάλλω, και αναφέρεται στα ελλιπή η υποσχηματισμένα φύλλα του φυτού, ή στο ότι τα άνθη μαραίνονται και πεθαίνουν, πριν ανθίσουν πλήρως.