Αναγνώστες

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Hρύγγιο το παράλιο


Eryngium maritimum L.


Γαλανάγκαθο, Αγκαθιά
Apiaceae



Αβλέμονας, Κύθηρα 2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα
Πολυετές φυτό, αυτοφυές σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές ακτές, σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους.
Το ασήμαντο εκ πρώτης όψεως αυτό αγκάθι μεταμορφώνεται σε σπάνιο κόσμημα την εποχή της ανθοφορίας του. Τα σκληρά αγκαθωτά φύλλα του και τα λεπτεπίλεπτα άνθη έχουν χρώμα μπλέ μωβ ή ασημοπράσινο και προσελκύουν πλήθος επικονιαστών. Οι ρίζες μπορούν να φτάσουν έως και ένα μέτρο μήκος και συγκρατούν τα χαλαρά αμμώδη εδάφη αποτρέποντας τη διάβρωσή τους.


Το φυτό ονομάζεται ηρύγγιο από τον Θεόφραστο και το Διοσκουρίδη και θεωρείται ήδη από την αρχαιότητα ευεργετικό σε περιπτώσεις ηπατικών και στομαχικών παθήσεων, κατακράτησης υγρών, αερίων. Σε αυτή του την ιδιότητα οφείλει το όνομα του. Ερύγγιο ή ηρύγγιο από το ρήμα ερυγγάνω = ερεύγομαι και ρεύγομαι = ρεύομαι= εκβάλλω στομαχικά αέρια από το στόμα
Το αφέψημα της ρίζας του θεωρείται ότι έχει διουρητικές ιδιότητες και χρησιμοποιείται ακόμα στην λαϊκή ιατρική σε παθήσεις του ουροποιητικού. Το eryngium maritimun είναι επίσης ευρέως χρησιμοποιούμενο ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Ο Πλίνιος αναφέρει ότι οι τρυφεροί βλαστοί αλλά και οι ρίζες τρώγονται, συνήθεια που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας σε ορισμένες περιοχές, όπου τρώγεται σαν βραστή σαλάτα με λαδόξιδο και σκόρδο ή μαγειρεμένο με αρνί φρικασέ, σε ομελέτες κλπ. Η μαγειρεμένη ρίζα έχει γεύση γλυκιά σαν του κάστανου. Οι Αγγλοσάξωνες τη ζαχαρώνουν και φτιάχνουν καραμέλες που είναι περιζήτητες.

Αν και το είδος έχει μεγάλη εξάπλωση, θεωρείται απειλούμενο και σε μερικά μέρη της Ευρώπης υπό εξαφάνιση ( ανατολική Σκωτία ) αφού τα φυσικά ενδιαιτήματά του δέχονται μεγάλες πιέσεις κυρίως λόγω της τουριστικής “ανάπτυξης” και έλλειψης ενημέρωσης των επισκεπτών που συχνά το μαζεύουν σαν ενθύμιο.


Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Ακέσαρος


Cistus L.

Λαδανιά 

Cistaceae



- Θέ μου και να πατήσω πια βουνό, να πάρει ο νους αγέρα!  Ν' αρχίσει ο γάβρος σφέρδουκλας ν' ανθεί 
κι ο λάδανος να ιδρώνει κι η πετροπέρδικα να φτερουγάει, να κακαρίζει ο λόγγος! 


Ν. Καζαντζάκης , Οδύσσεια ΡΑΨΩΔΙΑ Ε'
Cistus creticus. Κίστος ο κρητικός.
Κύθηρα 2011-2012. Φωτογραφίες , κείμενο: Σταυρούλα Φατσέα

Το γένος cistus περιλαμβάνει περίπου 25 είδη πολυετών θάμνων ενδημικών όλης της Μεσογειακής λεκάνης, από το Μαρόκο έως τη Μέση Ανατολή. 
Τα εντυπωσιακά άνθη έχουν πέντε πέταλα που ποικίλουν σε χρώμα και μπορεί να είναι από λευκά ως σκούρα ρόδινα.'Ολα τα είδη αγαπούν τα πετρώδη ηλιόλουστα μέρη και συχνά καλύπτουν μεγάλες περιοχές, τους κιστώνες, σε φρυγανότοπους στις πλαγιές λόφων, ιδιαίτερα σε περιοχές που έχουν καταστραφεί από πυρκαγιές. Αυτό συμβαίνει γιατί το φύτρωμα των σπόρων που υπάρχουν στο έδαφος επιταχύνεται από τις υψηλές θερμοκρασίες της πυρκαγιάς. 
Το όνομα του γένους προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό κίσθος που σημαίνει καλάθι,πανέρι και τα περισσότερα κοινά ελληνικά ονόματα  δείχνουν τη συνέχεια της γλώσσας. Κίστος, κισάρι, ακίσαρος ή ακέσαρος,κίσθος, ξισταριά, κουνούκλα, λαδανιά.


