Αναγνώστες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αpiaceae (Umbelliferae). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αpiaceae (Umbelliferae). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Tordylion apulum, η αρωματική καυκαλήθρα

 


Tordylion apulum L. 

Syn. Condylocarpus apulus (L.) Hoffm.

Condylocarpus humilis (Desf.) W.D.J. Koch 

Pastinaca apula (L.) Koso-Pol.


Apiaceae /Umbelliferae


Καυκαλήθρα, Καυκαλίδα, Τορδίλιον της Απουλίας




Είναι φυτό μονοετές ή σπανιώτερα διετές, με ευρεία εξάπλωση σε όλη τη Μεσόγειο, νότια Ευρώπη και τη δυτική Ασία, έως το Ιράν. Στα Κύθηρα υπάρχει σε όλη την έκταση του νησιού σε χορτολιβαδικές εκτάσεις, καλλιεργημένους και ακαλλιέργητους αγρούς, ακόμα και σε φρυγανότοπους με μέτρια υγρασία αρκεί να είναι σε ηλιόλουστη θέση. 






Τα τρυφερά φύλλα του φυτού είναι περιζήτητα για το άρωμά τους και συλλέγονται την άνοιξη πρίν την ανθοφορία. Στα Κύθηρα  επικρατεί το λαϊκό όνομα καυκαλίδα και οι παλιές νοικοκυρές ιδίως στο βόρειο τμήμα του νησιού τη θεωρούσαν απαραίτητο αρωματικό για την καλισούνα και τα καλισουνάκια (χορτόπιτα - χορτοπιτάκια με διάφορα άγρια χόρτα ή και σπανάκι, μυζήθρα και ντόπιο κατσικίσιο τυρί και αυγά). Σε όλη την  Ελλάδα εξ άλλου οι καυκαλήθρες χρησιμοποιούνται από τους αρχαίους χρόνους για να δίνουν άρωμα, κυρίως σε πίτες και βραστές σαλάτες. Στην Ιταλία και νότια Γαλλία, τα προσθέτουν σε σούπες και ωμές σαλάτες.


Τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον και η ζήτηση για τα λεγόμενα διατροφικά φαρμακευτικά προϊόντα (nutraceuticals) αυξάνεται ταχύτατα σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες κυρίως λόγω της διαπίστωσης των κινδύνων για την υγεία που συνδέεται με αυξανόμενη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφών. Αρκετά μεσογειακά άγρια χόρτα (ζοχοί, ραδίκια, κ.α) επανήλθαν στο προσκήνιο και θεωρούνται εξαιρετική πηγή υψηλής διατροφοφαρμακευτικής αξίας με ανιοξειδωτικές ιδιότητες. Ανάμεσα τους σημαντική θέση έχει η καυκαλήθρα. 

Σύγχρονη έρευνα δείχνει την πολύτιμη θρεπτική αξία του φυτού καθώς φαίνεται να περιέχει περισσότερα ιχνοστοιχέια και αντιοξειδωτικές ουσίες από διάφορα καλλιεργούμενα και ευρείας κατανάλωσης είδη. (τομάτες, πιπεριές και καρότα) (A.Ranfa et al. 2015) Ο Διοσκουρίδης το θεωρεί εμμηναγωγό και κατά της δυσουρίας και των νεφροπαθειών. Αυτές οι θεραπευτικές ιδιότητες δεν επιβεβαιώνονται από τη σύγχρονη έρευνα αν και το αιθέριο του έλαιο φαίνεται να έχει αντιβακτηριδιακή δράση. ( C. Kofinas, et al. 1993)

Το όνομα του γένους "τορδίλιον" εμφανίζεται στη Μateria Μedica του Διοσκουρίδη. Προέρχεται από την ελληνική λέξη τόρνος και το ρήμα ίλλω= περιστρέφω, συστρέφω, αναφορά στο σχήμα των καρπών με το « σκάλισμα » στην περιφέρεια τους. Το χαρακτηριστικό επίθετο προέρχεται από το τοπωνύμιο Απουλία της νότιας Ιταλίας. 


