Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ροζ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Γαλακτίτης: Το λευκόνευρο αγκάθι της Μεσογείου


Galactites tomentosus Moench

Γαλακτίτης ο εριώδης

Συνώνυμα: Galactites elegans Nyman

                    Centaurea galactites L

                    Carduus galactites (L.) Chaub.

Asteraceae


Το Galactites tomentosus είναι ένα από εκείνα τα μεσογειακά αγκαθωτά φυτά που δύσκολα περνούν απαρατήρητα. Οι ασημόλευκες νευρώσεις των φύλλων του, οι ρόδινες ανθοκεφαλές και η σχεδόν βελούδινη υφή του το κάνουν να ξεχωρίζει ακόμη και μέσα στην ανοιξιάτικη πληθώρα των σύνθετων ανθοφόρων της Μεσογείου. Αν και συχνά θεωρείται απλώς ένα «αγκαθόχορτο», το είδος αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο των φρυγανικών και διαταραγμένων οικοσυστημάτων του νότου, ενώ παράλληλα συνδέεται με μια μακρά παράδοση λαϊκών ονομασιών και θεραπευτικών αντιλήψεων γύρω από τα «γαλακτώδη» φυτά.

Το φυτό είναι μονοετές ή διετές και σχηματίζει αρχικά ρόδακα από μεγάλα, βαθιά λοβωτά φύλλα. Τα φύλλα είναι χαρακτηριστικά λευκοπράσινα, με έντονες αργυρόχρωμες νευρώσεις και αραιό έως πυκνό χνούδι· το επίθετο tomentosus αναφέρεται ακριβώς σε αυτή τη χνοώδη, «πιληματώδη» επιφάνεια. Οι βλαστοί είναι όρθιοι, διακλαδισμένοι προς την κορυφή και φέρουν πτερυγώσεις με αγκάθια. Οι ανθικές κεφαλές, συνήθως πορφυρές έως ρόδινες, περιβάλλονται από αγκαθωτά βράκτια και εμφανίζονται από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού. Οι καρποί είναι αχαίνια με πάππο, προσαρμοσμένα στη διασπορά μέσω του ανέμου. Διαγνωστικό χαρακτηριστικό του είδους αποτελούν τα μαρμαροειδή φύλλα και η σχετικά απαλή, χνοώδης όψη του, που το διαφοροποιούν από άλλα περισσότερο στιλπνά ή έντονα ακανθώδη γαϊδουράγκαθα.

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Καραβάς Απρίλιος 2025

Η φυσική του εξάπλωση καλύπτει μεγάλο μέρος της Μεσογείου. Απαντά στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ιβηρική χερσόνησο, στη Βόρεια Αφρική, ενώ έχει μεταφερθεί και αλλού ως εισαγόμενο ή επιγενές είδος. Αναπτύσσεται κυρίως σε φρύγανα, άκρες δρόμων, χέρσες εκτάσεις, ελαιώνες, ακαλλιέργητα χωράφια και γενικά σε εδάφη που έχουν διαταραχθεί από ανθρώπινη δραστηριότητα ή βόσκηση. Ευδοκιμεί σε ξηρά και ηλιόλουστα περιβάλλοντα, από το επίπεδο της θάλασσας έως και σχετικά ορεινές περιοχές, συνήθως κάτω από τα 1200 μέτρα.

Στη λαϊκή παράδοση το φυτό συγκαταλέγεται στα διάφορα «γαϊδουράγκαθα» ή «κουφάγκαθα», ονομασίες που συχνά αποδίδονται αδιακρίτως σε πολλά συγγενικά είδη της οικογένειας των Asteraceae. Σε ορισμένες περιοχές αναφέρονται χρήσεις νεαρών φύλλων ή βλαστών ως βρώσιμου χόρτου μετά την αφαίρεση των αγκαθιών, αν και το είδος δε φαίνεται να είχε τόσο σημαντική διατροφική αξία όσο άλλα ακανθώδη φυτά της Μεσογείου, όπως το Scolymus ή η αγκινάρα. Όπως και άλλα φυτά με λευκές νευρώσεις ή γαλακτώδεις χυμούς, συνδέθηκε στη λαϊκή παράδοση με την ενίσχυση της γαλουχίας, στο πλαίσιο της παλαιάς αντίληψης ότι η μορφή ενός φυτού υποδηλώνει και τις ιδιότητές του — της λεγόμενης «Θεωρίας των Υπογραφών» (Doctrine of Signatures) .

Το επιστημονικό όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη «γάλα», από το οποίο προέκυψε το   λατινικό επίθετο galactites = «γαλακτώδης» ή «ο έχων σχέση με το γάλα».  Η αναφορά αυτή πιθανότατα σχετίζεται με τις λευκές μαρμαρώσεις των φύλλων, χαρακτηριστικό που σε αρκετά μεσογειακά φυτά συνδέθηκε συμβολικά με το γάλα της Παναγίας ή με γαλακτοφόρες ιδιότητες. Παρόμοιες αντιλήψεις είναι γνωστές ήδη από την αρχαιότητα, ενώ ο Pedanius Dioscorides και μεταγενέστεροι βοτανολόγοι περιγράφουν διάφορα «γαλακτώδη» αγκάθια με φαρμακευτικές χρήσεις, αν και η ακριβής αντιστοίχιση με το σημερινό είδος δεν είναι πάντοτε ασφαλής. Το χαρακτηριστικό επίθετο tomentosus προέρχεται από το λατινικό  επίθετο tomentosus, -a, -um, που σημαίνει «χνοώδης», «πιληματώδης», «σκεπασμένος με πυκνό μαλακό τρίχωμα».