Κίστος ο κρητικός. Cistus incanus ssp creticus L.

Τέσσερα κυρίως είδη ενδημούν στην Ελλάδα μεταξύ αυτών και το περίφημο cistus incanus ή cistus creticus, κίστος ο κρητικός, με μεγαλύτερα άνθη και πέταλα σε σκούρο ροζ χρώμα που μοιάζουν σαν τσαλακωμένα. Το είδος υπάρχει σε μεγάλη αφθονία στην Κρήτη και την Κύπρο, και είναι πολύ γνωστό ήδη από την αρχαιότητα χάρη στο λάδανο, (αρχαία ελληνικά, λήδανο) μια αρωματική ρητίνη που εκκρίνεται από τα φύλλα του και που έχει εξαιρετικές φαρμακευτικές ιδιότητες. Πρόκειται για ένα σκληρό μαύρο ρετσίνι με έντονη μυρωδιά που χρησιμοποιείται διαχρονικά για παραγωγή αιθέριου ελαίου,σαν σταθεροποιητής σε αρώματα ή σαν θυμίαμα, σε αλοιφές κατά δερματικών παθήσεων (καλόγηροι, αποστήματα κ.α.) 
Σύγχρονη έρευνα επιβεβαιώνει ότι το λάδανο περιέχει ουσίες που έχουν βακτηριογόνο και μικροβιοκτόνο δράση*.

Στα αρχαία χρόνια το λάδανο συλλεγόταν από τα γένια των τράγων πάνω στα οποία κολλούσε καθώς βοσκούσαν.
Στον Ηρόδοτο διαβάζουμε: 
Το δε λήδανον το Αράβιοι καλέουσι λάδανον... Εν γαρ δυσοσμοτάτω γινόμενον ευωδέστατον εστί, των γαρ αιγών των τράγων εν πώγωσι ευρίσκεται εγγινόμενον οίον γλοιός από της ύλης. Χρήσιμον δ’ ες πολλά των μύρων εστί, θυμιώσι τε μάλιστα τούτο Αράβιοι” (Θάλεια)..

Ο Διοσκουρίδης περιγράφει άλλον τρόπο συλλογής του λάδανου ή λήδου όπως το αποκαλεί, "Ένιοι δε και σχοινία επισύρουσι τοις θάμνοις και το προπλασθέν αυτοίς λίπος αποξύσαντες αναπλάσσουσιν".

Στην Κρήτη ακόμα και σήμερα ακολουθούν αυτόν τον τρόπο συλλογής: “οι αλαδανάρηδες” όπως ονομάζονται οι συλλέκτες του λάδανου ή αλάδανου, χρησιμοποιούν ένα ειδικό εργαλείο το λαδανιστήρι ή αργαστήρι. Πρόκειται για ένα κοντάρι μήκους περίπου 1 μέτρου με κάθετο τόξο στην άκρη του πάνω στο οποίο ήταν δεμένες λεπτές μακριές λωρίδες από δέρμα παλαιότερα, ενώ σήμερα έχουν αντικατασταθεί από πλαστικές κυλινδρικές λωρίδες μήκους 60-70 εκ.
Διαλέγουν τις ζεστές μεσημεριάτικες ώρες όταν η έκκριση της ρητίνης είναι υψηλότερη και τρίβουν τους θάμνους με το λαδανιστήρι. Το λάδανο προσκολλάται στις λωρίδες, που στη συνέχεια απλώνονται στον ήλιο, το λάδανο μαλακώνει αρκετά και αφαιρείται με ειδικές ξύστρες. Θεωρείται ότι αυτός ο τρόπος δίνει υψηλής ποιότητας προϊόν. Η εμπορική εκμετάλλευση του αποτελεί σημαντική και τα παλιά χρόνια, πρωταρχική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους της κοινότητας Σισσών Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο.

Κίστος ο φασκομηλόφυλλος. Cistus salvifolius L. 

Το αιθέριο έλαιο του λάδανου που εξάγεται είτε από τη ρητίνη είτε από τα φύλλα και τα άνθη του φυτού χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία για να επαναφέρει μνήμες του παρελθόντος και να ξυπνήσει το ασυνείδητο. Το λιβάνι του έχει παρόμοια επίδραση. Υπάρχει μια “αρχαία αίσθηση” από το παρελθόν και το συλλογικό ασυνείδητο.