Διοσκουρίδης 3.54

τόρδιλον· ἔνιοι δὲ καὶ τοῦτο σέσελι Κρητικὸν καλοῦσι. φύεται ἐν τῷ κατὰ Κιλικίαν Ἀμανῷ. ἔστι δὲ βοτάνιον φρυγανῶδες, ἔχον σπερμάτιον περιφερές, διπλοῦν, ὅμοιον ἀσπιδισκίοις, ὑπόδριμυ, ἀρωματίζον, πινόμενον πρὸς δυσουρίαν καὶ ἐμμήνων ἀγωγήν. ὁ δὲ χυλὸς τοῦ καυλοῦ καὶ τοῦ σπέρματος ἔτι χλωροῦ ὄντος ὅσον τριώβολον ποθεὶς σὺν γλυκεῖ ἡμέρας δέκα νεφριτικοὺς ὑγιάζει. ἡ δὲ ῥίζα πρακτική, ἀνάγουσα καὶ τὰ ἐκ θώρακος ἐκλειχομένη μετὰ μέλιτος.


Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Ελληνικό Κύμινο...

Hellenocarum multiflorum (Sm.) H.Wolff 1927

Carum multiflorum (Sm.) Boiss.

 Syn. Athamanta multiflora Sm.

Apiaceae/Umbelliferae



Σε παλαιότερη ταξινόμηση το φυτό που παρουσιάζω εδώ ανήκε στο γένος Carum L. στο οποίο ανήκουν περίπου είκοσι είδη με γνωστότερο το Carum carvi, το άγριο κύμινο, και είναι γνωστό ήδη από τον Διοσκουρίδη. Το φυτό υπό συζήτηση ονομάζεται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες κύμινο γκρέκο ή κύμινο της Ελλάδας, οπότε συμπεραίνω ότι, όταν το 1927 ο Wolff ταξινόμησε ορισμένα είδη σε διαφορετικά γένη, το συγκεκριμένο φυτό ονομάστηκε hellenocarum.

Στο γένος hellenocarum το οποίο η σύγχρονη ταξινομία ξεχώρισε από το γένος carum ανήκουν επί του παρόντος τέσσερα είδη. Η επιστημονική έρευνα στα είδη της οικογένειας των σκιαδοφόρων συνεχίζεται αλλά το όνομα το οποίο φαίνεται να επικρατεί σαν ορθότερο είναι αυτό.


Το hellenocarum multiflorum εξαπλώνεται από την Αλβανία, την Ελλάδα, την Τουρκία έως το Ιράκ. Είναι φυτό βραχόφιλο,αρέσκεται να φυτρώνει στις σχισμές ασβεστολιθικών βράχων σε ηλιόλουστες τοποθεσίες σε υψόμετρα 200 έως 2000μ.


Είναι πολυετές φυτό του οποίου οι βλαστοί μπορεί να φτάσουν τα 50 εκ. Την εποχή της ανθοφορίας τα φύλλα της βάσης είναι σχεδόν εντελώς ξερά.

Το βασικό συνθετικό του ονόματος carum έχει μάλλον αμφιλεγόμενη ετυμολογία καθώς αρκετοί συγγραφείς θεωρούν ότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κάρον ή κάρος = κύμινο και το συνδέουν με τη χρήση του ονόματος από τον Διοσκουρίδη: “κάρος σπερμάτιον εστί γνώριμον..... αναλογούν ανίσω” Διοσκ. 3.66.
Κατά τον Πλίνιο το όνομα συνδέεται με την περιοχή Καρία της Μικράς Ασίας τόπο προέλευσης του κύμινου κατά τους αρχαίους χρόνους.

Το χαρακτηριστικό επίθετο, multiflorum προέρχεται από τα λατινικά multi + florus-a-um = πολυανθής

Στα Κύθηρα βρήκα το φυτό στις σχισμές βράχων στο βουνό της Αγίας Ελέσσας και σε όλους τους γκρεμούς στα νότια του νησιού.  

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Hρύγγιο το παράλιο


Eryngium maritimum L.


Γαλανάγκαθο, Αγκαθιά
Apiaceae



Αβλέμονας, Κύθηρα 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές φυτό, αυτοφυές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές ακτές, σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους.
Το ασήμαντο εκ πρώτης όψεως αυτό αγκάθι μεταμορφώνεται σε σπάνιο κόσμημα την εποχή της ανθοφορίας του. Τα σκληρά αγκαθωτά φύλλα του και τα λεπτεπίλεπτα άνθη έχουν χρώμα μπλέ μωβ ή ασημοπράσινο και προσελκύουν πλήθος επικονιαστών. Οι ρίζες μπορούν να φτάσουν έως και ένα μέτρο μήκος και συγκρατούν τα χαλαρά αμμώδη εδάφη αποτρέποντας τη διάβρωσή τους.


Το φυτό ονομάζεται ηρύγγιο από τον Θεόφραστο και το Διοσκουρίδη και θεωρείται ήδη από την αρχαιότητα ευεργετικό σε περιπτώσεις ηπατικών και στομαχικών παθήσεων, κατακράτησης υγρών, αερίων. Σε αυτή του την ιδιότητα οφείλει το όνομα του. Ερύγγιο ή ηρύγγιο από το ρήμα ερυγγάνω = ερεύγομαι και ρεύγομαι = ρεύομαι= εκβάλλω στομαχικά αέρια από το στόμα
Το αφέψημα της ρίζας του θεωρείται ότι έχει διουρητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ακόμα στην λαϊκή ιατρική σε παθήσεις του ουροποιητικού. Το eryngium maritimun είναι επίσης ευρέως χρησιμοποιούμενο ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι οι τρυφεροί βλαστοί αλλά και οι ρίζες τρώγονται, συνήθεια που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες περιοχές, όπου τρώγεται σαν βραστή σαλάτα με λαδόξιδο και σκόρδο ή μαγειρεμένο με αρνί φρικασέ, σε ομελέτες κλπ. Η μαγειρεμένη ρίζα έχει γεύση γλυκιά σαν του κάστανου. Οι Αγγλοσάξωνες τη ζαχαρώνουν και φτιάχνουν καραμέλες που είναι περιζήτητες.

Αν και το είδος έχει μεγάλη εξάπλωση, θεωρείται απειλούμενο και σε μερικά μέρη της Ευρώπης υπό εξαφάνιση ( ανατολική Σκωτία ) αφού τα φυσικά ενδιαιτήματά του δέχονται μεγάλες πιέσεις κυρίως λόγω της τουριστικής “ανάπτυξης” και έλλειψης ενημέρωσης των επισκεπτών που συχνά το μαζεύουν σαν ενθύμιο.


Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Κρίταμο

Crithmum maritimum L.


Αpiaceae (Umbelliferae)





Κύθηρα, Ανατολικές ακτές. Φθινόπωρο 2010.
Φωτογραφίες Σ. Φατσέα

Πολυετές φυτό που φυτρώνει σε παραθαλάσσια βραχώδη ή αμμώδη εδάφη. Εχει έντονο άρωμα και αλμυρή γεύση. Τα μικρά άνθη βγαίνουν το καλοκαίρι και σχηματίζουν σκιάδιο ανοικτοκίτρινο. Ο κάρπος του, μακρουλός, λείος και βαθιά αυλακωτός έχει χρώμα κιτρινωπό ή κοκκινωπό.Οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμασαν κρίθμον από την ομοιότητα που είχε με το σπόρο του κριθαριού.

 Το χρησιμοποιούσαν όπως και σήμερα ωμό, βρασμένο σαν σαλάτα ή διατηρημένο σε ξύδι ή σε άλμη. "....λαχανεύεται εφθόντε και ωμόν εσθιόμενον,και ταριχεύεται εν άλμη..” Διοσκουρίδης

Οι παλιοί ναυτικοί το είχαν μαζί τους για να καταπολεμούν το σκορβούτο αφού η περιεκτικότητά του σε βιταμίνη C είναι μεγάλη. Περιέχει ακόμα αιθέριο έλαιο, μεταλλλικά άλατα,ιώδιο κ.α. Είναι εξαιρετικό ορεκτικό, τονωτικό και καθαρτικό. Σήμερα εκτός απο την διατροφική του αξία αναγνωρίζεται και  χρησιμοποιείται ευρύτατα στη βιομηχανία καλλυντικών.  Στην Αγγλία η συλλογή του στη φύση απαγορεύεται με νόμο, υπάρχουν όμως, καλλιέργειες που τροφοδοτούν τις αγορές.