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Ποταμός, Απρίλιος 2024

 

Το Galactites tomentosus συγχέεται συχνά με είδη των γενών Carduus, Cirsium ή ακόμη και με το Silybum marianum, κυρίως λόγω των λευκονεύρων φύλλων. Ωστόσο, το τελευταίο έχει μεγαλύτερες κεφαλές και σαφώς διαφορετικά βράκτια. Εξελικτικά, τα λευκά στίγματα και το πυκνό χνούδι του Galactites πιθανόν σχετίζονται με προσαρμογές σε ξηροθερμικά περιβάλλοντα, συμβάλλοντας στη μείωση της απώλειας νερού και στην αντανάκλαση της έντονης μεσογειακής ακτινοβολίας. Παρά την τραχιά και ακανθώδη όψη του, το φυτό προσελκύει πλήθος επικονιαστών και αποτελεί μέρος εκείνης της ιδιαίτερης ανοιξιάτικης βλάστησης που χαρακτηρίζει τα μεσογειακά τοπία πριν από τη θερινή ξηρασία.

Φωτογραφία: Σταυρούλα Φατσέα, Μαγγουνάδες, Απρίλιος 2026


Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Αιμοστατικό θαύμα της φύσης: Εξερευνώντας το γένος Sanguisorba

 

Sanguisorba minor Scop.

Rosaceae

 


Το γένος Sanguisorba (της οικογένειας  Rosaceae Ροδοειδή) περιλαμβάνει περίπου 148 είδη πολυετών ποωδών φυτών, διαδεδομένων κυρίως στο βόρειο ημισφαίριο. Ανάμεσα στα είδη με ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκαταλέγονται τα Sanguisorba minor Scop. και Sanguisorba verrucosa (αποκαλούμενο συχνά ως υποείδος ή παραλλαγή του S. minor), τα οποία συνδυάζουν διατροφική, φαρμακολογική και παραδοσιακή χρήση. 


To
Sanguisorba minor γνωστό και ως “σαλάτα μπέρνετ” ή “μικρό μπέρνετ”, είναι πολυετές ποώδες φυτό με πτεροσχιδή φύλλα και μικρές, σφαιρικές, πράσινο-κόκκινες ταξιανθίες. Αντέχει στην ξηρασία και φύεται σε λιβάδια και ασβεστολιθικά εδάφη. Είναι ιδιαίτερα κοινό στη Μεσόγειο, περιλαμβανομένης της Ιταλίας, της Ελλάδας και της βόρειας Αφρικής. . Τα φύλλα του S. minor καταναλώνονται νωπά σε σαλάτες ή σε ομελέτες στη μεσογειακή κουζίνα, προσφέροντας γεύση που θυμίζει αγγούρι. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν επίσης για να αρωματίζουν ξίδι και κρασί. Το Sanguisorba minor είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις και ταννίνες που εμφανίζουν ισχυρή αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Περιέχει επίσης φλαβονοειδή, πολυσακχαρίτες και λιπαρά οξέα: όπως το λινολεϊκό και το α-λινολενικό οξύ. Οι ουσίες αυτές έχουν ερευνηθεί για τις αντικαρκινικές, αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριακές και αιμοστατικές τους ιδιότητες. Επιπλέον, σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το S. minor εμφανίζει έντονη ανασταλτική δράση στην καρκινική κυτταρική μετάσταση. (βλ. σχετική βιβλιογραφία παρακάτω)




Το S. minor, με τις διατροφικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες, θεωρείται  ένα πολλά υποσχόμενο τρόφιμο και φυτικό συμπλήρωμα. Η υψηλή περιεκτικότητα του σε πολυφαινόλες το καθιστά χρήσιμο ως φυσικό συντηρητικό σε φυτικά έλαια και καλλυντικά προϊόντα.

Το είδος Sanguisorba verrucosa, που από πολλούς θεωρείται υποείδος του Sanguisorba minor εμφανίζει παρόμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά ωστόσο διακρίνεται λόγω εξογκωμάτων στον καρπό (εξ ου και το όνομα “verrucosa” – με κονδυλώματα). Σε κάθε περίπτωση είναι στενά συγγενικό είδος που απαντάται κυρίως στην Ιβηρική χερσόνησο και τη Μεσογειακή Ευρώπη

Σε διάφορες ευρωπαϊκές παραδόσεις, τα είδη Sanguisorba είχαν χρήση ως αιμοστατικά, απολυμαντικά και ενισχυτικά του αίματος. Η παράδοση αυτή πιθανόν προήλθε από την Κίνα, όπου η ρίζα του S. officinalis  χρησιμοποιήθηκε ως ισχυρό αιμοστατικό παραδοσιακά και χρησιμοποιείται ευρέως ακόμα, ως “Sanguisorbae Radix”, όμως παρόμοιες χρήσεις αποδίδονται και στο S. minor σε άλλες περιοχές.




Το Sanguisorba minor είναι πλούσιο σε φαινολικές ενώσεις και ταννίνες που εμφανίζουν ισχυρή αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση. Περιέχει επίσης φλαβονοειδή, πολυσακχαρίτες και λιπαρά οξέα: όπως το λινολεϊκό και το α-λινολενικό οξύ. Οι ουσίες αυτές έχουν ερευνηθεί για τις αντικαρκινικές, αντιοξειδωτικές, αντιβακτηριακές και αιμοστατικές τους ιδιότητες. Επιπλέον, σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι το S. minor εμφανίζει έντονη ανασταλτική δράση στην καρκινική κυτταρική μετάσταση. (βλ. σχετική βιβλιογραφία παρακάτω)

Το S. minor, με τις διατροφικές και φαρμακευτικές του ιδιότητες, θεωρείται πολλά υποσχόμενο τρόφιμο και φυτικό συμπλήρωμα. Η υψηλή περιεκτικότητα του σε πολυφαινόλες το καθιστά χρήσιμο ως φυσικό συντηρητικό σε φυτικά έλαια και καλλυντικά προϊόντα.

Το S. verrucosa, αν και λιγότερο μελετημένο, παρουσιάζει ανάλογες δυνατότητες και προτείνεται για περαιτέρω φαρμακολογική αξιολόγηση.

 Το όνομα του γένους προέρχεται από το λατινικό sanguis = «αίμα» και το ρήμα sorbere = απορροφώ, αναφορά στην παραδοσιακή χρήση του φυτού για τον έλεγχο της αιμορραγίας. Η παραδοσιακή κινέζική χρήση της ρίζας του φυτού (Sanguisorbae Radix) προφανώς πέρασε με κάποιο τρόπο  στην λαϊκή δυτική ιατρική, εξ ου και το λατινικό όνομα.

Τα χαρακτηριστικά επίθετα των δύο ειδών από τα λατινικά minor = «μικρότερος» (συγκριτικός του parvus) «ο μικρότερος», αναφερόμενο στο μέγεθος του φυτού σε σύγκριση με το Sanguisorba officinalis, το οποίο είναι μεγαλύτερο σε ύψος και πιο ογκώδες,verrucosa από το λατινικό verruca = «μυρμηγκιά», «εξόγκωμα» + -osa (θηλυκή κατάληξη επίθετου) = «με πολλά...» = «με εξογκώματα» ή «κονδυλώδης» Πιθανότατα αναφέρεται στη μορφολογία των καρπών του φυτού, που έχει μικρές προεξοχές σε αντίθεση με τον καρπό του είδους S.minor που είναι λείος.

Στα Κύθηρα καταγράφονται και τα δύο είδη με πιο κοινό  το Sanguisorba minor που υπάρχει σε όλη την έκταση του νησιού σε ακαλλιέργητους αγρούς και χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Τα είδη Sanguisorba minor και Sanguisorba verrucosa φαίνεται να έχουν  υψηλή διατροφική αξία και ισχυρή φαρμακολογική δραστικότητα. Η περαιτέρω έρευνα μπορεί να αποκαλύψει νέα βιοδραστικά μόρια και να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων φυσικών φαρμακευτικών και διατροφικών προϊόντων.


Βιβλιογραφία

  • Zhou P, et al. (2021). A Comprehensive Review of Genus Sanguisorba: Traditional Uses, Chemical Constituents and Medical Applications. Frontiers in Pharmacology, 12:750165. https://doi.org/10.3389/fphar.2021.750165
  • Karkanis, A. et al. (2019). Chemical Composition and Bioactivity of S. minor Extracts under Different Cultivation Conditions.
  • Romojaro, F. et al. (2013). The antioxidant potential of edible wild plants from Mediterranean areas.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Το Εντυπωσιακό Τριφύλλι της Μεσογείου

Trifolium grandiflorum Schreb

Συν. Trifolium speciosum Willd., Trifolium graecum Griseb.

Fabaceae

Το γένος Trifolium (τριφύλλι) ανήκει στην οικογένεια Fabaceae (Ψυχανθή) και περιλαμβάνει πάνω από 250 είδη, κυρίως μονοετή ή πολυετή ποώδη φυτά. Είναι ευρέως διαδεδομένο στο βόρειο ημισφαίριο, με ιδιαίτερη παρουσία στην Ευρώπη, τη Μεσόγειο, την Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Στα Κύθηρα υπάρχουν πάνω από 25 είδη.

Πολλά είδη του γένους χρησιμοποιούνται  ως ζωοτροφές λόγω της υψηλής διατροφικής τους αξίας και ως καλλιέργεια εδαφοκάλυψης. Σημαντική είναι και η συνεισφορά τους στην πράσινη λίπανση.  Πολλά είδη του γένους έχουν χρησιμοποιηθεί στην λαϊκή παραδοσιακή θεραπευτική ως αντιφλεγμονώδη, αντισηπτικά και καταπραϋντικά του δέρματος. 

Το Trifolium grandiflorum είναι ενδημικό της Ανατολικής Μεσογείου, με παρουσία σε όλη την ανατολική Μεσόγειο και μέχρι το Ιράν. Ευδοκιμεί σε ξηρά πετρώδη εδάφη και φρυγανότοπους  σε υψόμετρα έως 1000μ.

Στα Κύθηρα το έχω συναντήσει μόνο σε μία περιοχή στα βορειοανατολικά του νησιού επομένως θα το χαρακτήριζα σπάνιο.

Το  λατινικό όνομα του γένους προέρχεται από την λέξη tri = τρία   και folium = φύλλα αναφορά στο σχήμα των φύλλων του. Το χαρακτηριστικό επίθετο grandiflorum από τη επίθετο grande = μεγάλος και το florum =άνθος, αναφορά στα εντυπωσιακά άνθη του φυτού.

 

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Λύθρο το βουρλόμορφο

Lythrum junceum Banks & Sol. 1794


Syn. Lythrum graefferi Ten.
        Lythrum meonanthum Steud.

Lythraceae



Πολυετές φυτό αυτοφυές σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία. Αγαπά τα υγρά μέρη και το συναντάμε αρχές καλοκαιριού σε χαντάκια, ρεματιές, άκρες των δρόμων, όπου υπάρχει υγρασία. Τα λεπτεπίλεπτα ροζ λουλούδια του αναπτύσσονται κατά μήκος όρθιων βλαστών από το Μάιο έως τον Ιούλιο.
Στο γένος lythrum ανήκουν περίπου 38 υδρόφιλα είδη με εξάπλωση σε όλη την εύκρατη ζώνη.
Στην παραδοσιακή λαϊκή ιατρική,  είδη του γένους όπως το lythrum salicaria και το lythrum hyssopifolia χρησιμοποιήθηκαν κατά των αιμορροΐδων και των εσωτερικών αιμορραγιών κατά της δυσεντερίας και εξωτερικά σαν επουλωτικά πληγών. Είναι πιθανό σε κάποιο από αυτά τα είδη να αναφέρεται ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης όταν περιγράφει το φυτό λυσιμάχειο ή λύτρο.


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη λύθρον = λερωμένο αίμα, πιθανή αναφορά στις θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών του γένους. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους από το λατινικό junceus -a -um = αυτός που μοιάζει με βούρλο.


Στα Κύθηρα το συναντάμε σε χαντάκια, ρεματιές και γενικά σε υγρά μέρη σε όλο το νησί. 



Κυριακή 19 Ιουλίου 2015

Φρανκένια η δασύτριχη

Frankenia hirsuta L.


Syn. Frankenia laevis var. hirsuta
        Franca thymifolia Vis.

Frankenianceae




Πολυετές χαμαίφυτο που αγαπά τις αμμώδεις ή βραχώδεις παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Η φρανκένια η δασύτριχη απαντάται σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη έως την Ινδία και τη Νότια Αφρική.


Ριζώνει στις αβαθείς λακουβίτσες των γεμάτων αλμύρα βράχων. Οι τριχωτοί βλαστοί έρπουν στους βράχους απολαμβάνοντας τον ανοιξιάτικο ήλιο και καθώς η μέρα μεγαλώνει στις αρχές του καλοκαιριού ανθίζουν προσφέροντας φωτεινή ομορφιά στο αφυδατωμένο τοπίο.





Το γένος frankenia εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο με πάνω από 80 διαφορετικά είδη, και ο Λινναίος το ονόμασε έτσι, προς τιμήν του Johann Franke (1590-1661) καθηγητή ανατομίας και βοτανικής στην Ουψάλα, που πρώτος μελέτησε τα φυτά της Σουηδίας. Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους, από το λατινικό hirsutus-a-um = δασύτριχος, τραχύς.


Στα Κύθηρα τη βρήκα στα ανατολικά του νησιού. Εξ όσων γνωρίζω είναι η πρώτη καταγραφή του συγκεκριμένου είδους, για το νησί των Κυθήρων, ενώ αναφέρεται στα Αντικύθηρα και στις γύρω βραχονησίδες (Τζανουδάκης, Ιατρού, Πανίτσα 2004)

Κυριακή 17 Μαΐου 2015

Στάχυς ο κρητικός

Stachys cretica L.

Syn. Stachys italica Mill. , Stachys germanica var.italica (Mill.) Briq.

Lamiaceae






 Το γένος stachys, ένα από τα πολυπληθέστερα της οικογένειας των χειλανθών 
(Labiateae/Lamiaceae) συμπεριλαμβάνει πάνω από 300 είδη με εξάπλωση σε όλο τον κόσμο, εκτός Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Τα περισσότερα είδη συγκεντρώνονται στις ζεστές εύκρατες ζώνες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Νοτιοδυτική Ασία, ενώ δευτερευόντως αναπτύσσονται στη Βόρεια και Νότια Αμερική και στη Νότια Αφρική. Αγαπούν τις πετρώδεις τοποθεσίες κυρίως ασβεστολιθικής σύστασης.

Στο συγκεκριμένο είδος ανήκουν αρκετά υποείδη που εμφανίζονται στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και έως τον Εύξεινο Πόντο. Κοινές ονομασίες σε διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες δείχνουν την εκτίμηση που τρέφει η λαϊκή θεραπευτική για πολλά από τα είδη του γένους.
Για παράδειγμα woundwort, λαικό όνομα του stachys στα Αγγλικά, αφού διάφορα είδη χρησιμοποιήθηκαν για την θεραπεία τραυμάτων και πληγών ιδιαίτερα στη μεσαιωνική Βρετανία.


Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει τις φαρμακευτικές ιδιότητες των πολυχρησιμοποιημένων από την παραδοσιακή ιατρική φυτών. Το αιθέριο έλαιο που προέρχεται από τα αέρια μέρη αρκετών ειδών stachys, βρέθηκε να περιέχει δραστικά συστατικά με έντονη αντιβακτηριδιακή, αντιμικροβιακή και μυκητοκτόνο δράση. (Ozturk M, Duru et al. 2009, Skaltsa HD et al. 2003)


Το όνομα του γένους προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη στάχυς ενώ το χαρακτηριστικό επίθετο φανερώνει την γεωγραφική προέλευση του είδους που έχει ευρεία εξάπλωση στην Κρήτη.
Στα Κύθηρα ανθίζει από μέσα Μαϊου έως τον Ιούνιο κυρίως στο κέντρο του νησιού.  



Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Μαστιχάγκαθο

Carlina gummifera (L.) Less.

Syn. Atractylis gummifera L.Asteraceae/Compositae

Ατρακτυλίς η κομμιοφόρος


Κύθηρα, Ιούνιος 2014

Στο γένος Carlina ανήκουν περί τα 20 είδη τυπικά αγκάθια της Μεσογείου. Η Kαρλίνα η κομμιοφόρος αναπτύσσεται σε ξηρά άγονα εδάφη, στις άκρες των δρόμων, σε ακαλλιέργητους αγρούς. Τα μεγάλα ακανθωτά φύλλα μήκους 15 έως 40 εκ. σχηματίζουν ροζέτα από το κέντρο της οποίας βγαίνει η ανθοφόρα κεφαλή με ροζ μωβ σωληνωτά ανθίδια. Τα φύλλα ξεραίνονται και το άνθος παραμένει ακμαίο για μεγάλο διάστημα έως ότου γονιμοποιηθεί. Τότε, έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του, ξεραίνεται και τα καρποφόρα αχένια σκορπίζονται με τον άνεμο, μακριά από το μητρικό φυτό. 
To φυτό έχει μακρύ ρίζωμα που μπορεί να φτάσει τους 40 πόντους μήκος και 8 εκ. διάμετρο. Όταν κοπεί, εκκρίνει παχύρρευστη γαλακτώδη ουσία, που στην επαφή με τον αέρα γίνεται μαστιχωτή.

Πιθανότατα πρόκειται για το φυτό που ο Θεόφραστος περιγράφει σαν “χαμαιλέων ο λευκός” ή άκανος. Ο Θεόφραστος διακρίνει δύο είδη, τον χαμαιλέοντα τον λευκό και τον χαμαιλέοντα τον μέλανα με διαφορετικές ιδιότητες, τις οποίες περιγράφει αναλυτικά. (Κατά των σκωλήκων των εντέρων, κατά της διάρροιας, σαν δηλητήριο που σκοτώνει τους σκύλους και τα γουρούνια!!)
Χαμαιλέων δε ο μεν λευκός ο δε μέλας · αι δε δυνάμεις των ριζών και αυταί δε αι ρίζαι τοις είδεσι διάφοροι. Του μεν γαρ λευκή και παχεία και γλυκεία και οσμήν έχουσα βαρείαν·


Σύγχρονη έρευνα δείχνει την υψηλή περιεκτικότητα της ρίζας του φυτού σε τοξικές ουσίες που δρουν όπως η στρυχνίνη. (J. Scarborough,1978)

Το όνομα του γένους, Carlina, αποδίδεται στον Κάρολο τον Μέγα, Καρλομάγνο, αφού ένας θρύλος θέλει τα στρατεύματά του να θεραπεύονται από την πανώλη χάρη σε κάποια είδη του γένους.
To ελληνικό όνομα του γένους ατρακτυλίς – ιδος = από την ελληνική λέξη άτρακτος = αδράχτι.
Το όνομα χρησιμοποιήθηκε από τον Διοσκουρίδη και τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο για κάποιο είδος αγκαθιού ( μοσχάγκαθο;) του οποίου το στέλεχος χρησιμοποιούσαν σαν αδράχτι. “Το δε πλείον [του ραβδίου] γυμνόν, τραχύ, ω και αι γυναίκες χρώνται αντι ατράκτου” (Διοσκουριδης ΙΙΙ, 107)

Το χαρακτηριστικό επίθετο από το λατινικό gummis, -is = γόμα, κόμμι + fer-a-um = φέρων




Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Μια πανέμορφη μινιατούρα!


Neotinea maculata (Desf) Stearn


Syn. Neotinea intacta (Link) Rchb.f.       Orchis intacta Link

Orchidaceae



Κύθηρα, Μάρτιος 2014
Το γένος Νeotinea ( Reichenbach fil 1852) συγγενεύει στενά με το γένος Οrchis και αρκετά είδη που σήμερα ταξινομούνται σε αυτό, είχαν αρχικά περιγραφεί σαν μέλη του δεύτερου. Αρκετοί βοτανολόγοι ερευνητές θεωρούσαν τη Neotinea maculata μοναδική εκπρόσωπο του γένους έως τη δεκαετία του 2000. Αργότερα άλλοι συγγραφείς διεύρυναν το γένος συμπεριλαμβάνοντας άλλα είδη με μικρά άνθη που προηγουμένως είχαν ταξινομηθεί στο γένος Orchis.



Η μικροσκοπική αυτή ορχιδέα της Ευρώπης είναι αρκετά κοινή στη Μεσογειακή λεκάνη, σπανιότερη στα Βόρεια. Σε αρκετές χώρες θεωρείται σπάνιο ή απειλούμενο είδος και προστατεύεται από εθνικούς νόμους. ( Ιρλανδία, Μάλτα κ.α) 
Στα Κύθηρα βρήκα ένα  μόνο μικρό πληθυσμό στο κέντρο του νησιού, ο Delforges την αναφέρει σαν περιορισμένης τοπικής εξάπλωσης. 

Τα άνθη μινιατούρα παραμένουν μισάνοιχτα και έχουν απαλό ροζ χρώμα και ροδοπράσινα νεύρα όταν το φυτό ανθίζει από Μάρτιο έως Μάιο. Ολόκληρο το φυτό είναι πολύ μικρό και συχνά δεν γίνεται αντιληπτό ... προσοχή μην το πατήσετε!!

To όνομα του γένους δόθηκε προς τιμή του Ιταλού καθηγητή βοτανολογίας Vincenzo Tineo (1791-1856) που διετέλεσε Διευθυντής του Βοτανικού Κήπου του Παλέρμο από το 1814 έως το θάνατό του.
Το χαρακτηριστικό επίθετο του είδους προέρχεται από το λατινικό maculatus-a- um που σημαίνει κηλιδωτός και αναφέρεται στις ροδοπράσινες ραβδώσεις των σεπάλων.

Πέμπτη 27 Δεκεμβρίου 2012

Μυκήνη του Σέινς


Mycena seynesii Quélet 1877

Syn. Mycena seynii


Tricholomataceae

Κύθηρα, Δεκέμβριος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο Σταυρούλα Φατσέα

Αφιερωμένο σε όλους τους αγαπητούς αναγνώστες και φίλους της φύσης,  με την ευχή  το 2013 να γίνουμε ακόμα  περισσότεροι. 

Καλή Πρωτοχρονιά!



Η μυκήνη του Σέινς αναπτύσσεται συνήθως πάνω σε κουκουνάρια χαλεπείου, θαλάσσιας και τραχείας πεύκης και κουκουναριάς κυρίως σε παραθαλάσσια οικοσυστήματα της Ευρώπης.
Θεωρείται αρκετά συνηθισμένο σε όλο τον ελλαδικό χώρο από τη Μακεδονία ώς την Κύπρο. ( Κωνσταντινίδης, 2009) Το καρπόσωμα έχει αρχικά απαλό ροζ μώβ χρώμα, ενώ όσο το μανιτάρι ωριμάζει το χρώμα του γίνεται ανοικτό καφετί.
Το γένος mycena περιλαμβάνει πάνω από 500 είδη σύμφωνα με τις τελευταίες μελέτες. Η αναγνώριση και ταυτοποίηση τους είναι αρκετά δύσκολη και αρκετά ξεχωριστά είδη ταξινομούνται ως τέτοια, μόνον μετά από μικροσκοπική εξέταση.

Το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό μύκης= μανιτάρι.Το όνομα του είδους δόθηκε προς τιμήν του Γάλλου γιατρού, μυκητολόγου και βοτανολόγου Jules de Seynes (1833-1912) που υπήρξε ιδρυτής και πρόεδρος της Βοτανικής Εταιρείας της Γαλλίας και έγραψε πολυάριθμα έργα σχετικά με τα μανιτάρια και τα παρασιτικά φυτά.

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2012

Σκουτελάρια των βράχων, η κυθέρεια


Scutellaria rupestris Boiss.&Heldr. ssp. cytherea (Rech.fil) Greuter&Burdet


Lamiaceae/Labiatae


Κύθηρα, Άνοιξη 2011. Φωτογραφίες, κείμενα:Σταυρούλα Φατσέα
Μικρό χαμαίφυτο με όρθιους βλαστούς ως 20εκ ύψος. Τα ασημοπράσινα χνουδωτά φύλλα είναι μεγαλύτερα στη βάση του φυτού. Η ανθοφορία κατά μήκος των βλαστών είναι πυκνή και εντυπωσιακή. Τα λευκά πέταλα σχηματίζουν σωλήνα που καταλήγει σε δύο χείλη. Το επάνω ροζ και το κάτω λευκό χωρίς ραβδώσεις ή άλλα σημάδια. Ο κάλυκας έχει χαρακτηριστικό σχήμα ρηχής λεκάνης που ενέπνευσε το όνομα του γένους, από τη λατινική λέξη scutella = μικρή λεκάνη.  Η λέξη σκουτέλα χρησιμοποιείται στην κυθηραϊκή διάλεκτο με την ίδια ακριβώς έννοια.

Το σπάνιο αυτό είδος θεωρήθηκε αρχικά στενότοπο ενδημικό των Κυθήρων, αλλά υπάρχουν αναφορές ότι ενδημεί και στη Πελοπόννησο (Tan et al. 2006, Λ. Κουτσοθεοδωρής, 2008)

Στους διεθνείς καταλόγους το είδος εμφανίζεται ως σπάνιο ή τρωτό. Κρίνοντας όμως από τα ελάχιστα φυτά έχουν απομείνει μετά τις πυρκαγιές και την παράνομη βόσκηση, ιδιαίτερα στα δυτικά, όπου υπήρχαν εύρωστοι πληθυσμοί, θα έλεγα ότι θα έπρεπε να καταταχθεί σε ανώτερη κατηγορία κινδύνου. 

 Δυστυχώς όπως και για άλλα σπάνια και απειλούμενα είδη στο νησί, δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας.

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Βαλλωτή η καλυκοφόρος


Ballota acetabulosa (L.) Benth.

Lamiaceae/Labiatae


Τα μπαμπακούλια

Κύθηρα, Μάιος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Το γένος βαλλωτή περιλαμβάνει περίπου 33 είδη αυτοφυών στις εύκρατες περιοχές της Ευρώπης , Βόρειας Αφρικής και Δυτικής Ασίας. Μεγαλύτερη ποικιλία ειδών εμφανίζεται στη Μεσογειακή λεκάνη.


Το όνομα φαίνεται να χρησιμοποίησε ο Διοσκουρίδης για το φυτό που σήμερα ονομάζουμε ballota nigra, βαλλωτή η μέλαινα, ενώ από τις πηγές προκύπτει ότι το φυτό ballota acetabulosa, ο Διοσκουρίδης το περιγράφει ως ψευδοδίκταμο.

τὸ δὲ ψευδοδίκταμνον καλούμενον φύεται <μὲν> ἐν πολλοῖς τόποις, ἐμφερὲς δὲ τῷ πρὸ αὐτοῦ, ἔλαττον δὲ καὶ ἧττον δριμύ. ποιεῖ δὲ τὰ αὐτὰ τῷ δικτάμνῳ, οὐχ ὁμοίως ἐνεργοῦν.

Διοσκουρίδης Βιβλίο 3.32.2α



Το χαρακτηριστικό επίθετο του γένους acetabulosa, προέρχεται από το λατινικό acetabulum = κυλίκιο, κάλυκας των ανθέων εξ ου και η ορθή μετάφραση καλυκοφόρος ή καλυκοειδής. Η εμφάνιση του φυτού χαρακτηρίζεται από την παρουσία των πολλών πυκνών καλύκων που συχνά μοιάζουν σαν να είναι αυτοί τα άνθη του φυτού, ενώ στην πραγματικότητα τα μικροσκοπικά λουλουδάκια αναπτύσσονται στο κέντρο τους.
Στην παραδοσιακή, λαϊκή ιατρική οι νεαροί βλαστοί (πανάκια) πολτοποιούνται και τοποθετούνται πάνω σε καψίματα και επιφανειακά τραύματα τα οποία επουλώνουν. Εσωτερικά θεωρείται ότι θεραπεύει τις φλεγμονές, είναι αντιβηχικό και καταπραΰνει γαστροεντερικά προβλήματα.
Σύγχρονη έρευνα αποδεικνύει ότι το εκχύλισμα βαλλωτής έχει ισχυρή αντιβακτηριδιακή δράση και θα μπορούσε να είναι χρήσιμο στη θεραπεία μολύνσεων. (Dulger-Sener 2010)
Κοινές ονομασίες στην Ελλάδα: φυτιλάκι, αλουμινάκι, αποπουλιά, φουφλιά, φουρφουλιά,λυχναράκι, φάσσας, καπτουριά, καντηλαναύτρα

Στα Κύθηρα το φυτό είναι γνωστό σε όλο το νησί με το λαϊκό όνομα μπαμπακούλια. Παλαιότερα, τέτοια εποχή κάθε χρόνο μάζευαν τα μπαμπακούλια, δηλαδή τους ξερούς κάλυκες του φυτού. Τα μικρά αυτά χωνάκια τα τοποθετούσαν ανεστραμμένα ανά δύο αφού έβγαζαν το σπόρο από το ένα, στο λάδι του καντηλιού, που υπήρχε στο εικονοστάσι κάθε σπιτιού και τα άναβαν. Η φλογίτσα τους κρατούσε περίπου 10 ώρες αναμμένη χωρίς να δημιουργεί καπνιά.



Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Ακέσαρος


Cistus L.

Λαδανιά 

Cistaceae



- Θέ μου και να πατήσω πια βουνό, να πάρει ο νους αγέρα!  Ν' αρχίσει ο γάβρος σφέρδουκλας ν' ανθεί 
κι ο λάδανος να ιδρώνει κι η πετροπέρδικα να φτερουγάει, να κακαρίζει ο λόγγος! 


Ν. Καζαντζάκης , Οδύσσεια ΡΑΨΩΔΙΑ Ε'
Cistus creticus. Κίστος ο κρητικός.
Κύθηρα 2011-2012. Φωτογραφίες , κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Το γένος cistus περιλαμβάνει περίπου 25 είδη πολυετών θάμνων ενδημικών όλης της Μεσογειακής λεκάνης, από το Μαρόκο έως τη Μέση Ανατολή. 
Τα εντυπωσιακά άνθη έχουν πέντε πέταλα που ποικίλουν σε χρώμα και μπορεί να είναι από λευκά ως σκούρα ρόδινα.'Ολα τα είδη αγαπούν τα πετρώδη ηλιόλουστα μέρη και συχνά καλύπτουν μεγάλες περιοχές, τους κιστώνες, σε φρυγανότοπους στις πλαγιές λόφων, ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν καταστραφεί από πυρκαγιές. Αυτό συμβαίνει γιατί το φύτρωμα των σπόρων που υπάρχουν στο έδαφος επιταχύνεται από τις υψηλές θερμοκρασίες της πυρκαγιάς. 
Το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κίσθος που σημαίνει καλάθι,πανέρι και τα περισσότερα κοινά ελληνικά ονόματα  δείχνουν τη συνέχεια της γλώσσας. Κίστος, κισάρι, ακίσαρος ή ακέσαρος,κίσθος, ξισταριά, κουνούκλα, λαδανιά.


Κίστος ο κρητικός. Cistus incanus ssp creticus L.

Τέσσερα κυρίως είδη ενδημούν στην Ελλάδα μεταξύ αυτών και το περίφημο cistus incanus ή cistus creticus, κίστος ο κρητικός, με μεγαλύτερα άνθη και πέταλα σε σκούρο ροζ χρώμα που μοιάζουν σαν τσαλακωμένα. Το είδος υπάρχει σε μεγάλη αφθονία στην Κρήτη και την Κύπρο, και είναι πολύ γνωστό ήδη από την αρχαιότητα χάρη στο λάδανο, (αρχαία ελληνικά, λήδανο) μια αρωματική ρητίνη που εκκρίνεται από τα φύλλα του και που έχει εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες. Πρόκειται για ένα σκληρό μαύρο ρετσίνι με έντονη μυρωδιά που χρησιμοποιείται διαχρονικά για παραγωγή αιθέριου ελαίου,σαν σταθεροποιητής σε αρώματα ή σαν θυμίαμα, σε αλοιφές κατά δερματικών παθήσεων (καλόγηροι, αποστήματα κ.α.) 
Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει ότι το λάδανο περιέχει ουσίες που έχουν βακτηριογόνο και μικροβιοκτόνο δράση*.

Στα αρχαία χρόνια το λάδανο συλλεγόταν από τα γένια των τράγων πάνω στα οποία κολλούσε καθώς βοσκούσαν.
Στον Ηρόδοτο διαβάζουμε: 
Το δε λήδανον το Αράβιοι καλέουσι λάδανον... Εν γαρ δυσοσμοτάτω γινόμενον ευωδέστατον εστί, των γαρ αιγών των τράγων εν πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από της ύλης. Χρήσιμον δ’ ες πολλά των μύρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Αράβιοι” (Θάλεια)..

Ο Διοσκουρίδης περιγράφει άλλον τρόπο συλλογής του λάδανου ή λήδου όπως το αποκαλεί, "Ένιοι δε και σχοινία επισύρουσι τοις θάμνοις και το προπλασθέν αυτοίς λίπος αποξύσαντες αναπλάσσουσιν".

Στην Κρήτη ακόμα και σήμερα ακολουθούν αυτόν τον τρόπο συλλογής: “οι αλαδανάρηδες” όπως ονομάζονται οι συλλέκτες του λάδανου ή αλάδανου, χρησιμοποιούν ένα ειδικό εργαλείο το λαδανιστήρι ή αργαστήρι. Πρόκειται για ένα κοντάρι μήκους περίπου 1 μέτρου με κάθετο τόξο στην άκρη του πάνω στο οποίο ήταν δεμένες λεπτές μακριές λωρίδες από δέρμα παλαιότερα, ενώ σήμερα έχουν αντικατασταθεί από πλαστικές κυλινδρικές λωρίδες μήκους 60-70 εκ.
Διαλέγουν τις ζεστές μεσημεριάτικες ώρες όταν η έκκριση της ρητίνης είναι υψηλότερη και τρίβουν τους θάμνους με το λαδανιστήρι. Το λάδανο προσκολλάται στις λωρίδες, που στη συνέχεια απλώνονται στον ήλιο, το λάδανο μαλακώνει αρκετά και αφαιρείται με ειδικές ξύστρες. Θεωρείται ότι αυτός ο τρόπος δίνει υψηλής ποιότητας προϊόν. Η εμπορική εκμετάλλευση του αποτελεί σημαντική και τα παλιά χρόνια, πρωταρχική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της κοινότητας Σισσών Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο.

Κίστος ο φασκομηλόφυλλος. Cistus salvifolius L. 

Το αιθέριο έλαιο του λάδανου που εξάγεται είτε από τη ρητίνη είτε από τα φύλλα και τα άνθη του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία για να επαναφέρει μνήμες του παρελθόντος και να ξυπνήσει το ασυνείδητο. Το λιβάνι του έχει παρόμοια επίδραση. Υπάρχει μια “αρχαία αίσθηση” από το παρελθόν και το συλλογικό ασυνείδητο.

Κίστος ο μικρανθής. Cistus  parviflorus L


Στα Κύθηρα, αυτοφύονται τέσσερα είδη της οικογένειας: 
Cistus creticus L.
Cistus salvifolius L. 
Cistus parviflorus L.
Cistus monspeliensis L.
Όταν την άνοιξη ολόκληρο το νησί πλημμυρίζει στα χρώματα, οι ακέσαροι είναι πρωταγωνιστές.  

*Προσοχή!! δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με το λαύδανο που είναι παράγωγο του οπίου, με ισχυρή καταπραϋντική δράση.