Κίστος ο μικρανθής. Cistus  parviflorus L


Στα Κύθηρα, αυτοφύονται τέσσερα είδη της οικογένειας: 
Cistus creticus L.
Cistus salvifolius L. 
Cistus parviflorus L.
Cistus monspeliensis L.
Όταν την άνοιξη ολόκληρο το νησί πλημμυρίζει στα χρώματα, οι ακέσαροι είναι πρωταγωνιστές.  

*Προσοχή!! δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με το λαύδανο που είναι παράγωγο του οπίου, με ισχυρή καταπραϋντική δράση.










Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Οι ξελογιάστρες της Άνοιξης ΙΙΙ


Ophrys candica ssp cytherea B.Baumann & H.Baumann 2005
Οφρύς η λευκή, των Κυθήρων
(Bornmuelleri group)

Κύθηρα,Άνοιξη 2011-2012.Φωτογραφίες,κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα 







Υπέροχη μικρή ορχιδέα, που περιέγραψαν το 2005 οι Μπάουμαν σαν ξεχωριστό υποείδος της ophrys candica, και θεωρείται τοπικό ενδημικό. Ανθίζει από τα τέλη Μαρτίου ως τα τέλη Μαΐου. Υπάρχει σε όλο το νησί πολλές φορές μαζί με την ophrys candica και την ophrys candica var.minoa. Φέτος η ανθοφορία της ήταν περιορισμένη σε σχέση με το 2011 και τέλειωσε μάλλον νωρίς, στις αρχές Μαΐου.

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Ξυλοκερατέα


Ceratonia siliqua L.

Κερατέα η έλλοβος

Χαρουπιά

Caesalpiniaceae
Fabaceae/Leguminosae



Κύθηρα 2011-2012. Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα




Αειθαλές σκληρόφυλλο δέντρο που μπορεί να φτάσει και τα 20 μ σε ύψος. Αυτοφυές σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη, Μέση Ανατολή και Δυτική Ασία μέχρι το Ιράν. Το δέντρο ανθίζει το φθινόπωρο και τα αρσενικά άνθη έχουν χαρακτηριστική βαριά οσμή σπέρματος.
Καλλιεργείται εδώ και χιλιάδες χρόνια και εξυπηρετεί τις ανάγκες του ανθρώπου σε πολλά επίπεδα, σαν δασικό είδος πολύτιμο, αφού είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στη ζέστη, τη ξηρασία και τα φτωχά άγονα εδάφη σταθεροποιώντας και εμπλουτίζοντας τα, σαν καλλωπιστικό στολίζοντας το τοπίο με πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμα, σαν πηγή υποπροϊόντων που χρησιμοποιούνται ευρέως στη βιομηχανία. Το ξύλο της χαρουπιάς χρησιμοποιείται για κατασκευή χρηστικών ή διακοσμητικών αντικειμένων (έπιπλα, βαρέλια, ξυλόγλυπτα κ.α ). Τα φύλλα και ο φλοιός της για την επεξεργασία δέρματος και σαν εξαιρετική φυτική βαφή. 
Οι θρεπτικοί καρποί της χρησιμοποιούνται από την αρχαιότητα ως σήμερα για παραγωγή ζωοτροφής. Σε περιόδους δύσκολες για την ανθρωπότητα κατά τη διάρκεια πολέμων και λιμών, το χαρούπι αλέστηκε για να φτιαχτεί αλεύρι σώζοντας έτσι τους πληθυσμούς από τη λιμοκτονία. Από αλεσμένους καρπούς παρασκευάζεται υποκατάστατο καφέ, εξαιρετικής ποιότητας κατάλληλο για όσους ακολουθούν ομοιοπαθητική θεραπεία, υποκατάστατο σοκολάτας, χαρουπόμελο* κ.α. Αρκετοί μελετητές πιστεύουν ότι οι ακρίδες (στα αγγλικά locust ) που αναφέρονται σαν τροφή του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στα Ευαγγέλια, ήταν στην πραγματικότητα χαρούπια, το δέντρο στα Αγγλικά ονομάζεται locust tree και τα χαρούπια locusts. Άλλη κοινή ονομασία του δένδρου στα Αγγλικά, St John's bread = το ψωμί του Αι Γιάννη, οδηγεί στα ίδια συμπεράσματα.


Τα άγρια δέντρα καρποφορούν σχετικά αργά ( 12- 15 χρόνια) ενώ τα ήμερα (μπολιασμένα) δέντρα μπορεί να δώσουν καρπό στα 5 χρόνια. Ο καρπός χρειάζεται έναν ολόκληρο χρόνο για να ωριμάσει και συλλέγεται ανάλογα με την περιοχή στα τέλη του καλοκαιριού. Τα φρέσκα λουβιά τρώγονται ωμά ενώ όταν ωριμάσουν και πάρουν σκούρο καφέ χρώμα θυμίζουν έντονα σοκολάτα και μασιούνται ευχάριστα.

Το βάρος του σπόρου κυμαίνεται σταθερά μεταξύ 0,189 έως 0,205 του γραμμαρίου και έτσι χρησιμοποιήθηκε αρχικά στην Αφρική σαν μονάδα μέτρησης βάρους μπαχαρικών και στη συνέχεια στην Ινδία σαν μονάδα μέτρησης καθαρότητας του χρυσού (Kt) και βάρους πολύτιμων λίθων (Ct). Η απόλυτη δημοκρατία! Από το ταπεινό χαρούπι στο πολύτιμο καράτι του χρυσού και του διαμαντιού! Έτσι, η λέξη καράτι στα νέα ελληνικά είναι αντιδάνειο από το αγγλ. carat > αραβ. quirat > αρχ. Ελλ. κεράτιον > αρχ. Ελλ.κέρας.

Το επιστημονικό όνομα του είδους ceratonia επίσης, προέρχεται από την ελληνική λέξη κεράτιον > κέρας από το σχήμα των καρπών που θυμίζουν κέρατο ζώου. Το χαρακτηριστικό επίθετο siliqua = έλλοβος , φέρων λοβούς, στα λατινικά.
Η κοινή ελληνική ονομασία του δέντρου, χαρουπιά, όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες προέρχεται από το αραβικό kharoub και το εβραϊκό charuv. Που με τη σειρά τους προέρχονται από τη λέξη herev που σημαίνει το σπαθί στα Εβραϊκά. Στο Μεσαίωνα πέρασε από τα αραβικά στις ευρωπαϊκές γλώσσες: Γαλλικά caroube, Ιταλικά carruba, Αγγλικά carob, Ελληνικά χαρουπιά.


Η Ξυλοκερατέα έξω από τον Ποταμό.
Αν και δεν έχει μεγάλο  ύψος είναι  πάνω από 100 ετών

Στα Κύθηρα όπως και σε όλη τη Μεσόγειο η ξυλοκερατέα είναι χαρακτηριστικό στοιχείο της τοπικής χλωρίδας. Στο νησί έχουν επιβιώσει αρκετά υπεραιωνόβια δέντρα, όπως η γηραιά ξυλοκερατέα έξω από τον Ποταμό, κοντά στο γήπεδο. 


Στην ξυλοκερατέα αυτήν, οι αναμνήσεις ντόπιων και ξενιτεμένων ζωντανεύουν καθώς συγγενείς και φίλοι ξεπροβόδιζαν ή καλωσόριζαν τους δικούς τους όταν  έφευγαν ή επέστρεφαν από μακρινά ταξίδια στην Αλεξάνδρεια, την Αυστραλία,την Αμερική τον 19ο και 20ο αιώνα.
*Το χαρουπόμελο γίνεται αν αφήσουμε τους αλεσμένους καρπούς να μουλιάσουν στο νερό για δύο μέρες και στη συνέχεια σουρώσουμε και βράσουμε ώσπου να εξατμιστεί το νερό και μείνει το παχύρευστο “μέλι”, που θεωρείται φάρμακο για το βήχα, τον πονόλαιμο, αποχρεμπτικό, ηρεμιστικό, κατά της αυπνίας και των στομαχικών και εντερικών διαταραχών


Τρίτη 22 Μαΐου 2012

Αμάραντα


Limonium sinuatum (L.) Miller

Λειμώνιο το δαντελωτό 


Plumbaginaceae


Κύθηρα,  2011- 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα




Αειθαλές φυτό που αναπτύσσεται από ξυλώδες ρίζωμα σε παράλιες περιοχές όλης της Μεσογείου , αλλά και σε άλλα μέρη του κόσμου. Τα σέπαλα του άνθους έχουν ευχάριστο μωβ χρώμα που παραμένει αναλλοίωτο για πολύ καιρό αν αποξηρανθεί μακριά από άμεσο ηλιακό φως. Ετσι από πολλούς ονομάζεται αμάραντο και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές σε αποξηραμένες συνθέσεις μαζί με καλλιεργούμενα υβρίδια σε διάφορα χρώματα.




Το όνομα του γένους προέρχεται από την ελληνική λέξη λειμών = λιβάδι , ενώ το επίθετο sinuatum = με δαντελωτή άκρη, αναφέρεται στην όψη των σεπάλων.




Η κοινή ονομασία στην αγγλική γλώσσα sea lavender, αναφέρεται στο θαυμάσιο μωβ χρώμα του που είναι όμοιο με της λεβάντας, και στους οικότοπους που προτιμά, κατά κανόνα, κοντά στην θάλασσα. Στα Κύθηρα το συναντούμε στις βορειοανατολικές και ανατολικές ακτές όπου μερικές φορές φυτρώνει ακόμα και πάνω στην άμμο.  

Κυριακή 6 Μαΐου 2012

Κενταύρια των Κυθήρων


Centaurea cytherea K.H.Rechinger
Centaurea redempta subsp. cytherea (Rech.f.) Routsi &T. Georgiadis

Asteraceae/ Compositae

Κύθηρα, Φεβρουάριος-Απρίλιος 2012.
Φωτογραφίες, κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα

Το φυτό αρχικά εντοπίστηκε την δεκαετία του 1960 από τον γερμανό βοτανολόγο K.H. Rechinger και θεωρήθηκε ότι είναι η Centaurea redempta Heldr., είδος ενδημικό της Δυτικής Κρήτης
Στη συνέχεια όμως καταχωρίζεται στη φυτοθήκη του Βερολίνου σαν ξεχωριστό είδος με το όνομα Centauria cytherea, με οικότοπο το Καψάλι Κυθήρων.
Τη δεκαετία του '90 οι Ρούτση και Γεωργιάδης την περιγράφουν σαν Centaurea redempta subsp. cytherea.
Tο είδος βρίσκεται σε καθεστώς προστασίας ( ΠΔ 67/ 81) αφού είναι σπάνιο και απειλούμενο σύμφωνα με τους διεθνείς καταλόγους IUCN 1993, 1997. Κρίμα, που στο Κάστρο Κυθήρων θεωρείται ενοχλητικό αγκάθι και κόβεται σαν αγριόχορτο. Φέτος βρήκα τουλάχιστον δέκα φυτά κατεστραμμένα από τη ρίζα, μετά τον ετήσιο καθαρισμό των εξωτερικών χώρων. Ίσως θα έπρεπε να υπάρξει κάποια πρόνοια από τους αρμόδιους ώστε η κενταύρια να μην κόβεται μαζί με τα άλλα αγριόχορτα. Πολλοί θα ταξίδευαν μίλια για να την δουν, αφού πρόκειται για στενότοπο ενδημικό των Κυθήρων. Καταγραφές για ύπαρξη του στη Νότια Πελοπόννησο υπάρχουν, αλλά δεν είναι επιβεβαιωμένες επιστημονικά.


Η κενταύρια αυτή, που από κάποιους Χωραϊτες αναφέρεται με την κοινή ονομασία πετροκάλι*, αρχίζει να ανθίζει κατά την πρώιμη άνοιξη του Κάστρου (Φεβρουάριος – Μάρτιος). Τα αγκαθωτά μπουμπούκια ανοίγουν σε διαφορετικούς χρόνους και έτσι το φυτό παραμένει ανθισμένο μέχρι τα τέλη Απριλίου. (ΑΝ ξεφύγει από το καθάρισμα βέβαια!! )



*Στο υπόλοιπο νησί, πετροκάλι ή κακαράκι ή αγκιναράκι ονομάζεται το είδος centaurea raphanina που είναι βρώσιμο.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Οι ξελογιάστρες της Άνοιξης ΙΙ


Ophrys iricolor

Desfontaines,1807

Οφρύς η ιριδόχρωμη

Orchidaceae


Φεβρουάριος - Μάρτιος 2012. Φωτογραφίες, κείμενο: Σ. Φατσέα



Από κάποιους βοτανολόγους θεωρείται ξεχωριστή ομάδα (P. Delforge,1997) ενώ κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι ανήκει στην ομάδα fusca. (βλ. σχετική παλαιότερη ανάρτηση). Ο υπέροχος θυρεός που λαμπυρίζει στα χρώματα της ίριδας ενέπνευσε το όνομά της. Οι ιριδόχρωμες ανθίζουν από το Φεβρουάριο ως τα τέλη Μαρτίου σε όλη την Ελλάδα, ενώ κάποια είδη όπως η Οφρύς της Μεσαράς (Ophrys mesaritica) μπορεί να ανθίσουν και από τα μέσα Ιανουαρίου. (βλ. σχετική παλαιότερη ανάρτηση)