Αναγνώστες

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Άδωνις ο κρητικός


Adonis cretica (Huth, 1890) Runemark 2002

Syn. Adonis microcarpa DC var.cretica Huth
Syn. Adonis aestivalis L. ssp cretica (Huth) Steinb.



Ranunculaceae



Κύθηρα, Άνοιξη 2011.
Φωτογραφία,κείμενο:Σταυρούλα Φατσέα


Σπάνιο μονοετές φυτό, ενδημικό της Κρήτης, εξ ου και το όνομα του υποείδους. Ανθίζει από τον Φεβρουάριο ως τον Απρίλιο. Το κύριο χρώμα των πετάλων είναι συχνά κίτρινο ενώ στο είδος microcarpa που είναι αρκετά εξαπλωμένο σε όλη τη Μεσόγειο, συχνότερα κόκκινο. Το είδος το βρήκα σε πολύ μικρούς αριθμούς σε δύο διαφορετικές τοποθεσίες στα Κύθηρα. (Πρώτη αναφορά για το νησί)


Το όνομα του φυτού

Ο Άδωνις ήταν καρπός του ανίερου έρωτα της Μύρρας για τον πατέρα της, βασιλιά Κινύρα της Πάφου. Η Μύρρα μεταμορφώθηκε σε δέντρο σαν τιμωρία για το αμάρτημά της και  από τον κορμό του δέντρου μύρρα ή σμύρνα γεννήθηκε το βρέφος 'Αδωνις. Η Αφροδίτη τον τοποθέτησε μυστικά σε ξύλινη λάρνακα και τον παρέδωσε στην Περσεφόνη για να τον αναθρέψει στον Άδη. Καθώς ο Άδωνις μεγάλωνε η ομορφιά του ήταν τόσο μεγάλη που η Περσεφόνη τον ερωτεύτηκε, αρνήθηκε να τον δώσει στην Αφροδίτη και θέλησε να τον κρατήσει για πάντα στο σκοτεινό της κόσμο. Η Αφροδίτη ζήτησε την διαιτησία του Δία, ο οποίος αποφάσισε ότι ο 'Αδωνις θα ζούσε τέσσερεις μήνες με την Περσεφόνη στον Κάτω Κόσμο, τέσσερεις μήνες με την Αφροδίτη και θα μπορούσε να διαθέσει το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου όπως ήθελε. Ο 'Αδωνις διάλεξε να διαθέσει τον επιπλέον χρόνο του με την Αφροδίτη καθώς ο έρωτας τους ήταν αμοιβαίος. Η Αφροδίτη του αφοσιώθηκε με τόσο πάθος που ο Άρης τυφλός από ζήλια έστειλε άγριο κάπρο και τον σκότωσε μπροστά στα μάτια της. Από τα δάκρυα της απαρηγόρητης Αφροδίτης φύτρωσαν τριαντάφυλλα ενώ οι σταγόνες αίματος του αδικοχαμένου μεταμορφώθηκαν στο πανέμορφο λουλούδι. (Οβίδιος Μεταμορφώσεις)
Ο Άδωνις ή Tammuz στα φοινικικά (Adon = κύριε και θεέ, προσφώνηση του υπέρτατου θεού στα σημιτικά) συμβολίζει το θάνατο και την αναγέννηση. 
 Οι Αρχαίοι Ελληνες γιόρταζαν τα Αδώνια προς τιμή του Άδωνη και της Αφροδίτης κατά την εαρινή ισημερία. Ξύλινα ομοιώματα του θεού στολίζονταν με άνθη αποκλειστικά από θρηνούσες γυναίκες οι οποίες ευλαβικά επιτελούσαν όλα τα ταφικά τελετουργικά.
Στη συνέχεια γινόταν περιφορά του νεκρού θεού στους δρόμους συνοδεία θρηνητικών ασμάτων και ενός ιδιαίτερου αυλού που αποκαλείτο γίγγρας. Οι γυναίκες εννέα μέρες πριν τη γιορτή φύτευαν μάραθο, σιτάρι, μαρούλι και άλλα φυτά που βλασταίνουν γρήγορα αλλά και μαραίνονται επίσης γρήγορα σε κεραμικά αγγεία που ονομάζονταν “κήποι Αδώνιδος” και τα οποία μετά την περιφορά έριχναν μαζί με τα ξύλινα ομοιώματα είτε στη θάλασσα είτε σε ποταμό είτε σε πηγή κοντά στο τόπο τους. Αυτή η πρώτη μέρα ονομαζόταν “Aφανισμός”. Την επομένη γιόρταζαν με χορούς και γέλια σε πλούσια τραπέζια, την “Εύρεση”, δηλαδή την ανάσταση, την αναγέννηση του θεού. Μια θαυμάσια περιγραφή της γιορτής στα Eιδύλλια του Θεόκριτου σε μετάφραση Ι. Πολέμη:

“Δέσποιν᾽, ἃ Γολγώς τε καὶ Ἰδάλιον ἐφίλασας, αἰπεινόν τ᾽ Ἔρυκα, χρυσῷ παίζοισ᾽ Ἀφροδίτα,
οἷόν τοι τὸν Ἄδωνιν ἀπ᾽ ἀενάω Ἀχέροντος μηνὶ δυωδεκάτῳ μαλακαίποδες ἄγαγον Ὧραι.
Βάρδισται Μακάρων, Ὧραι φίλαι, ἀλλὰ ποθειναὶ ἔρχονται πάντεσσι βροτοῖς αἰεί τι φέροισαι.

Κυρά, που στους Γολγούς ποθείς και στο Ιδάλιον όρος και στον ψηλό τον Έρυκα να παίζης, Αφροδίτη·
πάντοτ' αλαφροπάτητες, σου φέρνουν κάθε χρόνο, μέσ' από τον Αχέροντα, τον Άδωνι σου οι Ώρες·
αυτές οι πιο αργοκίνητες από τους αθανάτους, που φέρνουν σ' όλους τους θνητούς κάτι καλό όταν έρθουν.

Κύπρι Διωναία, τὺ μὲν ἀθανάταν ἀπὸ θνατᾶς, ἀνθρώπων ὡς μῦθος, ἐποίησας Βερενίκαν,
ἀμβροσίαν ἐς στῆθος ἀποστάξασα γυναικός· τὶν δὲ χαριζομένα, πολυώνυμε καὶ πολύναε,
ἁ Βερενικεία θυγάτηρ, Ἑλένᾳ εἰκυῖα Ἀρσινόα πάντεσσι καλοῖς ἀτιτάλλει Ἄδωνιν.

Της Διώνης θυγατέρα εσύ, πεντάμορφη Αφροδίτη, τη Βερενίκη από θνητήν αθάνατη έχεις κάνει,σταλάζοντας στα στήθη της τη θεϊκή αμβροσία· 
κ' η Αρσινόη η κόρη της, ωραία σαν την Ελένη,για χάρη σου, ω ξακουστή και πολυλατρευμένη, πλούσια, μεγαλόπρεπα τον Άδωνι γιορτάζει.

Πὰρ μέν οἱ ὥρια κεῖται, ὅσα δρυὸς ἄκρα φέρονται, πὰρ δ᾽ ἁπαλοὶ κᾶποι πεφυλαγμένοι ἐν ταλαρίσκοις ἀργυρέοις, Συρίω δὲ μύρω χρύσει᾽ ἀλάβαστρα.

Ολόγυρα του απλώνονται όλ' οι καρποί των δένδρων κι άνθη πανώρηα, δροσερά μέσ' σ' αργυρά καλάθια και σε λαγήνια ολόχρυσα μύρ' από τη Συρία.

Εἴδατά θ᾽ ὅσσα γυναῖκες ἐπὶ πλαθάνῳ πονέονται, ἄνθεα μίσγοισαι λευκῷ παντοῖ᾽ ἁμ᾽ ἀλεύρῳ,ὅσσα τ᾽ ἀπὸ γλυκερῶ μέλιτος τά τ᾽ ἐν ὑγρῷ ἐλαίῳ, πάντ᾽ αὐτῷ πετεηνὰ καὶ ἑρπετὰ τεῖδε πάρεστιν.

Ολόγυρα του λιχουδιές που πλάθουν οι γυναίκες με τέχνη ανακατεύοντας λουλούδια κι άσπρο αλεύρι κι άλλα από μέλι γλυκερό κι από καθάρειο λάδι· κάθε λογής πετούμενα και σερπετά κοντά του.

Χλωραὶ δὲ σκιάδες, μαλακῷ βρίθοντες ἀνήθῳ,δέδμανθ᾽· οἱ δέ τε κῶροι ὑπερπωτῶνται
Ἔρωτες, οἷοι ἀηδονιδῆες ἀεξομένων ἐπὶ δένδρων πωτῶνται, πτερύγων πειρώμενοι, ὄζον ἀπ᾽ ὄζω.

Το δροσερό γλυκάνισο κιόσκια ανθηρά έχει πλέξει·νιογέννητοι έρωτες δειλά τριγύρω φτερουγίζουν, σαν τ' αηδονάκια τα μικρά, που αρχίζουν να πετάνε και δοκιμάζουν τα φτερά κλωνάρι σε κλωνάρι.




1 σχόλιο: