Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόκκινο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Αβρινέοι στα Κύθηρα, Αβρωνιές στην Κρήτη

Dioscorea communis (L.) Caddick & Wilkin

Syn. Tamus communis L.

Dioscoreaceae

Αναρριχώμενο, περιελισσόμενο φυτό που μπορεί να φτάσει τα 3μ. ύψος. Αυτοφυές στη μεσογειακή λεκάνη, έχει εξαπλωθεί σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης και της Δυτικής Ασίας. Απαντά σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, από θαμνώνες και δάση μέχρι φράχτες και άκρες δρόμων, συνήθως σε εδάφη με καλή αποστράγγιση και επαρκή υγρασία (Tutin et al., 1980· Pignatti, 2017).

Τα μεγάλα, λαμπερά φύλλα του έχουν χαρακτηριστικό καρδιόσχημο σχήμα, ενώ οι καρποί είναι έντονες κόκκινες ρόγες. Τα μικροσκοπικά, ωχροκίτρινα άνθη είναι αρσενικά και θηλυκά σε διαφορετικά φυτά (δίοικο είδος) και εμφανίζονται σε χαλαρούς βότρεις. Σε αντίθεση με άλλα αναρριχώμενα φυτά, δεν φέρει έλικες αλλά αναρριχάται περιελισσόμενο γύρω από άλλα φυτά.

Φωτογραφία από τον Δημήτρη Πανάρετο 

Η μεγάλη κονδυλώδης ρίζα του έχει σκούρο, σχεδόν μαυριδερό περίβλημα και, παρόλο που θεωρείται ένα από τα παλαιότερα καθαρτικά, περιέχει τοξικές ουσίες (κυρίως σαπωνίνες και παράγωγα στεροειδών) και η χρήση της ενέχει κινδύνους (Mabberley, 2017).

Όλα τα μέρη του φυτού είναι τοξικά για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα οι καρποί και η ρίζα, και παρόλο που από την αρχαιότητα αναφέρονται θεραπευτικές ιδιότητες (διουρητικό, εμετικό, κατά των αρθριτικών, κατά των εγκαυμάτων, καθαρτικό κ.ά.), συνιστάται να αποφεύγεται πλήρως η εσωτερική χρήση του (RHS, 2023).

Αρκετοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι πρόκειται για το φυτό που ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης περιγράφει ως «ἄμπελος μέλαινα». Ωστόσο, νεότερες μελέτες δείχνουν ότι η ταύτιση αυτή είναι μάλλον εσφαλμένη, καθώς η περιγραφή του Διοσκουρίδη αναφέρεται σε φυτό με έλικες και μαύρους καρπούς, χαρακτηριστικά που δεν αντιστοιχούν στο Dioscorea communis, αλλά ταιριάζουν περισσότερο στο είδος Bryonia alba (Renner & Scarborough, 2008).

....ἄμπελος μέλαινα· [οἱ δὲ βρυωνία μέλαινα,] οἱ δὲ Χειρώνιον, [οἱ δὲ βουκράνιον, Ῥωμαῖοι ὄβα ταμίνια, οἱ δὲ ὄβα ταμνούτα, οἱ δὲ βίτις ἄλβα, Δάκοι πριάδιλα, οἱ δὲ πατρίνα, Ἄφροι λαουωθέν]· φύλλα ἐστὶ κισσῷ ὅμοια, μᾶλλον δὲ πρὸς τὰ τῆς μίλακος, καὶ οἱ καυλοὶ <δέ>· μείζονα δὲ ταῦτα. ἐλλαμβάνεται δὲ καὶ αὕτη τῶν δένδρων ταῖς ἕλιξι· καρπὸς δὲ βοτρυώδης, χλωρὸς κατ᾽ ἀρχήν, πεπανθεὶς δὲ μέλας γίνεται· ῥίζα μέλαινα ἔξωθεν, ἔνδοδεν δὲ πυξοειδής. {2} καὶ ταύτης οἱ καυλοὶ κατὰ τὴν πρώτην ἐκβλάστησιν λαχανεύονται· εἰσὶ δὲ διουρητικοί, καταμηνίων κινητικοί, τηκτικοὶ σπλημνός, ἐπιλημπτικοῖς τε καὶ παραλυτικοῖς καὶ σκοτωματικοῖς ἁρμόζουσιν. ἡ δὲ ῥίζα δύναμιν ὁμοίαν τῇ λευκῇ κέκτηται, πρὸς τὰ αὐτὰ ἁρμόζουσαν, ἧττον μέντοι ἐνεργεῖ. ποιεῖ δὲ καὶ πρὸς τοὺς τῶν ὑποζυγίων λόφους, ἐπειδὰν ἑλκωθῶσι, τὰ φύλλα σὺν οἴνῳ καταπλασσόμενα καὶ πρὸς στρέμματα ὁμοίως ἐπιτίθεται.

Διοσκουρίδης,   Περί Ύλης Ιατρικής,   4.183






Με τον ίδιο τρόπο, το φυτό διατήρησε κοινές ονομασίες που συνδέονται με τη βρυωνία (αβρωνία, αβρωνιές, οβριοί, αβρινέοι στα Κύθηρα, black bryony στα Αγγλικά κ.ά.). Η γαλλική ονομασία herbe aux femmes battues («βότανο για δαρμένες γυναίκες») αποδίδεται στη λαϊκή χρήση καταπλασμάτων από τη ρίζα για την αντιμετώπιση μωλώπων και εκχυμώσεων.

Η παλαιότερη ονομασία Tamus πιθανώς σχετίζεται με το λατινικό taminia uva που αναφέρει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος για συγγενές αναρριχώμενο φυτό, χωρίς να είναι βέβαιη η ταύτιση. Η σύγχρονη ονομασία Dioscorea δόθηκε προς τιμήν του Πεδάνιου Διοσκουρίδη, ενώ το επίθετο communis σημαίνει «κοινός».

Στα Κύθηρα οι νεαροί βλαστοί του φυτού, γνωστοί ως αβρινέοι, συλλέγονται την άνοιξη και καταναλώνονται  σαν βρστή σαλάτα συχνά μαζί με άγρια σπαράγγια. Τρώγονται πάντοτε βρασμένοι, με χοντρό αλάτι και λαδολέμονο. Πρόκειται για πολύ δημοφιλές πιάτο ιδιαίτερα για αυτούς που αρέσκονται στις πικρές γεύσεις. Αρκετοί μου είπαν ότι πίνουν ακόμα και το ζουμί στο οποίο έβρασαν τους αβρινέους το οποίο αλλάζει δραματικά χρώμα όταν του προσθέσουν λεμόνι (από καφετί γίνεται πορτοκαλοκόκκινο).  Το θεωρούν δε εξαίρετο φάρμακο για τα νεφρά και γενικά για αποτοξίνωση του σώματος.  Μερικοί, ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού, τους τρώνε τηγανητούς σε ομελέτα.

Η πρακτική αυτή βασίζεται σε παραδοσιακή γνώση, καθώς το φυτό είναι τοξικό σε ακατέργαστη μορφή. 

Θερμές ευχαριστίες στους συμπατριώτες Μάικ, Παναγιώτη, Γιάννη για τη βοήθεια και στον Δημήτρη που μου προμήθευσε τη φωτογραφία με τους αβρινέους.


ΠΡΟΣΟΧΗ! ΦΥΤΟ ΤΟΞΙΚΟ ΕΩΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΕΣ ΑΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΘΕΙ ΩΜΟ Η ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΝΕΠΕΞΕΡΓΑΣΤΟ.


Βιβλιογραφία - Πηγές

  • Tutin, T.G. et al. (1980). Flora Europaea, Vol. 5. Cambridge University Press.

  • Pignatti, S. (2017). Flora d’Italia. Edagricole.

  • Mabberley, D.J. (2017). Mabberley’s Plant-Book. Cambridge University Press.

  • Renner, S.S. & Scarborough, J. (2008). “Black bryony and Dioscorides reconsidered”.

  • De Materia Medica – Pedanius Dioscorides

  • Naturalis Historia – Pliny the Elder

  • Royal Horticultural Society (RHS) Plant Database


Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

Σκίνος ή Σχίνος, Μαστιχόδεντρο

Pistacia lentiscus L.,1753


Anacardiaceae

Αειθαλής θάμνος πολύ κοινός σε όλη τη Μεσόγειο. Συχνά αναπτύσσεται σα δέντρο και μπορεί να φτάσει ώς 8 μέτρα ύψος (δεντρόσκινος). Στην οικογένεια των Ανακαρδιοειδών (Anacardiaceae) το γένος Pistacia περιλαμβάνει περίπου 15 είδη, μεταξύ των οποίων τα Pistacia vera (Φιστικιά) και Pistacia terebinthus (Τριμιθιά). 


Ο σχίνος, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά θερμόφιλα είδη της μεσογειακής μακίας βλάστησης, είναι εξαιρετικά ανθεκτικός στην ξηρασία, τη ρύπανση, τις διάφορες ασθένειες και κάθε είδους ακραίες συνθήκες, (χαρακτηριστικά, αναπτύσσεται ακόμα και στη σκιά του πεύκου, όπου κατά την παράδοση «δε φυτρώνει τίποτα»). Αρκούν μόλις λίγες μέρες για να πετάξει νέους βλαστούς μετά από δασικές πυρκαγιές μειώνοντας τον κίνδυνο διάβρωσης του εδάφους. Τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται η αξία του σαν καλλωπιστικό φυτό δίνοντας εντυπωσιακές λύσεις στην αρχιτεκτονική τοπίου με το πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμά του και τους κατακόκκινους καρπούς το φθινόπωρο.Από το ξύλο του φτιάχνονται καλής ποιότητας ξυλοκάρβουνα για θέρμανση. Στην Κύπρο, τα κλαδιά του χρησιμοποιούνται για τον υποκαπνισμό αλλαντικών προσδίδοντας τους χαρακτηριστικό άρωμα, ενώ σε κάποιες περιοχές παλαιότερα, αρωμάτιζαν τα φύλλα του καπνού με τον ίδιο τρόπο. 


Οι μικροί σφαιρικοί καρποί του, αρχικά ζωηρού κόκκινου χρώματος, σε πλήρη ωριμότητα γίνονται μαύροι, είναι βρώσιμοι, έχουν έντονο πιπεράτο άρωμα και χρησιμοποιούνται αποξηραμένοι σαν μπαχαρικό. Από τις ευλύγιστες σχινόβεργες φτιάχνονταν ραβδιά, δεματικά καθώς και διάφορα σκεύη και καλάθια για τρόφιμα.

Από τους καρπούς και τα φύλλα παράγεται λάδι πλούσιο σε ακόρεστα λιπαρά οξέα (Ben Daoued et al., 2016;) και αιθέρια έλαια που χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα για θεραπευτικούς σκοπούς, πράγμα που επιβεβαιώνει σύγχρονη έρευνα. S. Landau, et al. Traditional Uses of Pistacia lentiscus in Veterinary and Human Medicine. Medicinal and Aromatic Plants of the World, 2014

Διοσκουρίδης « Περί ύλης Ιατρικής » 1.70

περὶ σχίνου· σχῖνος δένδρον γνώριμον, στυπτικὸν ὅλον· καὶ γὰρ ὁ καρπὸς αὐτῆς καὶ τὸ φύλλον καὶ ὁ φλοιὸς τῶν κλάδων καὶ τῆς ῥίζης ἰσοδυναμεῖ. γίνεται δὲ 
καὶ χύλισμα ἐκ τοῦ φλοιοῦ καὶ τῆς ῥίζης καὶ τῶν φύλλων ἑψημένων
 [1] σὺν ὕδατι ἐφ᾽ 
ἱκανόν, εἶτα μετὰ τὸ ἑψηθῆναι
 [2] τῶν φύλλων ῥιπτομένων, τοῦ ὕδατος δὲ πάλιν ἑψομέ-
νου μέχρι
 [3] μελιτώδους συστάσεως. ποιεῖ δὲ στῦφον πρὸς αἵματος ἀναγωγὰς καὶ ῥύσεις 
κοιλίας καὶ δυσεντερίας πινόμενον, καὶ πρὸς τὰς ἐκ μήτρας αἱμορραγίας καὶ προπτώσεις 
ὑστέρας καὶ δακτυλίου, καὶ καθόλου ἀντὶ ἀκακίας καὶ ὑποκιστίδος ἔνεστιν αὐτῷ 
χρῆσθαι· καὶ ὁ χυλὸς δὲ τῶν φύλλων ἐκθλιβέντων τὰ αὐτὰ ποιεῖ. {2} καὶ τὸ ἀφέψημα δὲ 
αὐτῶν καταντλούμενον τὰ ἀσυμπλήρωτα πληροῖ καὶ τὰ ἀπώρωτα πωροῖ ὀστέα 
καὶ τὰς ἐκ μήτρας ῥύσεις στέλλει καὶ τῶν νομῶν ἀποτρεπτικὸν καὶ οὐρητικόν ἐστιν· ἵ-
στησι δὲ καὶ σειομένους ὀδόντας διακλυζόμενον. τὰ δὲ ξυλάρια χλωρὰ ἀντὶ καλαμίδων 
παρατριβόμενα τοῖς ὀδοῦσι σμήχει τούτους. γίνεται δὲ καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔλαιον στυ
πτικόν, ἁρμόζον πρὸς τὰ στύψεως δεόμενα.

περὶ σχινελαίου· 

τὸ δὲ σχίνινον ὁμοίως ἐκ τοῦ καρποῦ <τῆς σχίνου> πεπείρου σκευασθέν <ἢ> ὡς τὸ δάφνινον προστυφθὲν ὑγιάζει ψώρας κτηνῶν καὶ κυνῶν, καὶ εἰς πεσσοὺς καὶ εἰς ἄκοπα καὶ λεπρικὰ ἐπι-
τηδείως μίγνυται· στέλλει δὲ καὶ ἱδρῶτας. καὶ τὸ τερεβίνθινον δὲ ὁμοίως σκευά-
ζεται· ψύχει δὲ καὶ στύφει.

Η Pistacia lentiscus var. chia, θεωρείται ξεχωριστή ποικιλία που ευδοκιμεί μόνο(!!!) στο νότιο μέρος του νησιού της Χίου και παράγει την περίφημη μαστίχα Χίου, προϊόν με μεγάλη οικονομική αξία ήδη από την αρχαιότητα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ακριβώς το ίδιο είδος το οποίο είτε λόγω της μακρόχρονης και εξειδικευμένης καλλιέργειας, μέσω ευγονισμού και ανάπτυξης υποποικιλιών από τους έμπειρους μαστιχοπαραγωγούς της Χίου, είτε λόγω των ιδιαίτερων εδαφολογικών και κλιματικών συνθηκών του νησιού παράγει την πολύτιμη ρητίνη σε ποσότητες επαρκείς ώστε η εκμετάλλευσή της να είναι οικονομικά συμφέρουσα. 


Ο πρωτοπόρος Έλληνας βοτανικός Θ. Ορφανίδης το 1872, γράφει σε επιστολή του προς υπουργούς της τότε κυβέρνησης : « Όταν το 1856 είπα κι έγραψα ότι είναι δυνατόν και οι αυτοφυείς σχίνοι στην Ελλάδα να παράγουν την χιώτικη μαστίχα, λίγοι με πίστεψαν τότε, γιατί οι απηρχαιωμένες προλήψεις πάντοτε εμπόδιζαν τον άνθρωπο να βρει την αλήθεια και να διακρίνει το ορθό από το εσφαλμένο. Μία πρόληψη που επινοήθηκε κατ' ανάγκη, πρίν πολλά χρόνια από τους αφοσιωμένους στο εμπόριο πανέξυπνους Χιώτες, για να μην αναγκάζονται αυτοί και τα παιδιά τους, ως αιώνιοι δούλοι της Βαλιδέ, να συλλέγουν την μαστίχα αντί για τον πλούτο που τους δίνει το επιχειρηματικό τους πνεύμα, ρίζωσε σε τέτοιο βαθμό ώστε και τώρα να πιστεύουν πολλοί ότι μόνο η γη των Μαστιχοχωρίων της Χίου, επειδή περιέχει αποκλειστικά δικά της στοιχεία, παράγει την ευωδιαστή μαστίχα. Αλλά η επιστήμη βλέπει με άλλα μάτια τα πράγματα και δια του Διοσκουρίδη, του Τουρνεφόρ και εμού, σαλπίζει ότι η μαστίχα παράγεται και αλλού από τους κοινούς σχίνους, που δεν έχουν καμιά διαφορά από τους σχίνους που καλλιεργούνται στην Χίο...»(Ολόκληρη η επιστολή) εδώ :

https://www.hbs.gr/sites/default/files/newsletter/ebe-newsletter-04-2018b.pdf

Στα Κύθηρα ο σχίνος κυριαρχεί στο τοπίο σε όλη την έκταση του νησιού. Ισως θα ήταν χρήσιμο να εξετασθεί από νέους αγρότες η δυνατότητα αξιοποίησης του. 


Το όνομα του γένους pistacia προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη πιστάκιον = φιστίκι με πιθανή προέλευση το περσικό «pistak».Το χαρακτηρικό επίθετο του είδους lentiscus πιθανόν προέρχεται από το λατινικό επίθετο lentus=ευλύγιστος. 

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2016

Σαν από άλλο κόσμο....

Clathrus ruber P.Micheli ex Pers. (1801)

Κλείθρο το ερυθρό


Phallaceae


Το παράξενο αυτό μανιτάρι είναι αυτοφυές και αρκετά συνηθισμένο στη Νότια Ευρώπη από όπου έχει μεταφερθεί στη Βόρεια Ευρώπη και από εκεί στην Αμερικανική Ήπειρο. Αναπτύσσεται σε νεκρή φυτική ύλη σε δάση, σε κήπους ή σε πρασιές μέσα από ένα λευκό “αβγό” ριζωμένο στο έδαφος με μακριές μυκηλιακές ίνεs. 


Στη φάση αυτή το μανιτάρι θεωρείται βρώσιμο. Ωστόσο υπάρχουν αναφορές για σοβαρές δηλητηριάσεις μετά από κατανάλωση του ώριμου καρποσώματος. 


Το σχήμα του θυμίζει κόκκινο πλέγμα με σφογγώδεις βραχίονες στην εσωτερική επιφάνεια των οποίων εκκρίνεται καφετιά βλέννα με πολύ δυσάρεστη οσμή σαπισμένου κρέατος που προσελκύει μύγες, οι οποίες μεταφέρουν τα πολύτιμα σπόρια που περιέχονται σε αυτή και εξασφαλίζουν έτσι τη διαιώνιση του είδους.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη κλείθρο = κλειδαριά , μεντεσές ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό ruber= ερυθρός.
Στη Γαλλία το λένε Coeur de Sorciere δηλ. Καρδιά της Μάγισσας ενώ υπάρχουν θρύλοι και δοξασίες σε όλη την Νότια Ευρώπη ότι έχει μαγικές ιδιότητες ή ότι όποιος το αγγίζει κινδυνεύει να αρρωστήσει κλπ.


Στα Κύθηρα το έχω συναντήσει σε πολλές διαφορετικές περιοχές σε όλη την έκταση του νησιού. 

Εξίσου εντυπωσιακό αν και μικρότερο το Colus hirudinosus Cavalier&Sechier υπάρχει στα βόρεια και ανατολικά του νησιού.



Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Tetragonolobus purpureus Meonch


Syn. Tetragonolobus palaestinus Boiss.&Blanche
Lotus tetragonolobus L.

Fabaceae / Leguminosae



Μονοετές φυτό, αυτοφυές στη Μεσόγειο,Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. Έχει εξαπλωθεί σαν επιγενές στην Κίνα, Αυστραλία και Βόρεια Ευρώπη. Αγαπά τις ηλιόλουστες τοποθεσίες , φυτρώνει σε καλλιεργημένους ή χέρσους αγρούς και στις άκρες των δρόμων. Καλλιεργείται σαν κτηνοτροφικό φυτό. Θεωρείται ότι αποκαθιστά τα ποσοστά αζώτου στο έδαφος.

Οι σπόροι του ψημένοι χρησιμοποιούνται σαν υποκατάστατο του καφέ. Οι τρυφεροί λωβοί τρώγονται ωμοί ή μαγειρεμένοι σε σαλάτες, σούπες και λαδερά. Η γεύση τους θυμίζει σπαράγγι εξ ου και μια από τις κοινές ονομασίες στα Αγγλικά:asparagus pea.
Τα φύλλα του έχουν στυπτικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Στην Κρήτη το λένε άσπαγο ή σανταλίδα ενώ η κοινή ονομασία μάνταλο είναι γνωστή και στα Κύθηρα ιδίως στο νότιο μέρος του νησιού.


Υπέροχο χαρακτικό του Ferdinand Bauer (1760-1826) για την προέκδοση της Flora Greacae
όπου φαίνονται άνθη και λωβοί. 
Tο επιστημονικό όνομα προέρχεται από την ελληνική λέξη τετράγωνο + λωβός αναφορά στο χαρακτηριστικό σχήμα των λοβών του. Το επίθετο του απο το λατινικό purpureus – a -um = πορφυρός  

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015

Χοιράδια η ετερόφυλλη : Γοητεία χωρίς όνομα

Scrophularia heterophylla Willd

Scrophularia heterophylla subsp.laciniata Waldst.&Kit.

Syn. Scrophularia caesia Sibth. & Smith



Scrophulariaceae


Σχετικά σπάνιο χασμόφυτο, που συναντάται σε ασβεστολιθικά πετρώματα στις σχισμές των βράχων σε γκρεμούς ακόμα και στις χαραμάδες πέτρινων τοίχων σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια. 
Το γένος scrophularia περιλαμβάνει περίπου 200 είδη που εξαπλώνονται στο Βόρειο Ημισφαίριο ενώ στη Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική τα αυτοφυή είδη είναι πολύ λιγότερα.
Το είδος με μεγαλύτερη εξάπλωση στα Κύθηρα, είναι η scrofularia heterophylla. Τη συνάντησα σε πολλές διαφορετικές τοποθεσίες κυρίως κοντά στη θάλασσα σε σχισμές βράχων και ορθογκρεμούς στα βόρεια, ανατολικά και νότια του νησιού. Η αναφορά που υπάρχει σε scrophularia peregrina στο Κάστρο της Χώρας είναι προφανώς εσφαλμένη.


Scrophularia peregrina. Αγ. Μάμας Κύθηρα

Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική η Scrophularia ningpoensis χρησιμοποιήθηκε για τη θεραπεία αρκετών ασθενειών όπως αρθρίτιδα, ρευματισμοί, πονόλαιμοι, φλεγμονές κ.α.
Ένα άλλο είδος , η scrophulalria nodosa χρησιμοποιείται στην λαϊκή θεραπευτική σε Ευρώπη και Αμερική σαν διουρητικό, καθαρτικό, διεγερτικό της καρδιάς και τονωτικό του οργανισμού, κατά των χοιράδων και γενικά κατά δερματικών παθήσεων όπου υπάρχει ερεθισμός και κνησμός. Είναι επίσης ένα ισχυρό ομοιοπαθητικό φάρμακο.
Στην Κρήτη το είδος scrophularia peregrina, ονομάζεται βρωμόχορτο ή βρωμοζάκι και έχει ανάλογες χρήσεις. Συνιστάται προσοχή στη χρήση του καθώς ενδέχεται να έχει και τοξική δράση. Το ίδιο είδος υπάρχει στα Κύθηρα σε περιορισμένους πληθυσμούς σε μέρη με μεγάλη υγρασία.




Σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι φυτά του γένους περιέχουν συστατικά με ισχυρή παυσίπονη δράση που συγκρίνεται με αυτήν της κορτιζόνης, χωρίς τις  παρενέργειες, ενώ καταδεικνύονται πλήθος άλλων θεραπευτικών ιδιοτήτων. (Biologically Active Substances from the Genus Scrophularia, Galindez, Lanza & Matellano, 2002)

Το όνομα του γένους προέρχεται από τη λατινική λέξη scrofula = χοιράδωση (είδος φυματίωσης), για την οποία φυτά του γένους χρησιμοποιήθηκαν σαν θεραπεία. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από τις ελληνικές λέξεις έτερος + φύλλο πιθανή αναφορά στην ανομοιογένεια του σχήματος των φύλλων. Το κοινό όνομα στην Κρήτη, βρωμόχορτο, οφείλεται στην κάπως δυσάρεστη μυρωδιά των φύλλων του φυτού. 


Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Υγροκύβη η πορφυρόχρωμη


Hygrocybe punicea (Fr.) P. Kumm.

Syn. Hygrophorus puniceus Fr.  
       Hygrocybe acutopunicea R.Haller, Aar.& G.H.Moller

Hygrophoraceae


Υγροκύβη η πορφυρόχρωμη, Κύθηρα
Αρκετά σπάνιο μανιταράκι που αναπτύσσεται σε ακαλλιέργητους αγρούς και λιβάδια που δεν έχουν δεχτεί χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα.
Ο πρωτοπόρος μυκητολόγος Elias Magnus Fries την ταξινόμησε με το όνομα Agaricus puniceus στο έργο του Systema mycologicum το 1821. ( Την εποχή, που όλα σχεδόν τα ελασματοφόρα μανιτάρια κατατάσσονταν στο γένος Αgaricus. To 1871 o Γερμανός μυκητολόγος Paul Kummer, μετέφερε το είδος στο γένος Hygrocybe.


To όνομα του γένους προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις υγρός+ κύβη= κεφαλή, και το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό puniceus= πορφυρός
Συχνά συγχέεται με την Υγροκύβη την κόκκινη , Hygrocybe coccinea,που είναι όμως σημαντικά μικρότερη με πιο ανοιχτόχρωμο καπέλο, που κιτρινίζει στις άκρες, και κόκκινο πόδι. Γενικά, τα είδη του γένους Υγροκύβη ταυτοποιούνται αρκετά δύσκολα ακόμα και από ειδικούς.
Παρόλο που το μανιτάρι αναφέρεται στη βιβλιογραφία σαν βρώσιμο υπάρχουν αρκετές αναφορές δηλητηριάσεων από αυτό το είδος. Η αξία του εξ άλλου, βρίσκεται στην ομορφιά του.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Σαρκοσκύφη η κόκκινη


Sarcoscypha coccinea ( Jacq.) Boudier. 1885




Sarcoscyphaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2013.
Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα
 Ασκομύκητας με κυπελλόμορφο καρπόσωμα διαμέτρου 1-5εκ. Αναπτύσσεται σε πεσμένα κλαδιά στα τέλη του χειμώνα αρχές της άνοιξης σε υγρά σκιερά μέρη. Το λαμπερό κόκκινο χρώμα της εσωτερικής πλευράς (υμένιο) τον κάνει να ξεχωρίζει σαν ρουμπίνι μέσα στα σκοτεινά χρώματα της νεκρής φυτικής ύλης.

H Σαρκοσκύφη λέγεται ότι χρησιμοποιήθηκε σαν φαρμακευτικό φυτό από φυλές Ινδιάνων (Seaver 1928). Χρησιμοποιούσαν το αποξηραμένο και τριμμένο σε σκόνη μανιτάρι σαν στυπτικό. 
 Στην Αγγλία χρησιμοποιήθηκε μαζί με πρασινάδες σαν διακόσμηση στο σερβίρισμα πιάτων. (Dickinson and Lucas, 1982). Από κάποιους συγγραφείς θεωρείται βρώσιμο (Αρόρα 1986) και καλή πηγή τροφής για τα τρωκτικά το χειμώνα και τα σαλιγκάρια την άνοιξη. (Brown 1980)
 Εργαστηριακή έρευνα στο πανεπιστήμιο του Κασμίρ έδειξε ότι η Σαρκοσκύφη έχει αξιοσημείωτη αντιοξειδωτική δράση. ( A. H. Wani, et al. )

Το λατινικό όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη σαρξ - σαρκός και την αρχαία ελληνική σκύφος = ευρύστομο αγγείο πόσης με ή χωρίς λαβές.
Η διάκριση μεταξύ ορισμένων ειδών του γένους πχ μεταξύ της σαρκοσκύφης της κόκκινης και της σαρκοσκύφης της αυστριακής είναι δύσκολη και απαιτεί μικροσκοπική εξέταση. Πάντως όλα τα είδη χαρακτηρίζονται σαν κινδυνεύοντα και πρέπει να προστατεύονται.




Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Ξυλοκερατέα


Ceratonia siliqua L.

Κερατέα η έλλοβος

Χαρουπιά

Caesalpiniaceae
Fabaceae/Leguminosae



Κύθηρα 2011-2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα




Αειθαλές σκληρόφυλλο δέντρο που μπορεί να φτάσει και τα 20 μ σε ύψος. Αυτοφυές σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία μέχρι το Ιράν. Το δέντρο ανθίζει το φθινόπωρο και τα αρσενικά άνθη έχουν χαρακτηριστική βαριά οσμή σπέρματος.
Καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια και εξυπηρετεί τις ανάγκες του ανθρώπου σε πολλά επίπεδα, σαν δασικό είδος πολύτιμο, αφού είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στη ζέστη, τη ξηρασία και τα φτωχά άγονα εδάφη σταθεροποιώντας και εμπλουτίζοντας τα, σαν καλλωπιστικό στολίζοντας το τοπίο με πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμα, σαν πηγή υποπροϊόντων που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία. Το ξύλο της χαρουπιάς χρησιμοποιείται για κατασκευή χρηστικών ή διακοσμητικών αντικειμένων (έπιπλα, βαρέλια, ξυλόγλυπτα κ.α ). Τα φύλλα και ο φλοιός της για την επεξεργασία δέρματος και σαν εξαιρετική φυτική βαφή. 
Οι θρεπτικοί καρποί της χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα ως σήμερα για παραγωγή ζωοτροφής. Σε περιόδους δύσκολες για την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια πολέμων και λιμών, το χαρούπι αλέστηκε για να φτιαχτεί αλεύρι σώζοντας έτσι τους πληθυσμούς από τη λιμοκτονία. Από αλεσμένους καρπούς παρασκευάζεται υποκατάστατο καφέ, εξαιρετικής ποιότητας κατάλληλο για όσους ακολουθούν ομοιοπαθητική θεραπεία, υποκατάστατο σοκολάτας, χαρουπόμελο* κ.α. Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι οι ακρίδες (στα αγγλικά locust ) που αναφέρονται σαν τροφή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στα Ευαγγέλια, ήταν στην πραγματικότητα χαρούπια, το δέντρο στα Αγγλικά ονομάζεται locust tree και τα χαρούπια locusts. Άλλη κοινή ονομασία του δένδρου στα Αγγλικά, St John's bread = το ψωμί του Αι Γιάννη, οδηγεί στα ίδια συμπεράσματα.


Τα άγρια δέντρα καρποφορούν σχετικά αργά ( 12- 15 χρόνια) ενώ τα ήμερα (μπολιασμένα) δέντρα μπορεί να δώσουν καρπό στα 5 χρόνια. Ο καρπός χρειάζεται έναν ολόκληρο χρόνο για να ωριμάσει και συλλέγεται ανάλογα με την περιοχή στα τέλη του καλοκαιριού. Τα φρέσκα λουβιά τρώγονται ωμά ενώ όταν ωριμάσουν και πάρουν σκούρο καφέ χρώμα θυμίζουν έντονα σοκολάτα και μασιούνται ευχάριστα.

Το βάρος του σπόρου κυμαίνεται σταθερά μεταξύ 0,189 έως 0,205 του γραμμαρίου και έτσι χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην Αφρική σαν μονάδα μέτρησης βάρους μπαχαρικών και στη συνέχεια στην Ινδία σαν μονάδα μέτρησης καθαρότητας του χρυσού (Kt) και βάρους πολύτιμων λίθων (Ct). Η απόλυτη δημοκρατία! Από το ταπεινό χαρούπι στο πολύτιμο καράτι του χρυσού και του διαμαντιού! Έτσι, η λέξη καράτι στα νέα ελληνικά είναι αντιδάνειο από το αγγλ. carat > αραβ. quirat > αρχ. Ελλ. κεράτιον > αρχ. Ελλ.κέρας.

Το επιστημονικό όνομα του είδους ceratonia επίσης, προέρχεται από την ελληνική λέξη κεράτιον > κέρας από το σχήμα των καρπών που θυμίζουν κέρατο ζώου. Το χαρακτηριστικό επίθετο siliqua = έλλοβος , φέρων λοβούς, στα λατινικά.
Η κοινή ελληνική ονομασία του δέντρου, χαρουπιά, όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες προέρχεται από το αραβικό kharoub και το εβραϊκό charuv. Που με τη σειρά τους προέρχονται από τη λέξη herev που σημαίνει το σπαθί στα Εβραϊκά. Στο Μεσαίωνα πέρασε από τα αραβικά στις ευρωπαϊκές γλώσσες: Γαλλικά caroube, Ιταλικά carruba, Αγγλικά carob, Ελληνικά χαρουπιά.


Η Ξυλοκερατέα έξω από τον Ποταμό.
Αν και δεν έχει μεγάλο  ύψος είναι  πάνω από 100 ετών

Στα Κύθηρα όπως και σε όλη τη Μεσόγειο η ξυλοκερατέα είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της τοπικής χλωρίδας. Στο νησί έχουν επιβιώσει αρκετά υπεραιωνόβια δέντρα, όπως η γηραιά ξυλοκερατέα έξω από τον Ποταμό, κοντά στο γήπεδο. 


Στην ξυλοκερατέα αυτήν, οι αναμνήσεις ντόπιων και ξενιτεμένων ζωντανεύουν καθώς συγγενείς και φίλοι ξεπροβόδιζαν ή καλωσόριζαν τους δικούς τους όταν  έφευγαν ή επέστρεφαν από μακρινά ταξίδια στην Αλεξάνδρεια, την Αυστραλία,την Αμερική τον 19ο και 20ο αιώνα.
*Το χαρουπόμελο γίνεται αν αφήσουμε τους αλεσμένους καρπούς να μουλιάσουν στο νερό για δύο μέρες και στη συνέχεια σουρώσουμε και βράσουμε ώσπου να εξατμιστεί το νερό και μείνει το παχύρευστο “μέλι”, που θεωρείται φάρμακο για το βήχα, τον πονόλαιμο, αποχρεμπτικό, ηρεμιστικό, κατά της αυπνίας και των στομαχικών και εντερικών διαταραχών


Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

Πορφυρομάνητας



Russula sanguinaria (Schumach.) Rauschert (1989)

Syn. Russula sanguinea Bull.Fr.

Ρούσσουλα η αιματόχρωμη
Russulaceae


Κύθηρα, Ιανουάριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα


Αρκετά συνηθισμένο μανιτάρι, φυτρώνει σε δάση κωνοφόρων από το φθινόπωρο ως την άνοιξη. Το καπέλλο του μπορεί να φτάσει τα 10 εκ. σε διάμετρο. Αρχικά είναι καμπύλο και καθώς το μανιτάρι ωριμάζει γίνεται επίπεδο έως κοίλο. Το χρώμα του συχνά είναι σκουρότερο στην κορυφή του καπέλλου ενώ τα πυκνά λευκωπά ελάσματά του γίνονται κρεμ ως κιτρινωπά στην ωριμότητα. Εχει ελαφριά μυρωδιά φρούτου και μάλλον πικρή και καφτερή γεύση. Δεν τρώγεται.
Το όνομά του γένους προέρχεται από το λατινικό russus= κόκκινος ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο από το sanguis, sanguinis = αίμα, αιματόχρωμος